Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη ΔΕΘ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα οικονομικό κεφάλαιο για κάθε παιδί μέχρι την ενηλικίωσή του.
Το βασικό χαρακτηριστικό του μέτρου είναι ότι η κρατική ενίσχυση συνδέεται με την αποταμίευση των γονέων. Αυτό σημαίνει ότι το ύψος του δημόσιου οφέλους θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα κάθε οικογένειας να καταθέτει χρήματα στον λογαριασμό.
Η συγκεκριμένη αρχιτεκτονική διαφοροποιεί ουσιαστικά το μέτρο από ένα σύστημα στο οποίο κάθε παιδί θα αποκτούσε ένα βασικό κρατικό κεφάλαιο ανεξάρτητα από το εισόδημα της οικογένειάς του.
Πώς λειτουργεί ο ελληνικός «κουμπαράς»
Ο ειδικός λογαριασμός θα μπορεί να ανοίγει μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού. Οι γονείς θα έχουν τη δυνατότητα να καταθέτουν έως 1.200 ευρώ ετησίως και το κράτος θα προσθέτει ισόποση ενίσχυση.
Με αποταμίευση 100 ευρώ τον μήνα, οι γονείς καταθέτουν 1.200 ευρώ τον χρόνο και το Δημόσιο προσθέτει άλλα 1.200 ευρώ. Το ανώτατο όριο προβλέπεται να αυξάνεται κατά 10% ανά πενταετία.
Η κυβερνητική εξαγγελία συνδέει τη συστηματική αποταμίευση με τη δυνατότητα το παιδί να διαθέτει στην ηλικία των 18 ετών κεφάλαιο άνω των 60.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, όμως, δεν προκύπτει μόνο από τις καταβολές γονέων και κράτους.
Τα 60.000 ευρώ προϋποθέτουν επενδυτικές αποδόσεις
Με σταθερή καταβολή 100 ευρώ τον μήνα από τους γονείς και ισόποση κρατική συμμετοχή, οι συνολικές καταθέσεις σε διάστημα 18 ετών ανέρχονται σε 43.200 ευρώ.
Υπάρχει, ωστόσο, η πρόβλεψη για αύξηση του ανώτατου ορίου κατά 10% ανά πενταετία. Εάν οι γονείς αξιοποιούν κάθε φορά ολόκληρο το νέο όριο, το συνολικό καταβεβλημένο κεφάλαιο διαμορφώνεται διαφορετικά.
Κατά τα πρώτα πέντε χρόνια, το συνολικό ετήσιο ποσό γονικής και κρατικής εισφοράς ανέρχεται σε 2.400 ευρώ, δηλαδή 12.000 ευρώ στην πενταετία.
Στα επόμενα πέντε χρόνια ανέρχεται σε 2.640 ευρώ ετησίως, δηλαδή 13.200 ευρώ.
Για την τρίτη πενταετία το ποσό φτάνει τα 2.904 ευρώ τον χρόνο, συνολικά 14.520 ευρώ.
Για τα τελευταία τρία χρόνια, η ετήσια εισφορά διαμορφώνεται σε 3.194,40 ευρώ και το συνολικό ποσό φτάνει τα 9.583,20 ευρώ.
Με αυτές τις παραδοχές, το συνολικό καταβεβλημένο κεφάλαιο ανέρχεται σε 49.303,20 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται επενδυτικές αποδόσεις.
Για να ξεπεράσει το ποσό τα 60.000 ευρώ, θα πρέπει να προστεθούν περίπου 10.700 ευρώ από την απόδοση των επενδύσεων και τον ανατοκισμό. Συνεπώς, τα 60.000 ευρώ δεν αποτελούν εγγυημένο τελικό κεφάλαιο, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων παραδοχών για τις καταβολές και τις επενδυτικές αποδόσεις.
Η αποταμίευση δεν είναι ίδια για όλες τις οικογένειες
Εδώ βρίσκεται το βασικό κοινωνικό ζήτημα του μέτρου.
Η κρατική ενίσχυση είναι ισόποση με την καταβολή των γονέων. Όσο περισσότερα χρήματα μπορούν να καταθέσουν οι γονείς, τόσο μεγαλύτερη είναι και η κρατική συμμετοχή, μέχρι το προβλεπόμενο ανώτατο όριο.
