Η νέα άνοδος του ενεργειακού κόστους επαναφέρει την πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με το ηλεκτρικό ρεύμα και τα καύσιμα να δημιουργούν ένα νέο μέτωπο ακρίβειας.
Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει σε μια αγορά όπου το εισόδημα παραμένει χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με αποτέλεσμα κάθε αύξηση να μεταφράζεται σε μεγαλύτερη επιβάρυνση για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Στην ηλεκτρική ενέργεια, οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς κινούνται πάνω από τα 150 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ οι αυξήσεις περνούν στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Η ελληνική αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, με το ρεύμα να αποτελεί και πάλι έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης.
Την ίδια ώρα, η εικόνα στα πρατήρια επιβαρύνεται από τη νέα άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Η μέση τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα έχει φτάσει στα 2,158 ευρώ το λίτρο, κατατάσσοντας τη χώρα στην έκτη υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Οι τιμές των καυσίμων αποτελούν πλέον σημαντικό τμήμα του κόστους μετακίνησης, αλλά και του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο καθώς πλησιάζει η έναρξη διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου. Οι εκτιμήσεις της αγοράς τοποθετούν την τιμή εκκίνησης τουλάχιστον στα 1,90 ευρώ το λίτρο, ενώ σε ορισμένες περιοχές δεν αποκλείεται να ξεπεράσει τα 2 ευρώ. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέα πίεση ενόψει του χειμώνα, την ώρα που η αγορά ενέργειας στην Ευρώπη κινείται σε διαφορετικές ταχύτητες.
Η κυβέρνηση εξετάζει παρεμβάσεις έως το τέλος Σεπτεμβρίου, με το επίδομα θέρμανσης και τον μηχανισμό συγκράτησης της τιμής στην αντλία να βρίσκονται στο επίκεντρο. Ο πρωθυπουργός έχει προαναγγείλει «εθνική παρέμβαση» για το πετρέλαιο θέρμανσης, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και η επιβολή αυστηρότερου πλαφόν στα περιθώρια κέρδους διυλιστηρίων και εταιρειών εμπορίας.
Η Ελλάδα πληρώνει ακριβά την ενέργεια με χαμηλότερα εισοδήματα
Το βασικό στοιχείο της ελληνικής εικόνας δεν είναι μόνο η απόλυτη τιμή στην αντλία. Είναι η σχέση της τιμής με το εισόδημα.
Τα στοιχεία για τις 14 Σεπτεμβρίου δείχνουν μέση τιμή αμόλυβδης 2,158 ευρώ το λίτρο στην Ελλάδα. Πρόκειται για την έκτη υψηλότερη τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω από τη Δανία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Φινλανδία και τη Γαλλία.
Η ελληνική τιμή βρίσκεται περίπου 9,5 λεπτά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στο ντίζελ η εικόνα είναι διαφορετική: με 2,122 ευρώ το λίτρο, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 12η θέση και βρίσκεται περίπου 3,7 λεπτά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η διαφορά, επομένως, βρίσκεται στο διαθέσιμο εισόδημα που αντιστοιχεί σε αυτή την τιμή.
Ο ίδιος ανεφοδιασμός κοστίζει διαφορετικά σε κάθε χώρα
Ο μέσος μικτός ετήσιος μισθός στην Ελλάδα ανέρχεται, σύμφωνα με τα στοιχεία της σύγκρισης, σε 17.954 ευρώ ή περίπου 1.496 ευρώ τον μήνα.
Στη Γαλλία ο μέσος μικτός ετήσιος μισθός φτάνει τα 43.790 ευρώ, στη Γερμανία τα 53.791 ευρώ και στη Δανία τα 71.565 ευρώ.
Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν η τιμή των καυσίμων μετατρέπεται σε αγοραστική δυνατότητα.
Με έναν μέσο μικτό μηνιαίο μισθό, στην Ελλάδα αγοράζονται θεωρητικά περίπου 675 λίτρα βενζίνης. Στη Γαλλία η αντίστοιχη ποσότητα φτάνει τα 1.200 λίτρα, στη Γερμανία τα 1.230, στη Φινλανδία τα 1.370, στην Ολλανδία περίπου τα 1.343 και στη Δανία τα 1.450 λίτρα.
Έτσι, η υψηλή τιμή της βενζίνης δεν έχει το ίδιο βάρος σε όλες τις οικονομίες. Στη Δανία, για παράδειγμα, η βενζίνη είναι ακριβότερη από την Ελλάδα, όμως ο μέσος μισθός αντιστοιχεί σε περίπου 3,36 φορές περισσότερα λίτρα. Στη Γαλλία, όπου η τιμή βρίσκεται κοντά στην ελληνική, η αντίστοιχη αγοραστική δυνατότητα είναι περίπου 2,42 φορές μεγαλύτερη.
Τα 50 λίτρα βενζίνης αποτυπώνουν τη διαφορά
Ένα γέμισμα 50 λίτρων αμόλυβδης στην Ελλάδα κοστίζει περίπου 108 ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 7,2% του μέσου μικτού μηνιαίου μισθού.
Στη Δανία, τα ίδια 50 λίτρα κοστίζουν περίπου 128 ευρώ. Ωστόσο, το ποσό αντιστοιχεί μόλις στο 2,15% του μέσου μηνιαίου μισθού.
Η σύγκριση δείχνει γιατί η συζήτηση για την ενεργειακή ακρίβεια δεν μπορεί να περιορίζεται στην τιμή ανά λίτρο. Το ίδιο καύσιμο απορροφά πολύ διαφορετικό ποσοστό του εισοδήματος ανάλογα με τη χώρα.
