Άλλο η ιατρική ειδικότητα, άλλο η επαγγελματική πρακτική
Η στάση απέναντι στην ομοιοπαθητική διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία οι κορυφαίοι θεσμικοί φορείς των γιατρών έχουν διατυπώσει με σαφήνεια ότι η ομοιοπαθητική δεν διαθέτει επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση αποτελεσματικότητας. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η δημόσια και θεσμική αντιμετώπισή της εμφανίζεται πολύ πιο ελαστική, γεγονός που επαναφέρει ένα βασικό ερώτημα: ποια είναι τελικά η θέση της ομοιοπαθητικής μέσα στο ελληνικό σύστημα υγείας;
Η σαφής θέση του British Medical Association
Ο British Medical Association (BMA) έχει υιοθετήσει επίσημη πολιτική κατά της ομοιοπαθητικής, η οποία εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στο Policy Book 2024-2025.
Η θέση αυτή διαμορφώθηκε το 2010, όταν στο ετήσιο συνέδριο του BMA στο Brighton οι αντιπρόσωποι ψήφισαν με μεγάλη πλειοψηφία ότι, ελλείψει έγκυρων επιστημονικών ενδείξεων για όφελος, δεν θα πρέπει να υπάρχει περαιτέρω χρηματοδότηση ή ανάθεση ομοιοπαθητικών σκευασμάτων και ομοιοπαθητικών νοσοκομείων από το NHS.
Η ίδια απόφαση ζητούσε επίσης να μην περιλαμβάνεται η ομοιοπαθητική σε εκπαιδευτικές θέσεις γιατρών στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η θέση για τα φαρμακεία. Ο BMA υποστήριξε ότι τα ομοιοπαθητικά σκευάσματα δεν θα πρέπει να παρουσιάζονται στα ράφια ως «φάρμακα», αλλά να τοποθετούνται σε χώρους με σαφή ένδειξη ότι πρόκειται για placebo.
Πρόκειται για μια θεσμική επιλογή που βασίζεται όχι στην απαγόρευση της χρήσης μιας πρακτικής από τους πολίτες, αλλά στην ανάγκη να διαχωρίζεται η επιστημονικά τεκμηριωμένη ιατρική από πρακτικές για τις οποίες δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία αποτελεσματικότητας.
Η Γαλλία έβαλε επίσης όρια στην ομοιοπαθητική
Ανάλογη είναι η προσέγγιση στη Γαλλία. Ο Conseil National de l’Ordre des Médecins (CNOM), ο θεσμικός και πειθαρχικός φορέας των Γάλλων γιατρών, δημοσίευσε τον Ιούνιο του 2018 επίσημη «διευκρίνιση» για την ομοιοπαθητική.
Στο κείμενό του ο CNOM εντάσσει την ομοιοπαθητική στις πρακτικές που δεν έχουν αποδειχθεί από την επιστήμη και επισημαίνει ότι η χρήση του όρου «εναλλακτικές και συμπληρωματικές ιατρικές» μπορεί να δημιουργεί σύγχυση στο κοινό.
Ο γαλλικός ιατρικός θεσμός υπογραμμίζει ακόμη ότι καμία κλινική μελέτη δεν έχει αποδείξει με τρόπο τυπικό την αποτελεσματικότητα της ομοιοπαθητικής. Παράλληλα, θέτει έναν σαφή κανόνα για τους γιατρούς: μια θεραπευτική επιλογή δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως εναλλακτική των δεδομένων της επιστήμης.
Η ομοιοπαθητική, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θέση, δεν θα πρέπει να αποτελεί την πρώτη θεραπεία που προτείνεται σε έναν ασθενή. Παράλληλα, δεν επιτρέπεται να παρουσιάζονται ως ωφέλιμες και ακίνδυνες θεραπείες που δεν έχουν προηγουμένως αξιολογηθεί επιστημονικά.
Το 2019 καταργήθηκε και ο τίτλος του ομοιοπαθητικού γιατρού
Η γαλλική αλλαγή δεν περιορίστηκε στις γενικές διαπιστώσεις.
Στις 3 Οκτωβρίου 2019 το CNOM ενέκρινε με μεγάλη πλειοψηφία την κατάργηση της ειδικής πρόβλεψης που επέτρεπε την αναφορά «orientation homéopathique», δηλαδή ομοιοπαθητικού προσανατολισμού.
