08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Ηλεκτρικό ρεύμα: Πώς η κυβέρνηση σχεδιάζει μείωση 30% στις τιμές έως το 2029

Ηλεκτρικό ρεύμα: Πώς η κυβέρνηση σχεδιάζει μείωση 30% στις τιμές έως το 2029

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Στόχο για μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία θέτει η κυβέρνηση, επιχειρώντας να μετατρέψει τις επενδύσεις στις ΑΠΕ, στα δίκτυα και στην αποθήκευση σε χαμηλότερους λογαριασμούς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η μέση τιμή λιανικής των 23,78 ευρώ/kWh, που καταγράφηκε το πρώτο εξάμηνο του 2025 σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, αποτελεί τη βάση του σχεδιασμού, με τον στόχο να διαμορφωθεί στα 16,66 ευρώ/kWh έως το 2029.

Το σχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας περιλαμβάνει έξι βασικές παρεμβάσεις, από την περαιτέρω διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και την αποθήκευση έως τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, την εξοικονόμηση ενέργειας, τη μείωση των ΥΚΩ και την αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών.

Οι ΑΠΕ αλλάζουν το ενεργειακό ισοζύγιο

Στον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής βρίσκονται οι ΑΠΕ, η εγκατεστημένη ισχύς των οποίων έχει ξεπεράσει τα 18 GW, έχοντας υπερτριπλασιαστεί από το 2019.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει πλέον εξελιχθεί από καθαρός εισαγωγέας σε εξαγωγική δύναμη ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2024 καταγράφηκε για πρώτη φορά από το 2000 καθαρό εξαγωγικό ισοζύγιο, ενώ έως τον Ιούλιο του 2026 οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας είχαν σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με το σύνολο του 2025.

Παράλληλα, η Ελλάδα κατατάσσεται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε το ΥΠΕΝ, τρίτη παγκοσμίως ως προς τη διείσδυση των φωτοβολταϊκών και ένατη στα αιολικά.

Το ζητούμενο πλέον είναι η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ να μεταφραστεί σε χαμηλότερο κόστος για τον τελικό καταναλωτή. Και αυτό απαιτεί, πέρα από νέες μονάδες παραγωγής, μεγαλύτερη δυνατότητα αποθήκευσης και καλύτερα δίκτυα.

Η αποθήκευση είναι το μεγάλο στοίχημα

Η μεγάλη παραγωγή από φωτοβολταϊκά μπορεί να συμπιέζει σημαντικά τις τιμές τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας. Το απόγευμα και το βράδυ, όμως, όταν η παραγωγή από τον ήλιο υποχωρεί και η ζήτηση παραμένει υψηλή, οι τιμές μπορούν να αυξηθούν απότομα.

Η αποθήκευση επιχειρεί να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτή την ανισορροπία. Η φθηνότερη ενέργεια που παράγεται όταν υπάρχει υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ θα μπορεί να αποθηκεύεται και να διοχετεύεται στο σύστημα όταν η παραγωγή μειώνεται.

Η κυβέρνηση έχει ήδη διαθέσει 400 εκατ. ευρώ για έργα αποθήκευσης και προβλέπει επιπλέον 200 εκατ. ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής. Συνολικά, ο σχεδιασμός προβλέπει περίπου 600 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη σχετικών υποδομών.

Ο στόχος είναι η ισχύς αποθήκευσης να φτάσει το 1 GW έως το τέλος του 2026, το 1,5 GW στα μέσα του 2027, τα 3 έως 4 GW έως το τέλος του 2028 και τα 5 GW έως το 2030.

Παράλληλα, έχουν ολοκληρωθεί τρεις διαγωνισμοί για έργα συνολικής ισχύος 900 MW, ενώ προωθούνται φωτοβολταϊκά με αποθήκευση, αυτόνομες μπαταρίες, συστήματα αποθήκευσης για επιχειρήσεις και έργα που συνδέονται με ΑΠΕ και αυτοκατανάλωση.

Από τις διασυνδέσεις στην άμεση μείωση των ΥΚΩ

Ιδιαίτερη θέση στο σχέδιο έχουν οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών. Το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα μη διασυνδεδεμένα νησιά είναι σχεδόν τριπλάσιο από εκείνο του διασυνδεδεμένου συστήματος, λόγω της χρήσης πετρελαϊκών μονάδων και του κόστους των ρύπων.

Το συνολικό κόστος παραγωγής από τις θερμικές μονάδες των νησιών υπολογίζεται σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ, ενώ οι επενδύσεις για τις διασυνδέσεις φτάνουν περίπου τα 7 δισ. ευρώ.

