08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • To the Point
  • ΣτΕ για τα Δώρα των δημοσίων υπαλλήλων: Γιατί η απόφαση κλείνει τη δικαστική διεκδίκηση αλλά οδηγεί σε νέα πολιτική σύγκρουση

ΣτΕ για τα Δώρα των δημοσίων υπαλλήλων: Γιατί η απόφαση κλείνει τη δικαστική διεκδίκηση αλλά οδηγεί σε νέα πολιτική σύγκρουση

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας για την επαναφορά των Δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους δεν αποτελεί απλώς το τέλος μιας δικαστικής διεκδίκησης.

Με την επίσημη δημοσιοποίηση του σκεπτικού της, μήνες μετά τις διαρροές για το περιεχόμενό της και λίγες εβδομάδες πριν από τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ, επανέρχονται στο προσκήνιο τα ερωτήματα για τον χρόνο ανακοίνωσης, αλλά και για το εάν η υπόθεση των μισθών στο Δημόσιο είναι τελικά πρωτίστως νομική ή βαθιά πολιτική.

Μια απόφαση που είχε ουσιαστικά προαναγγελθεί

Η σημερινή ανακοίνωση του ΣτΕ επισημοποιεί, με τον πλέον θεσμικό τρόπο, αυτό που είχε γίνει γνωστό εδώ και μήνες μέσα από διαρροές: η Ολομέλεια απορρίπτει την προσφυγή για την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους.

Το ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο αποτέλεσμα. Βρίσκεται και στον χρόνο κατά τον οποίο δημοσιοποιείται το πλήρες σκεπτικό μιας απόφασης που είχε ληφθεί εδώ και καιρό.

Δεν πρόκειται, από όσα προκύπτουν, απλώς για μια τυπική καθαρογραφή που καθυστέρησε να ολοκληρωθεί. Και αυτό αναπόφευκτα δημιουργεί ερωτήματα: γιατί υπήρξαν διαρροές για μια δικαστική απόφαση πριν από την επίσημη δημοσιοποίησή της και γιατί το αναλυτικό σκεπτικό δίνεται στη δημοσιότητα μέσα στον Δεκαπενταύγουστο, λίγες εβδομάδες πριν από τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης;

Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ως θεσμού. Αφορούν τη θεσμική και πολιτική διαχείριση μιας απόφασης με σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Η ΑΔΕΔΥ γνώριζε ότι η μάχη δεν θα κρινόταν μόνο στις δικαστικές αίθουσες

Η προσφυγή της ΑΔΕΔΥ στο ΣτΕ είχε εξαρχής έναν ευρύτερο στόχο. Δεν ήταν μόνο μια προσπάθεια να κερδηθεί μια δικαστική μάχη για δύο επιπλέον μισθούς τον χρόνο.

Ήταν, πρώτον, μια προσπάθεια να αναδειχθεί η πραγματική οικονομική κατάσταση των εργαζομένων στο Δημόσιο και να αποκτήσουν μεγαλύτερη δημοσιότητα τα αιτήματα για μισθολογική αναβάθμιση.

Ήταν, δεύτερον, μια προσπάθεια να δημιουργηθούν κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες γύρω από το αίτημα της επαναφοράς των Δώρων.

Σε αυτό το επίπεδο, η καμπάνια που ακολούθησε την προσφυγή μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη. Το ζήτημα των Δώρων επανήλθε δυναμικά στη δημόσια συζήτηση και πλέον δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για μια αμιγώς συνδικαλιστική διεκδίκηση χωρίς ευρύτερες κοινωνικές προεκτάσεις.

Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι σχεδόν το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης έχει τοποθετηθεί, με διαφορετικές διατυπώσεις και διαφορετική έκταση, υπέρ της μερικής ή ολικής επαναφοράς των Δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους.

Τι ακριβώς έκρινε η Ολομέλεια του ΣτΕ

Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας, τα οποία καταργήθηκαν οριστικά με τον ν. 4093/2012, δεν συνιστά ούτε αντισυνταγματική παράλειψη ούτε παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια μέσω της διαδικασίας της πρότυπης δίκης, έπειτα από αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Ο υπάλληλος ζητούσε την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για κάθε έτος, ενώ υπέρ του είχε παρέμβει η ΑΔΕΔΥ.

Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας ήταν η Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το ΣτΕ έκρινε ότι η συγκεκριμένη οδηγία θα μπορούσε να έχει σημασία μόνο για το χρονικό διάστημα μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024, όταν έληξε η προθεσμία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο. Παράλληλα, επικαλέστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 11ης Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-19/23, σύμφωνα με την οποία η ρύθμιση των αποδοχών και ο καθορισμός του κατώτατου μισθού παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών.

Κατά συνέπεια, το ΣτΕ έκρινε ότι ούτε η ευρωπαϊκή οδηγία ούτε ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μπορούσαν να αποτελέσουν τη νομική βάση για την αξίωση των δύο επιπλέον μισθών.

Το δημοσιονομικό επιχείρημα βρίσκεται στον πυρήνα της απόφασης

Το πιο κρίσιμο τμήμα του σκεπτικού, ωστόσο, αφορά τη δημοσιονομική πολιτική.

Η Ολομέλεια εξέτασε την πορεία των δημοσιονομικών δεδομένων της χώρας μετά το 2018, το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, αλλά και την εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων.

