17 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Spots
  • Πατρίσιο Γκουσμάν: Έφυγε ο Χιλιανός ντοκιμαντερίστας της μνήμης

Πατρίσιο Γκουσμάν: Έφυγε ο Χιλιανός ντοκιμαντερίστας της μνήμης

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Ο Πατρίσιο Γκουσμάν, ο Χιλιανός σκηνοθέτης που αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρο το έργο του στην καταγραφή της ιστορίας, της μνήμης και των τραυμάτων της πατρίδας του, πέθανε την Τρίτη στο Παρίσι σε ηλικία 85 ετών.

Είχε καταγράψει με την κάμερά του την άνοδο και την ανατροπή του Σαλβαδόρ Αλιέντε, το πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοτσέτ και τις συνέπειες της δικτατορίας, μετατρέποντας την προσωπική του εμπειρία από την καταστολή σε ένα από τα σημαντικότερα σώματα πολιτικού ντοκιμαντέρ του σύγχρονου κινηματογράφου.

Από τον Αλιέντε στην εξορία

Γεννημένος στο Σαντιάγο στις 11 Αυγούστου 1941, ο Γκουσμάν εγκατέλειψε τη Χιλή μετά το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973. Είχε συλληφθεί από το καθεστώς και υποστεί εικονικές εκτελέσεις. Η εμπειρία αυτή δεν έμεινε έξω από το έργο του. Αντίθετα, έγινε ο πυρήνας μιας κινηματογραφικής διαδρομής που θα επέστρεφε διαρκώς στην ιστορία της χώρας του.

Η ανατροπή του Αλιέντε αποτελεί ένα από τα βασικά ιστορικά σημεία αναφοράς του έργου του. Ο Γκουσμάν κινηματογράφησε από κοντά τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος και κατέγραψε μια χώρα σε κατάσταση βαθιάς πολιτικής σύγκρουσης. Η ιστορία του Σαλβαδόρ Αλιέντε έχει παραμείνει έκτοτε ένα από τα σημεία όπου συναντώνται η πολιτική ιστορία και η συλλογική μνήμη της Χιλής.

«Η Μάχη της Χιλής» και η καταγραφή μιας χώρας

Η πεντάωρη τριλογία «Η Μάχη της Χιλής» (La batalla de Chile), που γυρίστηκε μεταξύ 1972 και 1973, αποτέλεσε το έργο με το οποίο ο Γκουσμάν καθιερώθηκε διεθνώς. Οι ταινίες καταγράφουν την πολιτική αντιπαράθεση, τις κοινωνικές συγκρούσεις και τα γεγονότα που οδήγησαν στο πραξικόπημα και στον θάνατο του Αλιέντε.

Η κάμερα βρίσκεται στους δρόμους, στις συγκεντρώσεις, στους χώρους εργασίας και στα σημεία όπου η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται καθημερινή πραγματικότητα. Ο Γκουσμάν δεν αντιμετώπισε το ντοκιμαντέρ ως απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά ως εργαλείο διάσωσης μιας εμπειρίας που κινδύνευε να χαθεί.

Η δικτατορία του Πινοσέτ θα αποτελούσε στη συνέχεια το ιστορικό υπόβαθρο σχεδόν ολόκληρης της φιλμογραφίας του.

Η εξορία και η μνήμη

Μετά τη σύλληψή του, ο Γκουσμάν έφυγε από τη Χιλή και πέρασε από την Κούβα και την Ισπανία πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία. Η εξορία δεν σήμαινε απομάκρυνση από την πατρίδα του. Η Χιλή παρέμεινε σταθερά στο επίκεντρο της κινηματογραφικής του αναζήτησης.

Στο «Στο όνομα του Θεού» (En nombre de Dios, 1987), ασχολήθηκε με τη στάση της Καθολικής Εκκλησίας της Χιλής απέναντι στη δικτατορία. Σταδιακά, όμως, το έργο του απομακρύνθηκε από την άμεση πολιτική καταγραφή και άρχισε να συνδέει την ιστορία με το τοπίο, τη φύση και τη μνήμη.

Από την έρημο Ατακάμα στα άστρα

Το 2010, με τη «Νοσταλγία του φωτός» (Nostalgia de la luz), ο Γκουσμάν βρήκε έναν νέο τρόπο να μιλήσει για τα εγκλήματα της δικτατορίας. Στην έρημο Ατακάμα, όπου οι αστρονόμοι αναζητούν μέσα από το φως των άστρων στοιχεία για το παρελθόν του σύμπαντος, γυναίκες αναζητούν ακόμη τα λείψανα ανθρώπων που εξαφανίστηκαν επί Πινοτσέτ.