Για έναν εργαζόμενο με μηνιαίο εισόδημα 900 ευρώ, η αποταμίευση 100 ευρώ για ένα παιδί αντιστοιχεί στο 11,1% του μηνιαίου μισθού. Για δύο παιδιά, η απαιτούμενη αποταμίευση φτάνει τα 200 ευρώ ή το 22,2% του ίδιου εισοδήματος.
Η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται μόνο από την οικονομική παιδεία ή την πρόθεση μιας οικογένειας να αποταμιεύσει. Εξαρτάται από το διαθέσιμο εισόδημα που απομένει μετά την κάλυψη των βασικών αναγκών, όπως το ενοίκιο, η ενέργεια, τα τρόφιμα, οι μετακινήσεις και τα φάρμακα.
Η Ελλάδα έχει αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης
Τα ευρωπαϊκά στοιχεία αποτυπώνουν το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Το 2024 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ήταν 14,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 15,2% στην Ευρωζώνη. Στη Γερμανία έφτασε το 20%, στην Τσεχία το 19,9% και στη Μάλτα το 18,8%.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, το ποσοστό ήταν αρνητικό, στο -2,5%.
Αρνητική αποταμίευση σημαίνει ότι συνολικά τα νοικοκυριά δαπανούν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους και καλύπτουν τη διαφορά με προηγούμενες οικονομίες ή δανεισμό.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η κατάσταση επιδεινώθηκε, με το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών να διαμορφώνεται στο -3,3%, το χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών που εξετάζονται.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν την πίεση στα νοικοκυριά
Η οικονομική πίεση αποτυπώνεται και στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της 19ης Μαρτίου 2026, το 66,6% του φτωχού πληθυσμού ανέφερε καθυστερήσεις στην εξόφληση λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, νερού ή φυσικού αερίου. Παράλληλα, το 99,9% δήλωσε αδυναμία αντιμετώπισης μιας έκτακτης δαπάνης περίπου 500 ευρώ.
Με βάση τον δείκτη της Eurostat για τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη θέση της Ευρώπης μαζί με τη Βουλγαρία.
Μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον, η δυνατότητα μιας οικογένειας να διαθέτει σταθερά 100 ευρώ τον μήνα για αποταμίευση δεν είναι δεδομένη.
Ποιος παίρνει τελικά μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση
Η αντιστοίχιση γονικών και κρατικών καταβολών δημιουργεί ένα σαφές οικονομικό κίνητρο. Μια οικογένεια που μπορεί να αποταμιεύει 100 ευρώ τον μήνα θα καταθέτει 1.200 ευρώ τον χρόνο και θα λαμβάνει αντίστοιχα άλλα 1.200 ευρώ από το κράτος.
Μια οικογένεια που μπορεί να διαθέτει μόνο 20 ευρώ τον μήνα θα καταθέτει 240 ευρώ τον χρόνο και θα λαμβάνει αντίστοιχη κρατική συμμετοχή 240 ευρώ, εφόσον εφαρμοστεί η αρχή της ισόποσης αντιστοίχισης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η κρατική ενίσχυση αυξάνεται μαζί με τη δυνατότητα ιδιωτικής αποταμίευσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι οικογένειες χαμηλότερου εισοδήματος δεν ωφελούνται από το μέτρο. Κάθε κρατική αντιστοίχιση αυξάνει το κεφάλαιο που δημιουργείται για το παιδί. Σημαίνει, όμως, ότι η πλήρης αξιοποίηση της κρατικής ενίσχυσης προϋποθέτει αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα από την πλευρά των γονέων.
Αυτό είναι το βασικό ζήτημα του σχεδιασμού: ένα πρόγραμμα μπορεί να έχει τους ίδιους τυπικούς κανόνες για όλους, αλλά το πραγματικό όφελος να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το εισόδημα και τη δυνατότητα αποταμίευσης κάθε οικογένειας.
