08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Δημοψήφισμα στην Ισλανδία: Το «ναι» ανοίγει τον δρόμο για την ΕΕ, αλλά δεν σημαίνει ένταξη

Δημοψήφισμα στην Ισλανδία: Το «ναι» ανοίγει τον δρόμο για την ΕΕ, αλλά δεν σημαίνει ένταξη

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η Ισλανδία ψηφίζει αύριο, Σάββατο 29 Αυγούστου, για το αν θα ξαναρχίσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν αποφασίζει ακόμη αν θα γίνει μέλος της Ένωσης. Αποφασίζει, όμως, αν θα ανοίξει μια διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει σε μια ιστορική αλλαγή πορείας.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια μάχη στήθος με στήθος, με το κόστος ζωής, την αλιεία, την εθνική κυριαρχία αλλά και τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στην Αρκτική να καθορίζουν την τελική επιλογή των περίπου 400.000 Ισλανδών.

Τι ακριβώς ψηφίζουν οι Ισλανδοί;

Το ερώτημα που θα βρεθεί στις κάλπες είναι πολύ πιο περιορισμένο από όσο υποδηλώνει η πολιτική συζήτηση γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση: οι Ισλανδοί καλούνται να αποφασίσουν αν θέλουν να επαναληφθούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες.

Επομένως, ένα «ναι» δεν σημαίνει ένταξη στην ΕΕ. Σημαίνει ότι η Ισλανδία δίνει στην κυβέρνησή της την εντολή να διαπραγματευτεί τους όρους μιας πιθανής ένταξης. Η τελική συμφωνία θα επιστρέψει στον ισλανδικό λαό για δεύτερη ψηφοφορία, πιθανότατα το 2028. Η ίδια η ισλανδική κυβέρνηση έχει χαρακτηρίσει το δημοψήφισμα συμβουλευτικό.

Η πρωθυπουργός Κριστρούν Φροσταντότιρ υποστηρίζει ότι οι πολίτες πρέπει πρώτα να δουν τι συμφωνία μπορεί να επιτευχθεί και στη συνέχεια να αποφασίσουν οριστικά. Με άλλα λόγια, το αυριανό δημοψήφισμα δεν είναι η τελική πράξη, αλλά η απόφαση αν θα ανοίξει η πόρτα.

Γιατί η μάχη είναι τόσο αμφίρροπη;

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις επιβεβαιώνουν ότι τίποτα δεν έχει κριθεί. Έρευνα της Maskína έδινε 51,3% στο «ναι» και 48,7% στο «όχι», ενώ προηγούμενη μέτρηση της Gallup είχε καταγράψει απόλυτη ισοπαλία στο 46%-46%, με το υπόλοιπο ποσοστό να αφορά τους αναποφάσιστους.

Η μικρή διαφορά κάνει την προσέλευση στις κάλπες καθοριστική. Και αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: η Ισλανδία δεν συζητά απλώς μια εμπορική ή οικονομική συμφωνία. Συζητά ξανά τη σχέση της με την Ευρώπη και, σε μεγάλο βαθμό, το πόσο ανεξάρτητη μπορεί να παραμείνει μια μικρή χώρα σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Τι θα συμβεί αν επικρατήσει το «όχι»;

Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει την ψηφοφορία ως μια υπόθεση «τώρα ή ποτέ». Ένα «όχι» δεν θα σημαίνει απλώς αναβολή. Θα μπορούσε να κλείσει για πολλά χρόνια το κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ένταξης.

Η Φροσταντότιρ έχει προειδοποιήσει ότι μια αρνητική απόφαση θα τερμάτιζε τη σχετική συζήτηση. Για την κυβέρνηση, το δίλημμα είναι σαφές: είτε η χώρα θα αποκτήσει την ευκαιρία να εξετάσει συγκεκριμένους όρους ένταξης είτε θα παραμείνει στο σημερινό καθεστώς, χωρίς να έχει θέση στα κέντρα λήψης αποφάσεων της ΕΕ.

