Σε μια συμφωνία που αλλάζει δραματικά τα δεδομένα στην ενεργειακή και γεωπολιτική σκακιέρα του Δυτικού Ημισφαιρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν πλειοψηφικό έλεγχο σε τεράστιο τμήμα των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας.
Η συμφωνία αφορά περισσότερα από 65 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων, ενώ προβλέπει επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων και σηματοδοτεί τη ριζική μεταβολή των σχέσεων Ουάσιγκτον και Καράκας.
Έλεγχος σε 65 δισ. βαρέλια
Ο Τραμπ ανακοίνωσε αργά την Παρασκευή ότι οι ΗΠΑ κατέληξαν σε συμφωνία για την απόκτηση πλειοψηφικού ελέγχου σε σημαντικό τμήμα των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, πρόκειται για περισσότερα από 65 δισ. βαρέλια αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου, ποσότητα που προσεγγίζει το σύνολο των αποδεδειγμένων αποθεμάτων των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Βενεζουέλα διαθέτει, σύμφωνα με τις διεθνείς εκτιμήσεις, τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο.
Πρόκειται, συνεπώς, όχι μόνο για μια μεγάλη επενδυτική συμφωνία αλλά για μια κίνηση με σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εδραιώσει την ενεργειακή της επιρροή στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων
Η πρόεδρος της Βενεζουέλας Ντέλσι Ροντρίγκες χαρακτήρισε τη συμφωνία «ιστορική», υποστηρίζοντας ότι μπορεί να συμβάλει στην οικονομική αναγέννηση της χώρας.
Όπως ανέφερε, το σχέδιο περιλαμβάνει την ανάπτυξη 17 πετρελαϊκών κοιτασμάτων, επενδύσεις άνω των 100 δισ. δολαρίων και φορολογικά έσοδα περίπου 209 δισ. δολαρίων για τη Βενεζουέλα.
Η κυβέρνηση της χώρας επιδιώκει να αξιοποιήσει τα τεράστια πετρελαϊκά της αποθέματα για να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα και να χρηματοδοτήσει την οικονομική ανάκαμψη.
Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας, πάντως, παραμένουν περιορισμένες, καθώς το πλήρες κείμενο δεν είχε δοθεί στη δημοσιότητα.
Η Ουάσιγκτον αποκτά το 55% της παραγωγής
Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, η συμφωνία προβλέπει ουσιαστικά ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποκτήσουν το 55% της παραγωγής μιας κοινοπραξίας με έναν έμπειρο ιδιωτικό φορέα εκμετάλλευσης στη Βενεζουέλα.
Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν κρατική πετρελαϊκή εταιρεία αντίστοιχη με εκείνες άλλων μεγάλων πετρελαιοπαραγωγών χωρών.
Η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων στη Βενεζουέλα πραγματοποιείται παραδοσιακά από την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Petróleos de Venezuela (PDVSA) ή μέσω κοινοπραξιών με ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Στο επίκεντρο η Chevron
Η ανακοίνωση Τραμπ ήρθε την ώρα που η Chevron βρίσκεται σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στη Βενεζουέλα.
Η αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία, η δεύτερη μεγαλύτερη στις ΗΠΑ, είναι σήμερα η μοναδική αμερικανική ενεργειακή επιχείρηση με σημαντική παρουσία στη χώρα.
Οι συζητήσεις για νέες επενδύσεις φέρεται να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και η σχετική συμφωνία θα μπορούσε να ανακοινωθεί ακόμη και μέσα στην επόμενη εβδομάδα.
Μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε σημαντική ώθηση στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας, η οποία εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα παραγωγής, υποδομών και επενδύσεων.
Από την εθνικοποίηση στο άνοιγμα των κοιτασμάτων
Η νέα συμφωνία έρχεται να ανατρέψει μια πολιτική που αποτελούσε βασικό πυλώνα της Βενεζουέλας επί δεκαετίες.
Το 2007, επί προεδρίας του Ούγκο Τσάβες, μεγάλο μέρος των πετρελαϊκών δραστηριοτήτων πέρασε υπό κρατικό έλεγχο. Η εθνικοποίηση αποτέλεσε βασικό στοιχείο του «Τσαβισμού» και συνδέθηκε με την αντίληψη ότι ο πετρελαϊκός πλούτος αποτελεί περιουσία του λαού της Βενεζουέλας.