Το «φαινόμενο του Ματθαίου»
Στην κοινωνική πολιτική, η κατάσταση αυτή συνδέεται με τη λεγόμενη «μεροληψία συμμετοχής», όταν η πρόσβαση στο πλήρες όφελος ενός προγράμματος εξαρτάται από πόρους που δεν κατανέμονται ισότιμα.
Η ίδια λογική συνδέεται με το «φαινόμενο του Ματθαίου», σύμφωνα με το οποίο εκείνος που διαθέτει περισσότερους πόρους μπορεί να αποκτά και μεγαλύτερο όφελος από ένα σύστημα που εφαρμόζεται με τους ίδιους τυπικούς κανόνες.
Στην περίπτωση του «κουμπαρά», η οικογένεια που έχει μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης μπορεί να εξασφαλίσει και μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή.
Η κρίσιμη παράμετρος, επομένως, δεν είναι εάν το μέτρο αυξάνει την αποταμίευση. Αυτό αποτελεί τον βασικό του στόχο. Το ερώτημα είναι εάν η κρατική ενίσχυση κατανέμεται με τρόπο που να περιορίζει τις οικονομικές ανισότητες ή εάν το ύψος της εξαρτάται από την ήδη υπάρχουσα οικονομική δυνατότητα των οικογενειών.
Το αμερικανικό μοντέλο των Trump Accounts
Η ιδέα της δημιουργίας ενός επενδυτικού κεφαλαίου από τα πρώτα χρόνια της ζωής εφαρμόζεται ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες με τα Trump Accounts.
Πρόκειται για φορολογικά ευνοούμενους ατομικούς επενδυτικούς λογαριασμούς για ανηλίκους.
Στο πλαίσιο του προγράμματος, το αμερικανικό Δημόσιο καταθέτει εφάπαξ 1.000 δολάρια στους λογαριασμούς επιλέξιμων παιδιών που έχουν γεννηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2025 έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2028.
Στους λογαριασμούς μπορούν στη συνέχεια να καταθέτουν χρήματα γονείς, συγγενείς, άλλοι ιδιώτες και εργοδότες. Για το 2026 και το 2027 προβλέπεται συνολικό ετήσιο όριο 5.000 δολαρίων για τις συγκεκριμένες εισφορές.
Τα χρήματα επενδύονται, με συγκεκριμένους κανόνες, σε χαμηλού κόστους αμοιβαία κεφάλαια ή ETFs που παρακολουθούν χρηματιστηριακούς δείκτες, κυρίως αμερικανικών εταιρειών. Κατά κανόνα, οι αναλήψεις δεν επιτρέπονται μέχρι την ηλικία των 18 ετών.
Η βασική διαφορά με την Ελλάδα
Τα δύο μοντέλα στηρίζονται στην ίδια γενική ιδέα, τη δημιουργία ενός οικονομικού κεφαλαίου από την παιδική ηλικία, αλλά ακολουθούν διαφορετική διαδρομή.
Στις ΗΠΑ, το ομοσπονδιακό κράτος δίνει στα επιλέξιμα παιδιά ένα αρχικό κεφάλαιο 1.000 δολαρίων και η συνέχεια εξαρτάται από τις εισφορές γονέων, συγγενών, ιδιωτών και εργοδοτών.
Στην Ελλάδα, το κράτος προβλέπεται να συμμετέχει ισόποσα στις καταβολές των γονέων μέχρι το ανώτατο ποσό. Η κρατική συμμετοχή μπορεί συνεπώς να είναι σημαντική σε βάθος χρόνου, αλλά προϋποθέτει αντίστοιχη γονική αποταμίευση.
Η διαφορά αυτή έχει άμεση επίπτωση στον κοινωνικό χαρακτήρα των δύο συστημάτων. Στο ελληνικό μοντέλο, η δυνατότητα της οικογένειας να καταθέτει χρήματα αποτελεί προϋπόθεση για την πλήρη αξιοποίηση της κρατικής αντιστοίχισης.