Η Ισλανδία είναι ήδη στενά συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή οικονομία μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και της ζώνης Σένγκεν. Αυτό κάνει το ερώτημα ακόμη πιο σύνθετο: πόσο νόημα έχει να εφαρμόζει κανείς μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών κανόνων χωρίς να συμμετέχει στη διαδικασία με την οποία αυτοί διαμορφώνονται;

Τι θα κέρδιζε η Ισλανδία από την ένταξη;

Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών είναι ότι η Ισλανδία θα αποκτούσε μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική επιρροή αντί να παραμένει ένας «κανόνων-δέκτης» της ευρωπαϊκής αγοράς.

Η ένταξη θα την έβαζε στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ και θα της έδινε πλήρη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά όργανα λήψης αποφάσεων. Θα είχε εκπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Στο οικονομικό πεδίο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει το ευρώ. Η ισλανδική κορόνα είναι ένα μικρό και ευμετάβλητο νόμισμα, ενώ η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό κόστος ζωής και υψηλά επιτόκια. Για τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής προοπτικής, η υιοθέτηση του ευρώ θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη νομισματική σταθερότητα.

Ωστόσο, το ευρώ δεν θα ερχόταν αυτόματα με μια θετική ψήφο. Θα αποτελούσε μέρος μιας πολύ ευρύτερης διαδικασίας που θα κρινόταν μέσα από τις διαπραγματεύσεις και τους όρους της τελικής ένταξης.

Γιατί η αλιεία αποτελεί το μεγάλο αγκάθι;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο κεφάλαιο ολόκληρης της συζήτησης.

Η αλιεία δεν είναι απλώς ένας οικονομικός κλάδος για την Ισλανδία. Είναι στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και σύμβολο της προσπάθειας της χώρας να ελέγχει τους φυσικούς της πόρους. Τα θαλασσινά αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των εξαγωγών αγαθών της χώρας.

Οι αντίπαλοι της ένταξης φοβούνται ότι η συμμετοχή στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ θα περιορίσει την εθνική κυριαρχία στα ισλανδικά ύδατα και θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μεγαλύτερη παρουσία ξένων αλιευτικών.

Το ζήτημα είναι τόσο ευαίσθητο ώστε η ίδια η ισλανδική κυβέρνηση γνωρίζει πως η αλιεία και η γεωργία θα είναι πιθανότατα τα δυσκολότερα κεφάλαια των διαπραγματεύσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο ακριβώς σε ένα περιβάλλον όπου η διαχείριση των αλιευτικών πόρων αποτελούσε κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης.

Τι φοβούνται όσοι λένε «όχι»;

Για το στρατόπεδο του «όχι», το πραγματικό διακύβευμα είναι η κυριαρχία.

Οι αντίπαλοι της ένταξης υποστηρίζουν ότι η Ισλανδία είναι ήδη οικονομικά ενταγμένη στην Ευρώπη χωρίς να χρειάζεται να μεταφέρει πολιτικές αρμοδιότητες στις Βρυξέλλες. Θέλουν να διατηρήσει τον έλεγχο της αλιείας, των φυσικών πόρων και της οικονομικής της πολιτικής.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το νόμισμα. Η διατήρηση της κορόνας επιτρέπει στην Ισλανδία να χρησιμοποιεί τη συναλλαγματική ισοτιμία ως εργαλείο σε περιόδους οικονομικής πίεσης. Η ένταξη στην ευρωζώνη θα αφαιρούσε αυτή τη δυνατότητα.

Έτσι, πίσω από το «όχι» υπάρχει μια βαθιά ισλανδική αντίληψη: ότι μια μικρή χώρα μπορεί να είναι ευρωπαϊκή χωρίς να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γιατί η Ισλανδία επιστρέφει τώρα στην Ευρώπη;

Η ιστορία ξεκινά από την οικονομική κρίση του 2008. Η κατάρρευση του ισλανδικού τραπεζικού συστήματος οδήγησε τη χώρα να υποβάλει αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2010, αλλά πάγωσαν το 2013, όταν στην εξουσία ανέλαβε ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση. Το 2015 η διαδικασία εγκαταλείφθηκε ουσιαστικά.

