Η τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ως ο νέος μεγάλος κινητήρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η αύξηση της παραγωγικότητας, η συγκέντρωση ισχύος στις τεχνολογικές εταιρείες και η απειλή μαζικής υποκατάστασης εργαζομένων μοιάζουν να οδηγούν σε ένα ακόμη πιο ανταγωνιστικό οικονομικό μοντέλο.
Ωστόσο, μια διαφορετική ανάγνωση κερδίζει έδαφος: αν η AI λύσει το πρόβλημα της συγκέντρωσης και επεξεργασίας της οικονομικής πληροφορίας, μπορεί να ανατρέψει ένα από τα βασικότερα επιχειρήματα εναντίον του κεντρικού σχεδιασμού και να επαναφέρει στο προσκήνιο τον σοσιαλισμό.
Η μεγάλη οικονομική διαμάχη επιστρέφει
Η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει μέχρι σήμερα επικεντρωθεί κυρίως στην παραγωγικότητα, στις θέσεις εργασίας και στην ισχύ που αποκτούν οι εταιρείες οι οποίες ελέγχουν τα πιο προηγμένα συστήματα. Υπάρχει όμως μια βαθύτερη οικονομική διάσταση.
Ο Μάρτιν Σάνμπου, επικεφαλής οικονομικός σχολιαστής των Financial Times, επαναφέρει στο προσκήνιο μια αντιπαράθεση που σημάδεψε τον 20ό αιώνα: τη λεγόμενη «διαμάχη για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό».
Το ερώτημα εκείνης της εποχής ήταν αν μια οικονομία μπορεί να οργανωθεί αποτελεσματικά χωρίς τον μηχανισμό της αγοράς. Με άλλα λόγια, μπορεί ένας κεντρικός σχεδιαστής να γνωρίζει αρκετά ώστε να αποφασίζει τι θα παραχθεί, σε ποια ποσότητα, με ποιο κόστος και πού θα κατευθυνθούν οι διαθέσιμοι πόροι;
Για τους επικριτές του κεντρικού σχεδιασμού, η απάντηση ήταν αρνητική. Και το ισχυρότερο επιχείρημα δεν αφορούσε τόσο την πολιτική ελευθερία όσο την πληροφορία.
Ο Χάγιεκ και το πρόβλημα της γνώσης
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκαν οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής, όπως ο Λούντβιχ φον Μίζες και ο Φρίντριχ Χάγιεκ, απέναντι σε θεωρητικούς όπως ο Όσκαρ Λάνγκε και ο Άμπα Λέρνερ.
Η σοσιαλιστική πλευρά υποστήριζε ότι ο κεντρικός σχεδιασμός θα μπορούσε να μιμηθεί τον μηχανισμό της αγοράς. Οι τιμές, οι ποσότητες παραγωγής, οι ανάγκες των καταναλωτών και οι διαθέσιμοι πόροι θα μπορούσαν θεωρητικά να υπολογιστούν και να οδηγήσουν σε αποτελεσματική κατανομή.
Ο Χάγιεκ εντόπισε όμως ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Η οικονομική γνώση είναι διασκορπισμένη στην κοινωνία. Βρίσκεται στους καταναλωτές, στους εργαζομένους, στους επιχειρηματίες και στους παραγωγούς και μεταβάλλεται συνεχώς.
Η τιμή ενός προϊόντος συμπυκνώνει ένα τεράστιο πλήθος πληροφοριών: τη ζήτηση, την προσφορά, το κόστος, τη διαθεσιμότητα, τις προσδοκίες και τις συνθήκες παραγωγής. Η αγορά λειτουργεί, έτσι, ως ένας μηχανισμός μετάδοσης πληροφοριών.
Το πρόβλημα του κεντρικού σχεδιασμού ήταν ότι κανένας κρατικός μηχανισμός δεν διέθετε την υπολογιστική δυνατότητα για να συγκεντρώσει και να επεξεργαστεί όλη αυτή τη γνώση.
Από το χαρτί και το μολύβι στα δεδομένα της AI
Εδώ ακριβώς αλλάζει η συζήτηση με την τεχνητή νοημοσύνη.
Στην εποχή του Χάγιεκ, η συγκέντρωση και επεξεργασία τεράστιων ποσοτήτων οικονομικών δεδομένων ήταν πρακτικά αδύνατη. Σήμερα, οι τιμές, οι συναλλαγές, τα αποθέματα, οι παραγγελίες και οι καταναλωτικές συμπεριφορές καταγράφονται ψηφιακά σε πραγματικό χρόνο.
Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων προσθέτει ακόμη περισσότερα δεδομένα. Αισθητήρες, συσκευές, οχήματα, εργοστάσια και καταστήματα παράγουν διαρκώς πληροφορίες για την παραγωγή και την κατανάλωση.
Η AI έρχεται να προσθέσει το κρίσιμο στοιχείο: την ικανότητα να επεξεργάζεται μη δομημένες πληροφορίες, να αναγνωρίζει μοτίβα και να κάνει προβλέψεις.
Θεωρητικά, ένα εξαιρετικά προηγμένο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να γνωρίζει πολύ περισσότερα για μια οικονομία από έναν κεντρικό σχεδιαστή του 20ού αιώνα. Θα μπορούσε να παρακολουθεί τη ζήτηση, τις παραγωγικές δυνατότητες, τις ελλείψεις, τις τιμές και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και να προτείνει διαρκώς νέες κατανομές πόρων.
Αυτό ακριβώς είναι το νοητικό πείραμα που ανοίγει ο Σάνμπου.
Μπορεί η AI να ξεπεράσει την αγορά;
Η υπόθεση δεν σημαίνει ότι η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί αυτόματα στον σοσιαλισμό. Αμφισβητεί όμως ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του κεντρικού σχεδιασμού.
Η αγορά έχει σημαντικές αδυναμίες. Οι καταναλωτές δεν διαθέτουν πάντοτε επαρκή πληροφόρηση. Οι επιχειρήσεις μπορούν να μεταφέρουν το κόστος των αποφάσεών τους στην κοινωνία. Η ρύπανση, η εξάντληση φυσικών πόρων και η κλιματική επιβάρυνση αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Παράλληλα, οι αγορές δεν εξαλείφουν τους οικονομικούς κύκλους. Φούσκες, κρίσεις και καταρρεύσεις αποτελούν επαναλαμβανόμενα φαινόμενα της οικονομικής ιστορίας.
Ένα σύστημα AI θα μπορούσε θεωρητικά να ενσωματώνει πολύ περισσότερες παραμέτρους από αυτές που αποτυπώνονται στις τιμές της αγοράς. Θα μπορούσε να υπολογίζει όχι μόνο το οικονομικό κόστος μιας απόφασης, αλλά και τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειές της.
Η μεγάλη αλλαγή, επομένως, βρίσκεται στην πληροφορία. Αν η έλλειψη πληροφορίας ήταν το βασικό εμπόδιο στον κεντρικό σχεδιασμό, η AI μπορεί να περιορίσει δραστικά αυτό το εμπόδιο.
Το παράδοξο: περισσότερη AI, περισσότερος σχεδιασμός
Υπάρχει και ένα ακόμη ενδιαφέρον παράδοξο.
Ακόμη και αν οι οικονομίες παραμείνουν απολύτως καπιταλιστικές, η ευρεία χρήση της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να τις κάνει περισσότερο «σχεδιασμένες».
Οι μεγάλες επιχειρήσεις ήδη χρησιμοποιούν αλγορίθμους για να προβλέπουν τη ζήτηση, να καθορίζουν τιμές, να διαχειρίζονται αποθέματα, να οργανώνουν την παραγωγή και να κατευθύνουν επενδύσεις.
Η διαφορά είναι ότι μέχρι σήμερα αυτός ο σχεδιασμός πραγματοποιείται κυρίως μέσα στις επιχειρήσεις. Με την εξέλιξη της AI, η ίδια λογική μπορεί να επεκταθεί σε ολόκληρους κλάδους ή ακόμη και σε εθνικές οικονομίες.
Το δίλημμα, επομένως, ίσως μετατοπίζεται. Δεν θα είναι πλέον μόνο «αγορά ή κεντρικός σχεδιασμός», αλλά ποιος σχεδιάζει, με ποια δεδομένα, για ποιον σκοπό και υπό ποιον δημοκρατικό έλεγχο.
Ρουμπινί: δύο δρόμοι προς μια νέα οικονομία
Σε διαφορετική αφετηρία, αλλά με παρόμοιο συμπέρασμα για την ανάγκη αναδιανομής, κινείται ο Νουριέλ Ρουμπινί.