Υπό την πίεση της Ουάσιγκτον, η νέα κυβέρνηση προχώρησε σε σημαντική αλλαγή του θεσμικού πλαισίου. Η Εθνοσυνέλευση ενέκρινε μεταρρυθμίσεις που επιτρέπουν στις ξένες πετρελαϊκές εταιρείες να αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο των δραστηριοτήτων και των επενδύσεών τους.
Η αλλαγή αυτή άνοιξε ουσιαστικά τον δρόμο για την επέκταση της παρουσίας της Chevron και άλλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών.
Η ανατροπή του Μαδούρο και η νέα σχέση
Η συμφωνία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη θεαματική αλλαγή στις σχέσεις ΗΠΑ και Βενεζουέλας.
Η κυβέρνηση Τραμπ ανέτρεψε και συνέλαβε τον Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο, μετατρέποντας μέσα σε λίγους μήνες μια χώρα που επί χρόνια βρισκόταν απέναντι στην Ουάσιγκτον σε έναν πολύ πιο συνεργάσιμο εταίρο.
Η Ντέλσι Ροντρίγκες, η οποία διαδέχθηκε τον Μαδούρο, έχει επιλέξει διαφορετική στάση. Έχει επιδιώξει στενότερη συνεργασία με την αμερικανική κυβέρνηση και έχει πραγματοποιήσει επαφές με κορυφαίους αξιωματούχους της Ουάσιγκτον.
Το πετρέλαιο βρίσκεται στην καρδιά αυτής της νέας σχέσης.
Το πετρέλαιο ως εργαλείο αμερικανικής ισχύος
Η συμφωνία αποκαλύπτει με ιδιαίτερα καθαρό τρόπο τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση Τραμπ στην ενεργειακή ισχύ ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ενισχύσει την παραγωγή και τον έλεγχο ενεργειακών πόρων στο Δυτικό Ημισφαίριο, την ώρα που οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή έχουν αυξήσει την ανάγκη για εναλλακτικές πηγές πετρελαίου.
Η Βενεζουέλα, με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αποτελεί επομένως στρατηγικό «έπαθλο».
Η εξέλιξη δημιουργεί όμως και ένα ιστορικό προηγούμενο. Προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις απέφευγαν συνήθως να συνδέουν τόσο άμεσα τη στρατιωτική και εξωτερική πολιτική με την απόκτηση ελέγχου στους φυσικούς πόρους μιας άλλης χώρας, λόγω των διεθνών αντιδράσεων και των ερωτημάτων για τη νομιμότητα τέτοιων ενεργειών.
Η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να κινείται πολύ πιο ανοιχτά προς αυτή την κατεύθυνση.
Και άλλες αμερικανικές εταιρείες θέλουν μερίδιο
Η Chevron δεν είναι η μόνη αμερικανική εταιρεία που εξετάζει τις δυνατότητες στη Βενεζουέλα.
Αρκετές πετρελαϊκές επιχειρήσεις των ΗΠΑ αναζητούν ευκαιρίες στη χώρα, αν και οι περισσότερες συμφωνίες που έχουν προχωρήσει μέχρι σήμερα είναι προκαταρκτικές ή μικρότερης κλίμακας.
Εάν το νέο επενδυτικό πλαίσιο σταθεροποιηθεί, η Βενεζουέλα θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα από τα μεγαλύτερα πεδία αμερικανικών ενεργειακών επενδύσεων παγκοσμίως.
Για το Καράκας, το στοίχημα είναι να μετατρέψει τον τεράστιο πετρελαϊκό πλούτο σε επενδύσεις, παραγωγή και έσοδα. Για την Ουάσιγκτον, το ζητούμενο είναι πολύ ευρύτερο: να εξασφαλίσει έναν στρατηγικό ενεργειακό πόρο και ταυτόχρονα να εδραιώσει την αμερικανική επιρροή στη Λατινική Αμερική.
Η συμφωνία Τραμπ με τη Βενεζουέλα, εφόσον υλοποιηθεί όπως ανακοινώθηκε, δεν αποτελεί επομένως απλώς μια πετρελαϊκή επένδυση. Αποτελεί μια νέα γεωπολιτική συμφωνία για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στον ενεργειακό χάρτη του Δυτικού Ημισφαιρίου.