Για την Ελλάδα, όπου το αυτοκίνητο αποτελεί βασικό μέσο μετακίνησης για μεγάλο μέρος των εργαζομένων, η επιβάρυνση αυτή επηρεάζει άμεσα το κόστος εργασίας, τις μετακινήσεις και τις καθημερινές δαπάνες.
Στο ντίζελ η εισοδηματική απόσταση μεγαλώνει
Στο ντίζελ η Ελλάδα βρίσκεται στη 12η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την τιμή, με 2,122 ευρώ το λίτρο.
Ένας μέσος μικτός μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί θεωρητικά σε περίπου 705 λίτρα ντίζελ. Στο Λουξεμβούργο, όπου η τιμή βρίσκεται περίπου στα ίδια επίπεδα, η αντίστοιχη ποσότητα φτάνει τα 3.257 λίτρα.
Η διαφορά αγγίζει τις 4,6 φορές.
Ακόμη και στην Πορτογαλία, όπου το ντίζελ κοστίζει ελαφρώς περισσότερο από την Ελλάδα, ο μέσος μισθός αντιστοιχεί σε περίπου 961 λίτρα. Δηλαδή, περίπου 36% περισσότερα από όσα αντιστοιχούν στον μέσο ελληνικό μισθό.
Οι φόροι περιορίζουν τα περιθώρια αποκλιμάκωσης
Σημαντικό μέρος της τελικής τιμής των καυσίμων συνδέεται με τη φορολογία. Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν ακολουθήσει διαφορετικές επιλογές για να περιορίσουν τις επιπτώσεις των διεθνών αυξήσεων.
Η Μάλτα έχει διατηρήσει διοικητικά σταθερές τις τιμές με κρατική στήριξη, η Σουηδία προχώρησε σε προσωρινές μειώσεις φόρων στη βενζίνη και το ντίζελ, ενώ Κύπρος και Ουγγαρία κινήθηκαν προς τα κατώτατα επίπεδα των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιτρέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η Σλοβενία συνδύασε μειωμένους φόρους με ρυθμιζόμενες τιμές, ενώ η Ισπανία επέλεξε στοχευμένη επιδότηση για συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες.
Στην Ελλάδα, ο ΕΦΚ της βενζίνης παραμένει στα 70 λεπτά το λίτρο, επίπεδο σημαντικά υψηλότερο από το ευρωπαϊκό ελάχιστο.
Τα κυβερνητικά μέτρα στο επίκεντρο
Η κυβέρνηση εξετάζει πακέτο παρεμβάσεων περίπου 200 εκατ. ευρώ, με στόχο να περιοριστεί η επιβάρυνση από το πετρέλαιο θέρμανσης.
Στο τραπέζι βρίσκεται η αύξηση των ποσών του επιδόματος θέρμανσης, ώστε να καλυφθούν περισσότερα νοικοκυριά, αλλά και ένας μηχανισμός συγκράτησης της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο κατά την έναρξη της περιόδου διάθεσης.
Παράλληλα εξετάζεται αυστηρότερος έλεγχος στα περιθώρια κέρδους διυλιστηρίων και εταιρειών εμπορίας, με στόχο να περιοριστούν φαινόμενα υπερβολικών αυξήσεων στην τελική τιμή.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια παρέμβαση εάν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου συνεχίσουν να αυξάνονται.
Το πετρέλαιο θέρμανσης είναι το επόμενο μεγάλο μέτωπο
Με τιμή εκκίνησης στα 1,90 ευρώ το λίτρο, ένα γέμισμα δεξαμενής 1.000 λίτρων θα κοστίζει περίπου 1.900 ευρώ. Εάν η τιμή φτάσει τα 2 ευρώ, το κόστος ανεβαίνει στα 2.000 ευρώ.
Η διαφορά σε σχέση με τα περσινά επίπεδα των 1,10-1,13 ευρώ το λίτρο είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Για ένα νοικοκυριό που χρειάζεται σημαντικές ποσότητες πετρελαίου για τη θέρμανσή του, η επιβάρυνση μπορεί να γίνει καθοριστικός παράγοντας στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Η κυβέρνηση καλείται έτσι να παρέμβει σε ένα περιβάλλον όπου τα περιθώρια δημοσιονομικής στήριξης δεν είναι απεριόριστα, ενώ η άνοδος του ενεργειακού κόστους μπορεί να περάσει και στις επιχειρήσεις και στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Η πραγματική μέτρηση της ακρίβειας είναι η σχέση τιμής και εισοδήματος
Η ελληνική αγορά δεν έχει την υψηλότερη τιμή σε κάθε ενεργειακό προϊόν. Έχει όμως έναν συνδυασμό υψηλών τιμών και χαμηλότερων εισοδημάτων που αυξάνει το πραγματικό βάρος της ενέργειας.
Αυτό αποτυπώνεται τόσο στη βενζίνη όσο και στο ντίζελ και αναμένεται να γίνει ακόμη πιο έντονο στο πετρέλαιο θέρμανσης.
Η συζήτηση για τα καύσιμα, επομένως, δεν αφορά μόνο το εάν η τιμή θα μειωθεί κατά 10 ή 15 λεπτά το λίτρο. Αφορά το πόσο από τον μισθό απαιτείται για να καλυφθούν οι βασικές ενεργειακές ανάγκες ενός νοικοκυριού.
Και όσο η τιμή της ενέργειας αυξάνεται ταχύτερα από την αγοραστική δύναμη, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το βάρος για την ελληνική οικονομία, τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.






