08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Δημοσκόπηση FT: Το 53% των Αμερικανών λέει ότι η οικονομική του κατάσταση χειροτέρεψε επί Τραμπ

Δημοσκόπηση FT: Το 53% των Αμερικανών λέει ότι η οικονομική του κατάσταση χειροτέρεψε επί Τραμπ

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Ισχυρό πολιτικό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Περισσότεροι από τους μισούς Αμερικανούς ψηφοφόρους δηλώνουν ότι η οικονομική τους κατάσταση έχει επιδεινωθεί από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ενώ οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να αποκτούν προβάδισμα έναντι των Ρεπουμπλικανών στα ζητήματα της οικονομίας, του πληθωρισμού και του κόστους ζωής.

Η οικονομία γίνεται αδύναμο σημείο για τον Τραμπ

Η πανεθνική δημοσκόπηση της Focaldata για τους Financial Times, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Αυγούστου σε δείγμα 1.913 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, καταγράφει μια ιδιαίτερα αρνητική εικόνα για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.

Το 53% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει χειροτερέψει από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία τον Ιανουάριο του 2025. Το ποσοστό αυξάνεται στο 57% μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, ενώ ακόμη και στους Ρεπουμπλικανούς σχεδόν ένας στους τέσσερις θεωρεί ότι βρίσκεται σήμερα σε χειρότερη οικονομική κατάσταση.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η οικονομία αποτελεί διαχρονικά ένα από τα ισχυρότερα πεδία των Ρεπουμπλικανών. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη μέτρηση οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να αποκτούν πλεονέκτημα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και του κόστους ζωής, αλλά και στη διαχείριση της οικονομίας και της απασχόλησης.

Δύο στους τρεις βλέπουν την οικονομία να πηγαίνει προς τη λάθος κατεύθυνση

Η γενικότερη εικόνα για την αμερικανική οικονομία είναι εξίσου αρνητική.

Σχεδόν τα δύο τρίτα των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων εκτιμούν ότι η οικονομία των ΗΠΑ κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, ενώ μόλις το 25% θεωρεί ότι κινείται προς τη σωστή.

Μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων, η απαισιοδοξία είναι ακόμη εντονότερη, καθώς περισσότεροι από δύο στους τρεις θεωρούν ότι η οικονομία κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση.

Το εύρημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο ενόψει των midterm elections, καθώς οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι αποτελούν συχνά την εκλογική ομάδα που μπορεί να καθορίσει την έκβαση των αμφίρροπων αναμετρήσεων.

64% αποδοκιμάζει τον Τραμπ για τον πληθωρισμό

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η δυσαρέσκεια για τον χειρισμό του πληθωρισμού και του κόστους ζωής.

Το 64% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων αποδοκιμάζει την οικονομική πολιτική του Τραμπ σε αυτόν τον τομέα. Στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους το ποσοστό πλησιάζει το 70%, ενώ ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών περίπου ένας στους τρεις εκφράζει αρνητική άποψη.

Παρά την επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των τιμών, το κόστος ζωής παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για τα αμερικανικά νοικοκυριά. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στην υποχώρηση του καταναλωτικού κλίματος, ενώ οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν τον τελευταίο μήνα.

Συνολικά, το οικονομικό μήνυμα που καταγράφεται στη δημοσκόπηση είναι σαφές: για σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, η καθημερινή οικονομική πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στις υποσχέσεις της κυβέρνησης για μια νέα περίοδο ευημερίας.

Υποχωρεί και η δημοτικότητα του προέδρου

Η οικονομική δυσαρέσκεια συμπίπτει με μια ευρύτερη αρνητική αξιολόγηση του Ντόναλντ Τραμπ.

Το 55% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων αποδοκιμάζει συνολικά την επίδοσή του ως προέδρου. Παράλληλα, η καθαρή δημοτικότητά του μεταξύ των Ρεπουμπλικανών υποχώρησε κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.

Για τον Λευκό Οίκο, η εικόνα αυτή δεν αντικατοπτρίζει την πλήρη οικονομική κατάσταση της χώρας. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υλοποιεί την ατζέντα της για τη μείωση του κόστους, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη φορολογική ελάφρυνση, ενώ προβάλλει παράλληλα τη μείωση της εγκληματικότητας και την ενίσχυση της ασφάλειας στα σύνορα.

Ωστόσο, για τους ψηφοφόρους το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η αγοραστική δύναμη και το εάν το εισόδημά τους επαρκεί για να καλύψει το αυξημένο κόστος της καθημερινότητας.

Προβάδισμα πέντε μονάδων για τους Δημοκρατικούς

Η οικονομική δυσαρέσκεια φαίνεται ήδη να μετατρέπεται σε πολιτικό πλεονέκτημα για τους Δημοκρατικούς.

Στην πρόθεση ψήφου για τις ενδιάμεσες εκλογές, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με 44% έναντι 39% των Ρεπουμπλικανών μεταξύ των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων.

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 δεν κρίνουν την προεδρία του Τραμπ. Κρίνουν όμως σε μεγάλο βαθμό την πολιτική του δυνατότητα να κυβερνήσει κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.

Οι Αμερικανοί θα εκλέξουν και τις 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, ενώ στη Γερουσία θα αναμετρηθούν για 35 έδρες.

Γιατί οι midterms είναι τόσο κρίσιμες

Το Κογκρέσο αποτελείται από δύο σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, τα οποία έχουν διαφορετικούς εκλογικούς κύκλους.

Τα μέλη της Βουλής εκλέγονται για δύο χρόνια και έτσι και οι 435 έδρες τίθενται σε εκλογική αναμέτρηση κάθε δύο χρόνια. Οι γερουσιαστές έχουν εξαετή θητεία και περίπου το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια.