Μετά την απόφαση αυτή, οι νέοι γιατροί δεν μπορούν πλέον να αποκτούν αυτομάτως το συγκεκριμένο τίτλο για χρήση σε πινακίδες και συνταγές.
Η λογική είναι σαφής: η ιδιότητα του γιατρού δεν σημαίνει ότι κάθε θεραπευτική πρακτική που επιλέγει ένας γιατρός αποκτά αυτομάτως επιστημονική εγκυρότητα.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Το ελληνικό τοπίο είναι διαφορετικό. Εδώ χρειάζεται να γίνει ένας κρίσιμος διαχωρισμός που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: άλλο η επίσημα αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα και άλλο μια επαγγελματική ενασχόληση ή μια πρόσθετη θεραπευτική πρακτική.
Στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο περιλαμβάνονται 40 ιατρικές ειδικότητες, από την Αγγειοχειρουργική, την Αιματολογία και την Καρδιολογία έως την Παιδιατρική, την Ψυχιατρική και την Ωτορινολαρυγγολογία.
Η ομοιοπαθητική δεν περιλαμβάνεται σε αυτή τη λίστα.
Το ίδιο ισχύει για τις επίσημες ιατρικές εξειδικεύσεις. Μεταξύ αυτών βρίσκονται η Εντατική Θεραπεία, η Επείγουσα Ιατρική, η Επεμβατική Καρδιολογία, η Λοιμωξιολογία, η Παιδιατρική Ενδοκρινολογία, η Χειρουργική Μαστού και η Υπερβαρική Ιατρική.
Η Ιατρική του Ύπνου έχει μια διαφορετική θεσμική αντιμετώπιση, καθώς το υπουργείο τη χαρακτηρίζει «Πιστοποίηση στην Ιατρική του Ύπνου» και όχι τίτλο ιατρικής εξειδίκευσης.
Σε κάθε περίπτωση, η ομοιοπαθητική δεν αποτελεί επίσημη ιατρική ειδικότητα ούτε αναγνωρισμένη ιατρική εξειδίκευση στην Ελλάδα.
Η αντίφαση με τη θεσμική ανοχή
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ομοιοπαθητική αποτελεί επίσημη ιατρική ειδικότητα. Δεν αποτελεί.
Το ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται θεσμικά και δημόσια μια πρακτική που δεν έχει αναγνωριστεί ως ιατρική ειδικότητα και της οποίας η αποτελεσματικότητα αμφισβητείται από κορυφαίους ιατρικούς θεσμούς στο εξωτερικό.
Στην Ελλάδα έχουν υπάρξει περιπτώσεις στις οποίες ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών και το υπουργείο Υγείας έθεσαν υπό την αιγίδα τους πανελλήνια συνέδρια ομοιοπαθητικής. Η παρουσία θεσμικών φορέων σε τέτοιες διοργανώσεις δημιουργεί εύλογα ένα ζήτημα σχετικά με το μήνυμα που εκπέμπεται προς το κοινό.
Η αιγίδα ενός δημόσιου ή θεσμικού φορέα δεν ισοδυναμεί βεβαίως από μόνη της με επιστημονική αναγνώριση μιας θεραπευτικής μεθόδου. Ωστόσο, μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι μια πρακτική έχει την ίδια θεσμική και επιστημονική υπόσταση με τις αναγνωρισμένες ιατρικές ειδικότητες.
Το κρίσιμο όριο είναι η ενημέρωση του ασθενούς
Η ουσία της αντιπαράθεσης βρίσκεται τελικά λιγότερο στην προσωπική επιλογή ενός πολίτη και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται μια θεραπεία.
Ένας ασθενής μπορεί να επιλέξει μια μη συμβατική πρακτική. Διαφορετικό ζήτημα είναι να πιστεύει ότι αυτή αποτελεί αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα ή ότι έχει αποδεδειγμένη θεραπευτική αποτελεσματικότητα.
Αυτό ακριβώς το όριο προσπάθησαν να χαράξουν οι ιατρικοί θεσμοί στη Βρετανία και τη Γαλλία. Και αυτό είναι το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό στην Ελλάδα: όχι αν κάποιος μπορεί να ασκεί μια συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά αν το κράτος και οι ιατρικοί φορείς οφείλουν να κάνουν απολύτως σαφή τη διαφορά ανάμεσα στην επιστημονικά τεκμηριωμένη ιατρική και στις πρακτικές που δεν έχουν αντίστοιχη τεκμηρίωση.