Τα παραδείγματα του Καναδά και της Σιγκαπούρης
Ο Καναδάς έχει υιοθετήσει ένα διαφορετικό μοντέλο στους εκπαιδευτικούς λογαριασμούς RESP. Η βασική κρατική επιδότηση ανέρχεται στο 20% των ιδιωτικών καταβολών και αυξάνεται για τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Παράλληλα, το Canada Learning Bond μπορεί να παρέχει έως 2.000 καναδικά δολάρια στα παιδιά οικογενειών χαμηλού εισοδήματος χωρίς να απαιτείται γονική κατάθεση.
Στη Σιγκαπούρη, ο Child Development Account συνδυάζει την αποταμίευση με κρατική συμμετοχή, αλλά προβλέπει αρχική αυτόματη κρατική κατάθεση χωρίς να απαιτείται προηγουμένως γονική αποταμίευση.
Το First Step Grant ανέρχεται σε 5.000 δολάρια Σιγκαπούρης για το πρώτο και το δεύτερο παιδί και σε 10.000 δολάρια για το τρίτο και τα επόμενα παιδιά.
Στη συνέχεια εφαρμόζεται συμπληρωματική κρατική αντιστοίχιση των γονικών καταβολών, με υψηλότερα όρια για τις μεγαλύτερες οικογένειες.
Το κρίσιμο ζήτημα για τον ελληνικό σχεδιασμό
Η δημιουργία ενός λογαριασμού για κάθε παιδί μπορεί να αποτελέσει εργαλείο μακροχρόνιας αποταμίευσης και να δημιουργήσει ένα αρχικό οικονομικό κεφάλαιο για την ενηλικίωση.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ο τρόπος κατανομής της κρατικής ενίσχυσης.
Εάν το Δημόσιο περιορίζεται στην ισόποση αντιστοίχιση των γονικών καταβολών, τότε το μεγαλύτερο μέρος της ενίσχυσης κατευθύνεται σε εκείνες τις οικογένειες που έχουν τη δυνατότητα να αποταμιεύουν περισσότερο.
Εναλλακτικά, ένα σύστημα με αυτόματη αρχική κρατική κατάθεση για όλα τα παιδιά και υψηλότερη ενίσχυση για τις οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα θα μπορούσε να συνδέσει την αποταμίευση με ισχυρότερο αναδιανεμητικό χαρακτήρα.
Η τελική αρχιτεκτονική του προγράμματος, οι όροι των επενδύσεων, οι προμήθειες, η εγγύηση του κεφαλαίου και οι κανόνες χρήσης των χρημάτων θα καθορίσουν το πραγματικό αποτέλεσμα.
Η ουσία του «κουμπαρά»
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» επιχειρεί να μετατρέψει τη μακροχρόνια αποταμίευση σε εργαλείο δημιουργίας κεφαλαίου για τα παιδιά. Η βασική του καινοτομία είναι η κρατική αντιστοίχιση των χρημάτων που καταθέτουν οι γονείς.
Η ίδια επιλογή αποτελεί και το βασικό κοινωνικό του ζήτημα.
Μια οικογένεια που μπορεί να διαθέτει 100 ευρώ τον μήνα μπορεί να εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη κρατική συμμετοχή από μια οικογένεια που δεν μπορεί να αποταμιεύσει το ίδιο ποσό. Σε μια χώρα όπου το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών είναι αρνητικό και σημαντικό μέρος των φτωχότερων νοικοκυριών δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές ή έκτακτες δαπάνες, η δυνατότητα συμμετοχής δεν είναι ίδια για όλους.
Γι’ αυτό το πραγματικό τεστ του μέτρου δεν θα είναι μόνο εάν μπορεί να δημιουργήσει έναν λογαριασμό με σημαντικό κεφάλαιο για ένα παιδί. Θα είναι εάν η κρατική ενίσχυση θα φτάσει περισσότερο σε εκείνα τα παιδιά των οποίων οι οικογένειες έχουν τη μικρότερη δυνατότητα αποταμίευσης.
Η δημιουργία ενός κεφαλαίου από τη γέννηση μπορεί να ενισχύσει την οικονομική ασφάλεια της επόμενης γενιάς. Για να λειτουργήσει όμως και ως εργαλείο μείωσης των ανισοτήτων, το ύψος της κρατικής στήριξης δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσα χρήματα έχει τη δυνατότητα να βάζει στην άκρη κάθε οικογένεια.