Ο οικονομολόγος εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική μπορούν να προκαλέσουν τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ παράλληλα θα περιορίσουν σημαντικά τη ζήτηση για ανθρώπινη εργασία.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα βασικό πρόβλημα: ποιος θα εισπράττει το οικονομικό όφελος όταν όλο και μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής πραγματοποιείται από μηχανές;
Ο Ρουμπινί θεωρεί ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μπορεί να αντικατασταθεί από AI και ρομπότ μέσα στις επόμενες δύο έως δυόμισι δεκαετίες. Σε αυτό το περιβάλλον, η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης δεν θα αρκεί για να αντιμετωπίσει τις πιέσεις στα ασφαλιστικά συστήματα.
Η λύση που προτείνει είναι ένα καθολικό βασικό εισόδημα.
Καθολικό βασικό εισόδημα ή σοσιαλισμός;
Η λογική του Ρουμπινί είναι ότι η AI μπορεί να δημιουργήσει τόσο μεγάλη αύξηση πλούτου, ώστε το κράτος να φορολογεί μέρος των κερδών των «νικητών» και να το αναδιανέμει στο σύνολο της κοινωνίας.
Εκεί εμφανίζεται το δίλημμα που περιγράφει: η αναδιανομή μπορεί να πραγματοποιείται εκ των υστέρων, μέσω φόρων και καθολικού βασικού εισοδήματος, ή εκ των προτέρων, μέσω μεγαλύτερης δημόσιας συμμετοχής στην ιδιοκτησία και στον έλεγχο των παραγωγικών πόρων.
Στη δεύτερη περίπτωση, η συζήτηση πλησιάζει περισσότερο σε μια μορφή σοσιαλισμού.
Ο Ρουμπινί βλέπει την εξέλιξη αυτή ως αισιόδοξη προοπτική, εφόσον η τεχνολογική πρόοδος οδηγήσει σε πολύ υψηλότερη ανάπτυξη και σε μια οικονομία όπου μεγάλο μέρος της εργασίας πραγματοποιείται από μηχανές.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει την AI
Η συζήτηση οδηγεί τελικά σε ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα από το αν η AI είναι «καπιταλιστική» ή «σοσιαλιστική».
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει το ισχυρότερο εργαλείο συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος που έχει γνωρίσει ο καπιταλισμός. Οι εταιρείες που διαθέτουν τα δεδομένα, την υπολογιστική ισχύ και τα προηγμένα μοντέλα μπορούν να αποκτήσουν τεράστιο πλεονέκτημα.
Μπορεί όμως να γίνει και εργαλείο δημόσιου οικονομικού σχεδιασμού, εφόσον οι κοινωνίες αποφασίσουν ότι ένα μέρος αυτής της υπολογιστικής δυνατότητας πρέπει να υπηρετεί συλλογικούς στόχους.
Σε αυτή την περίπτωση, η παλιά διαμάχη αγοράς και σχεδιασμού επιστρέφει με εντελώς διαφορετικούς όρους. Ο Χάγιεκ υποστήριζε ότι η κοινωνία δεν μπορούσε να συγκεντρώσει τη διάσπαρτη γνώση που απαιτείται για να σχεδιάσει μια οικονομία. Η AI δημιουργεί, για πρώτη φορά, την τεχνολογική δυνατότητα να συγκεντρωθεί και να αναλυθεί ένα μέρος αυτής της γνώσης σε πρωτοφανή κλίμακα.
Το αν αυτή η δυνατότητα θα χρησιμοποιηθεί για ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου ή για μια νέα μορφή κοινωνικής αναδιανομής αποτελεί πλέον πολιτική επιλογή.
Η τεχνολογία από μόνη της δεν επιλέγει ανάμεσα στα δύο. Η ιδιοκτησία των συστημάτων AI, ο έλεγχος των δεδομένων και οι κανόνες με τους οποίους θα χρησιμοποιούνται θα καθορίσουν τελικά ποιος θα καρπωθεί την οικονομική επανάσταση.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ανατροπή που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη στην οικονομική θεωρία: η παλιά αντιπαράθεση ανάμεσα στην αγορά και τον σχεδιασμό μπορεί να επιστρέψει σε έναν κόσμο όπου, για πρώτη φορά, υπάρχει η υπολογιστική ισχύς για να δοκιμαστεί στην πράξη ένα μέρος από όσα κάποτε θεωρούνταν αδύνατα.