Τώρα, όμως, το περιβάλλον είναι διαφορετικό.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η επιστροφή της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης και η αυξανόμενη σημασία της Αρκτικής έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το Ρέικιαβικ βλέπει τη θέση του στον κόσμο.

Παράλληλα, η ακρίβεια και τα υψηλά επιτόκια έφεραν ξανά την οικονομία στο επίκεντρο της συζήτησης. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν παρουσιάζεται πλέον μόνο ως ιδεολογική επιλογή. Για αρκετούς ψηφοφόρους αποτελεί πιθανή οικονομική και γεωπολιτική ασπίδα.

Πόσο επηρεάζει την ψηφοφορία ο Ντόναλντ Τραμπ;

Η Αρκτική έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο ευαίσθητους γεωπολιτικούς χώρους του πλανήτη. Και η Ισλανδία βρίσκεται ακριβώς πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς διαδρόμους του Βόρειου Ατλαντικού.

Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία, την οποία έχει δηλώσει ότι θέλει να αποκτήσει ο έλεγχος των Ηνωμένων Πολιτειών, έχουν προκαλέσει ανησυχία στο Ρέικιαβικ. Η Ισλανδία δεν διαθέτει δικό της στρατό και στηρίζεται στο ΝΑΤΟ και στη συμφωνία άμυνας με τις ΗΠΑ.

Η νέα πραγματικότητα κάνει πολλούς Ισλανδούς να ξανασκέφτονται το παλιό δόγμα της απόστασης από τις ευρωπαϊκές δομές.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν η Ισλανδία μπορεί να τα καταφέρει μόνη της. Είναι αν, σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται ξανά ανοιχτά, μπορεί να παραμείνει μόνη της.

Τι έχει να κερδίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Για τις Βρυξέλλες, η Ισλανδία δεν είναι απλώς άλλη μία υποψήφια χώρα.

Η ένταξή της θα ενίσχυε την ευρωπαϊκή παρουσία στον Βόρειο Ατλαντικό και στην Αρκτική, σε μια περιοχή όπου συναντώνται τα συμφέροντα της Ρωσίας, των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών χωρών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η γεωγραφική θέση της Ισλανδίας στον λεγόμενο διάδρομο GIUK — Γροιλανδία, Ισλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο — ένα στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των κινήσεων στον Βόρειο Ατλαντικό.

Παράλληλα, η Ισλανδία θα ήταν μια σχετικά «εύκολη» υποψήφια για την ΕΕ. Είναι ήδη στενά ενσωματωμένη στην ενιαία αγορά και έχει υιοθετήσει μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι, εφόσον υπάρξει πολιτική συμφωνία, οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν σε περίπου ένα έως δύο χρόνια.

Για μια Ένωση που προσπαθεί να αναζωογονήσει την πολιτική διεύρυνσης, η επιστροφή της Ισλανδίας στο τραπέζι θα ήταν και ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα.

Το πραγματικό δίλημμα αρχίζει την Κυριακή

Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, το αυριανό δημοψήφισμα δεν θα κλείσει το ζήτημα. Αντίθετα, ένα «ναι» θα ανοίξει έναν δύσκολο δρόμο διαπραγματεύσεων, με την αλιεία στην κορυφή της ατζέντας και με το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας να επιστρέφει σε κάθε στάδιο.

Αν επικρατήσει το «όχι», η ευρωπαϊκή προοπτική της Ισλανδίας μπορεί να χαθεί για πολλά χρόνια.

Γι’ αυτό και η αυριανή κάλπη έχει μεγαλύτερη σημασία από το στενό ερώτημά της. Οι Ισλανδοί δεν καλούνται ακόμη να απαντήσουν αν θέλουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Καλούνται να αποφασίσουν αν θέλουν να μάθουν τι ακριβώς θα μπορούσε να τους προσφέρει η ένταξη — και τι θα τους ζητούσε σε αντάλλαγμα.

Σε μια χώρα που επί δεκαετίες έμαθε να προστατεύει με ιδιαίτερη επιμονή την αυτονομία της, αυτή μπορεί να αποδειχθεί η πιο δύσκολη ερώτηση.

Δείτε επίσης