Στις εκλογές του 2026 κρίνονται 35 έδρες της Γερουσίας, εκ των οποίων 33 ανήκουν στην κανονική εκλογική διαδικασία και δύο αφορούν ειδικές εκλογές για την κάλυψη κενών εδρών.

Αυτό το σύστημα επιτρέπει στους Αμερικανούς ψηφοφόρους να αλλάζουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον χωρίς να αλλάζει ο πρόεδρος.

Τι σημαίνει μια νίκη των Ρεπουμπλικανών

Σήμερα οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν τον Λευκό Οίκο, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία.

Στη Γερουσία διαθέτουν 53 από τις 100 έδρες, έναντι 45 των Δημοκρατικών και δύο ανεξάρτητων γερουσιαστών που συνεργάζονται με τους Δημοκρατικούς. Στη Βουλή, η πλειοψηφία τους είναι πολύ πιο οριακή.

Το καλύτερο σενάριο για τον Τραμπ θα ήταν επομένως η διατήρηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο πρόεδρος θα μπορούσε να συνεχίσει να προωθεί τη φορολογική, δημοσιονομική και ρυθμιστική ατζέντα του με λιγότερα θεσμικά εμπόδια.

Για τις αγορές, η διατήρηση του σημερινού συσχετισμού θα προσέφερε μεγαλύτερη πολιτική συνέχεια και προβλεψιμότητα. Ωστόσο, μια επιθετική δημοσιονομική επέκταση θα μπορούσε να αυξήσει τα ελλείμματα και τις ανάγκες δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου, προκαλώντας πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων και, κατ’ επέκταση, στις αποτιμήσεις των μετοχών.

Το σενάριο απώλειας της Βουλής

Το πρώτο σοβαρό πλήγμα για τον Τραμπ θα ήταν η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Σε αυτή την περίπτωση, οι Δημοκρατικοί θα αποκτούσαν τον έλεγχο των επιτροπών της Βουλής και θα μπορούσαν να μπλοκάρουν σημαντικό μέρος της νέας νομοθετικής ατζέντας του προέδρου, ενώ παράλληλα θα ενίσχυαν σημαντικά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.

Ακόμη δυσκολότερη θα ήταν για τον Λευκό Οίκο μια πλήρης ανατροπή των συσχετισμών, με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν τόσο τη Βουλή όσο και τη Γερουσία.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Τραμπ θα παρέμενε κανονικά πρόεδρος έως τη λήξη της τετραετούς θητείας του, αλλά θα αντιμετώπιζε ένα διαιρεμένο Κογκρέσο.

Η αμερικανική θεσμική διαδικασία καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό τον έλεγχο του Κογκρέσου. Ένα νομοσχέδιο πρέπει, κατά κανόνα, να εγκριθεί από τη Βουλή και τη Γερουσία και στη συνέχεια να φτάσει στον πρόεδρο για υπογραφή. Επομένως, η απώλεια ακόμη και του ενός σώματος μπορεί να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα ενός προέδρου να υλοποιήσει τη νομοθετική του ατζέντα.

Η Wall Street δεν φοβάται απαραίτητα τους Δημοκρατικούς

Για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, ωστόσο, μια νίκη των Δημοκρατικών δεν σημαίνει αυτομάτως κακές ειδήσεις.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι αποδόσεις των μετοχών επηρεάζονται πολύ περισσότερο από την πορεία της ανάπτυξης, των εταιρικών κερδών, των επιτοκίων και του πληθωρισμού παρά από το ποιο κόμμα ελέγχει το Κογκρέσο.

Κατά συνέπεια, το πραγματικά αρνητικό σενάριο για τη Wall Street δεν είναι απλώς η επικράτηση των Δημοκρατικών στις midterms.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα προέκυπτε εάν μια πολιτική ανατροπή συνέπιπτε με επιδείνωση των οικονομικών θεμελιωδών μεγεθών: επίμονο πληθωρισμό, υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων, επιβράδυνση της ανάπτυξης και υποχώρηση των εταιρικών κερδών.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μετοχές ανάπτυξης και τεχνολογίας θα μπορούσαν να δεχθούν ισχυρές πιέσεις από την άνοδο των πραγματικών επιτοκίων, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένες στην αυξημένη οικονομική αβεβαιότητα.

Αντίθετα, αμυντικοί κλάδοι και επενδυτικά καταφύγια θα μπορούσαν να προσελκύσουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Το πραγματικό στοίχημα του Νοεμβρίου

Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 εξελίσσονται έτσι σε ένα κρίσιμο δημοψήφισμα για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.

Ο πρόεδρος δεν διακινδυνεύει την προεδρία του, αλλά διακινδυνεύει κάτι εξίσου σημαντικό για τη δεύτερη διετία της θητείας του: την ικανότητά του να νομοθετεί.

Η δημοσκόπηση των Financial Times δείχνει ότι το οικονομικό ζήτημα μπορεί να αποτελέσει το βασικό πεδίο στο οποίο θα κριθεί η μάχη. Εάν η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής συνεχιστεί και μετατραπεί σε ψήφο κατά των Ρεπουμπλικανών, οι Δημοκρατικοί έχουν μπροστά τους μια σημαντική ευκαιρία να ανακτήσουν τη Βουλή και να αλλάξουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον.

Το ερώτημα για τον Τραμπ δεν είναι πλέον μόνο εάν η αμερικανική οικονομία αναπτύσσεται. Είναι εάν οι Αμερικανοί αισθάνονται ότι η οικονομική τους κατάσταση βελτιώνεται.

Και, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη μέτρηση, η απάντηση είναι σήμερα σε μεγάλο βαθμό αρνητική.

Δείτε επίσης