Η σύνδεση ανάμεσα στην αστρονομία και την αναζήτηση των αγνοουμένων αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ώριμης κινηματογραφικής γλώσσας του. Το παρελθόν δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία. Βρίσκεται στο έδαφος, στο φως, στο νερό, στα βουνά και στις ζωές εκείνων που εξακολουθούν να αναζητούν απαντήσεις.

Η ίδια σχέση ανάμεσα στη φύση και την ανθρώπινη ιστορία διατρέχει και το «Μαργαριταρένιο κουμπί» (El botón de nácar, 2015), που μεταφέρει το βλέμμα προς τη θάλασσα και τη Γη του Πυρός, αλλά και προς την ιστορία των αυτόχθονων πληθυσμών της Χιλής.

Η οροσειρά που κράτησε μέσα της την ιστορία

Στην «Οροσειρά των ονείρων» (La cordillera de los sueños, 2019), ο Γκουσμάν στρέφεται στις Άνδεις. Η οροσειρά γίνεται ένα φυσικό αρχείο της χώρας: ένα σταθερό, σχεδόν αιώνιο στοιχείο απέναντι στην αστάθεια της ανθρώπινης ιστορίας.

Η ταινία τιμήθηκε στις Κάννες με το βραβείο «Ένα βλέμμα» για το καλύτερο ντοκιμαντέρ. Μέσα από τα βουνά, ο σκηνοθέτης επιστρέφει στη δικτατορία, στην καταστολή και στη μνήμη, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ το προσωπικό και ποιητικό βλέμμα που είχε χαρακτηρίσει την ύστερη περίοδο της δημιουργίας του.

Η τριλογία «Νοσταλγώντας το φως», «Το μαργαριταρένιο κουμπί» και «Η οροσειρά των ονείρων» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετάβασης του Γκουσμάν από το άμεσο πολιτικό ντοκουμέντο σε ένα κινηματογραφικό δοκίμιο όπου η ιστορία συνομιλεί με τη γεωλογία, την αστρονομία, τη θάλασσα και τη φύση.

«Μια χώρα χωρίς ντοκιμαντέρ είναι σαν οικογένεια χωρίς άλμπουμ»

Η τελευταία μεγάλη επιστροφή του στη σύγχρονη Χιλή ήρθε με τη «Φανταστική μου χώρα» (Mi país imaginario, 2022), για την κοινωνική εξέγερση του 2019. Ήταν μια ακόμη προσπάθεια να καταγράψει μια κοινωνία που άλλαζε και να διασώσει την εμπειρία της από τη φθορά του χρόνου.

Ο Γκουσμάν είχε περιγράψει με μια χαρακτηριστική φράση τη σχέση του με το ντοκιμαντέρ: «Μια χώρα που δεν έχει ντοκιμαντέρ είναι σαν οικογένεια χωρίς οικογενειακό άλμπουμ».

Σε αυτή τη φράση βρίσκεται ίσως και το κλειδί ολόκληρης της διαδρομής του. Η κάμερα, για τον Γκουσμάν, δεν ήταν απλώς μέσο καταγραφής. Ήταν ένας τρόπος να διατηρηθούν πρόσωπα, φωνές, τόποι και γεγονότα απέναντι στη λήθη.

Ο Γκουσμάν και το χρέος απέναντι στη μνήμη

«Η μνήμη έχει δική της δύναμη βαρύτητας», είχε πει σε συνέντευξή του το 2010. Για τον ίδιο, η ιστορία δεν τελείωνε όταν σταματούσαν οι πυροβολισμοί ούτε όταν έπεφτε μια δικτατορία. Συνέχιζε στις οικογένειες των αγνοουμένων, στα τοπία, στις σιωπές και στα ερωτήματα που έμεναν χωρίς απάντηση.

Ο Πατρίσιο Γκουσμάν πέθανε στο Παρίσι έχοντας μετατρέψει την εξορία του σε μια μακρά κινηματογραφική επιστροφή στη Χιλή. Από τη «Μάχη της Χιλής» μέχρι τη «Φανταστική μου χώρα», κινηματογράφησε έναν τόπο που άλλαξε, αλλά δεν ξέχασε.

Το έργο του παραμένει ένα αρχείο της Χιλής του 20ού και του 21ου αιώνα, αλλά και μια υπενθύμιση για το τι μπορεί να κάνει το ντοκιμαντέρ όταν η προσωπική μνήμη συναντά την ιστορία.

Η απώλειά του αφήνει ένα μεγάλο κενό στο πολιτικό και ποιητικό ντοκιμαντέρ. Οι ταινίες του, όμως, έχουν ήδη κάνει αυτό που ο ίδιος θεωρούσε χρέος του κινηματογράφου: κράτησαν ανοιχτό το άλμπουμ μιας χώρας.

Δείτε επίσης