Στο σκεπτικό της υπογραμμίζεται ότι η επαναφορά δύο επιπλέον βασικών μισθών σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους θα προκαλούσε σημαντική και πάγια ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση.

Με βάση αυτή τη συλλογιστική, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επιλογή του νομοθέτη μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημοσίου συμφέροντος που συνδέονται με τη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας.

Παράλληλα, κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε πως η μη καταβολή των Δώρων θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων.

Εδώ βρίσκεται και το σημείο που αναμένεται να προκαλέσει τη μεγαλύτερη πολιτική συζήτηση.

Πολιτική επιλογή ή δημοσιονομική αναγκαιότητα;

Η δικαστική απόφαση δεν μπορεί να υποχρεώσει την κυβέρνηση να επαναφέρει τα Δώρα. Και, στην πραγματικότητα, ούτε μια διαφορετική δικαστική απόφαση θα σήμαινε αυτομάτως ότι η κυβέρνηση θα προχωρούσε στην εφαρμογή τους χωρίς πολιτική απόφαση και δημοσιονομικό σχεδιασμό.

Αυτό είναι κάτι που ήταν γνωστό εξαρχής.

Η δικαστική διεκδίκηση εντασσόταν σε έναν ευρύτερο συνδικαλιστικό και πολιτικό αγώνα. Ακόμη και μια θετική δικαστική εξέλιξη θα ασκούσε ισχυρότατη πολιτική πίεση, δεν θα υποκαθιστούσε όμως τη νομοθετική εξουσία.

Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή απόφαση δεν καθιστά την προσφυγή «μάταιη». Αντίθετα, προσδιορίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια το πεδίο μέσα στο οποίο θα δοθεί πλέον η μάχη.

Το ερώτημα μεταφέρεται από τις δικαστικές αίθουσες στο Κοινοβούλιο και στην πολιτική.

Γιατί η απόφαση δεν αφήνει αδιάφορους τους δημοσίους υπαλλήλους

Η απόφαση του ΣτΕ είναι ασφαλώς αρνητική για τη διεκδίκηση των Δώρων. Και δεν υπάρχει λόγος να επιχειρηθεί να παρουσιαστεί διαφορετικά.

Ταυτόχρονα, όμως, δεν σημαίνει ότι η υπόθεση τελειώνει κοινωνικά και πολιτικά.

Η ΑΔΕΔΥ υποστηρίζει ότι η μισθολογική καθήλωση των δημοσίων υπαλλήλων και η μη επαναφορά των Δώρων αποτελούν πολιτικές επιλογές και όχι υποχρεωτική συνέπεια μιας δημοσιονομικής αδυναμίας.

Το επιχείρημα αυτό συνδέεται πλέον με μια ευρύτερη συζήτηση για τα πρωτογενή πλεονάσματα, την κατανομή του δημοσιονομικού χώρου και τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν «υπάρχουν λεφτά». Είναι πού επιλέγει κάθε κυβέρνηση να κατευθύνει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Και αυτό είναι κατεξοχήν πολιτικό ερώτημα.

Η ισότητα δημοσίου και ιδιωτικού τομέα

Το ΣτΕ απέρριψε επίσης το επιχείρημα περί παραβίασης της αρχής της ισότητας μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

Κατά την Ολομέλεια, οι δύο κατηγορίες εργαζομένων δεν τελούν υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες παροχής εργασίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων έχουν άμεσες επιπτώσεις στη δημοσιονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική ευστάθεια του κράτους.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα, πάντως, υπήρξε μειοψηφία έξι μελών του Δικαστηρίου.

Η λεπτομέρεια αυτή έχει σημασία, καθώς δείχνει ότι ακόμη και στο εσωτερικό της Ολομέλειας δεν υπήρξε απόλυτη σύμπτωση απόψεων ως προς το ζήτημα της ισότητας.

Από εδώ και πέρα η μάχη είναι καθαρά πολιτική

Η σημερινή απόφαση κλείνει ουσιαστικά τον δρόμο της συγκεκριμένης δικαστικής διεκδίκησης. Δεν κλείνει όμως τη συζήτηση για τους μισθούς στο Δημόσιο.

Και ίσως αυτή είναι η βασικότερη πολιτική συνέπεια της υπόθεσης.

Η ΑΔΕΔΥ είχε εξαρχής εντάξει τη δικαστική προσφυγή σε έναν ευρύτερο αγώνα. Η δημοσιότητα που πήρε το ζήτημα, οι πολιτικές τοποθετήσεις υπέρ της επαναφοράς των Δώρων και η κοινωνική συζήτηση για την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στο Δημόσιο αποτελούν πλέον ένα διαφορετικό κεφάλαιο.

Το ΣτΕ είπε ότι ο νομοθέτης δεν παραβιάζει το Σύνταγμα επειδή δεν επαναφέρει τα Δώρα.

Δεν είπε ότι ο νομοθέτης απαγορεύεται να τα επαναφέρει.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Από εδώ και πέρα, το ερώτημα δεν είναι τι επιβάλλει το δικαστήριο. Είναι τι επιλέγει η πολιτική εξουσία.

Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί τελικά όχι στην αίθουσα της Ολομέλειας του ΣτΕ, αλλά στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης και, κυρίως, στις δημοσιονομικές επιλογές που θα παρουσιαστούν τους επόμενους μήνες.

Δείτε επίσης