Με την ολοκλήρωση των διασυνδέσεων περιορίζεται σταδιακά η ανάγκη λειτουργίας ακριβών πετρελαϊκών μονάδων και μειώνεται η σχετική επιβάρυνση του συστήματος.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η παρέμβαση στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας. Από την 1η Ιανουαρίου 2027 η πρώτη κλίμακα, έως τις 500 kWh, μειώνεται κατά 50%, από 6,9 σε 3,45 ευρώ/MWh, για περίπου 6 εκατ. οικιακές παροχές.

Η εξοικονόμηση υπολογίζεται σε περίπου 50 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ προβλέπονται 200 εκατ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό για τη στήριξη του λογαριασμού ΥΚΩ.

Οι διασυνδέσεις της Κρήτης με την Αττική και των Κυκλάδων αποτελούν ήδη μέρος αυτής της αλλαγής, ενώ για τα Δωδεκάνησα και το ΒΑ Αιγαίο ο ορίζοντας ολοκλήρωσης τοποθετείται στο 2030.

Νέο «Εξοικονομώ» και αντλίες θερμότητας

Η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί ακόμη έναν βασικό άξονα της προσπάθειας για χαμηλότερους λογαριασμούς.

Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται νέο «Εξοικονομώ» για 62.000 κατοικίες, συνολικού ύψους 1,2 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπεται πρόγραμμα 930 εκατ. ευρώ για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες.

Για το 2027 προβλέπεται επιπλέον δράση ύψους 200 εκατ. ευρώ για 100.000 δικαιούχους, με επιδότηση 50%-55%. Για περίπου 12.000 πολύ μικρές επιχειρήσεις προβλέπονται ακόμη 395 εκατ. ευρώ.

Συνολικά, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο αναμένεται να χρηματοδοτήσει δράσεις ύψους 1,7 δισ. ευρώ για ενεργειακή αναβάθμιση και αλλαγή συστημάτων θέρμανσης και θερμοσίφωνων, ενώ προβλέπονται δωρεάν πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης για 200.000 δικαιούχους.

Έξυπνοι μετρητές απέναντι στις ρευματοκλοπές

Στο κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος περιλαμβάνονται και απώλειες που συνδέονται με τις ρευματοκλοπές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΝ, το φαινόμενο έχει αυξηθεί από περίπου 1% το 2013 στο 4,5%, με το κόστος για την περίοδο 2022-2024 να υπολογίζεται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ ετησίως.

Η αντιμετώπισή του συνδέεται με την καθολική εγκατάσταση έξυπνων μετρητών. Ο σχεδιασμός του ΔΕΔΔΗΕ προβλέπει αύξηση των εγκατεστημένων μετρητών από 3,71 εκατ. το 2027 σε 7,7 εκατ. το 2030, ώστε να καλυφθεί το σύνολο των καταναλωτών.

Το έργο έχει προϋπολογισμό 1,16 δισ. ευρώ και θεωρείται κρίσιμο τόσο για τον ακριβέστερο υπολογισμό της κατανάλωσης όσο και για τον εντοπισμό ύποπτων αποκλίσεων.

Το στοίχημα είναι ο λογαριασμός του καταναλωτή

Η κυβερνητική στρατηγική στηρίζεται σε μια διαφορετική προσέγγιση από τις προσωρινές επιδοτήσεις: περισσότερη παραγωγή από ΑΠΕ, αποθήκευση της φθηνότερης ενέργειας, ισχυρότερα δίκτυα, διασυνδέσεις, εξοικονόμηση και περιορισμός των απωλειών.

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή των ΑΠΕ μπορεί ήδη να επηρεάσει αισθητά τη χονδρεμπορική αγορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, από την αρχή του 2026 έως τις αρχές Σεπτεμβρίου, τις ημέρες υψηλής διείσδυσης των ΑΠΕ η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο στα 73 ευρώ, έναντι 101 ευρώ κατά μέσο όρο.

Η διαφορά αυτή αποτυπώνει το όφελος της φθηνότερης παραγωγής από ήλιο και άνεμο. Το πρόβλημα παραμένει η χρονική μετατόπιση μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, γεγονός που καθιστά την αποθήκευση και την ευελιξία του συστήματος καθοριστικές.

Ο στόχος, επομένως, είναι συγκεκριμένος: από τα 23,78 ευρώ/kWh της βάσης αναφοράς στα 16,66 ευρώ/kWh έως το 2029. Η απόσταση είναι μεγάλη και η επίτευξή της δεν θα εξαρτηθεί από μία μόνο παρέμβαση.

Το κρίσιμο σημείο θα είναι αν οι επενδύσεις των επόμενων ετών θα φτάσουν τελικά στον καταναλωτή ως πραγματική και σταθερή μείωση του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος. Αν η αγορά ενέργειας επιδεινωθεί στο μεταξύ, το ΥΠΕΝ έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο άμεσων παρεμβάσεων.

Δείτε επίσης