Η συμφωνία αμυντικής συνεργασίας ανάμεσα στην Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη μετατόπιση ισχύος προς την Ασία και τη Δυτική Ασία και ταυτόχρονα εκθέτει τις αντιφάσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Την ώρα που η Αθήνα έχει επιλέξει να εμπλακεί στρατιωτικά στην προστασία της Σαουδικής Αραβίας, το Ριάντ οικοδομεί μια στρατηγική σχέση με την Άγκυρα, ενώ η Τουρκία διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τα περισσότερα από τα κρίσιμα κέντρα ισχύος της περιοχής.
Μια συμφωνία που αλλάζει τους συσχετισμούς
Η ανακοίνωση του νέου άξονα Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν είναι από εκείνες τις εξελίξεις που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως μια εφήμερη διπλωματική είδηση.
Η συμφωνία που υπέγραψαν στη Μέκκα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο ισχυρός άνδρας της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Σεχμπάζ Σαρίφ προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον μίας από τις τρεις χώρες θα θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών.
Ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί στην πράξη η νέα αυτή σχέση, η πολιτική σημασία της είναι προφανής. Πρόκειται για τρεις χώρες με σημαντικό πληθυσμιακό, οικονομικό, στρατιωτικό και γεωπολιτικό βάρος, με το Πακιστάν να διαθέτει επιπλέον πυρηνικό οπλοστάσιο.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή συντελείται σε μια περιοχή όπου οι παλιές ισορροπίες δοκιμάζονται καθημερινά.
Ο 21ος αιώνας μπορεί να αποδειχθεί ασιατικός
Ίσως χρειάζεται, λοιπόν, να δούμε τη συγκεκριμένη εξέλιξη μέσα σε ένα πολύ μεγαλύτερο κάδρο.
Αν ο 20ός αιώνας χαρακτηρίστηκε, όχι άδικα, ως ο αμερικανικός αιώνας, ο 21ος αιώνας ενδέχεται να αποδειχθεί ο αιώνας της Ασίας.
Δεν πρόκειται απλώς για τη μετατόπιση του οικονομικού κέντρου βάρους προς την Ανατολή. Είναι η σταδιακή ανάδυση ενός διαφορετικού διεθνούς συστήματος, στο οποίο μεγάλες ασιατικές δυνάμεις διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία, επιρροή και δικαίωμα να διαμορφώνουν τους κανόνες του διεθνούς παιχνιδιού.
Η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και η Τουρκία, παρά τις τεράστιες μεταξύ τους διαφορές, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις κρατών που δεν αποδέχονται πλέον εύκολα την ιδέα ενός κόσμου οργανωμένου αποκλειστικά γύρω από τη δυτική ισχύ.
Σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικά μέσα, προβάλλουν την αντίληψη του «πολιτισμικού κράτους», του κράτους δηλαδή που αντλεί νομιμοποίηση και διεθνή αυτοπεποίθηση όχι μόνο από τους θεσμούς του, αλλά και από την ιστορία, τον πολιτισμό, τη γεωγραφία και την ιδιαίτερη ταυτότητά του.
Αυτό δημιουργεί μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη από το παλιό σχήμα «Δύση εναντίον Ανατολής».
Η Τουρκία επενδύει σε έναν κόσμο πολλών κέντρων
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η τουρκική στρατηγική παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα, τις χώρες του Κόλπου και τον μουσουλμανικό κόσμο. Συνεργάζεται με τη Δύση, χωρίς να περιορίζει τη διπλωματική της δράση σε αυτήν.
Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων ετών: η προσπάθεια να μην εγκλωβιστεί σε ένα και μόνο στρατόπεδο.
Η Άγκυρα επιδιώκει να έχει λόγο σε όσο το δυνατόν περισσότερα τραπέζια. Και αυτό της προσφέρει ένα πλεονέκτημα που συχνά παραβλέπεται στη χώρα μας: τη δυνατότητα να συνομιλεί ακόμη και με κράτη που βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Δεν σημαίνει ότι η τουρκική πολιτική είναι χωρίς αντιφάσεις ή ότι όλες οι επιλογές της είναι επιτυχημένες. Σημαίνει, όμως, ότι αντιμετωπίζει τη γεωπολιτική ως παιχνίδι πολλαπλών επιλογών.
Και αυτή η διαφορά έχει σημασία.
Το παράδοξο της ελληνικής στάσης απέναντι στη Σαουδική Αραβία
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το ελληνικό πρόβλημα.
Η Ελλάδα έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια στη στενή στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και σε ένα πλέγμα περιφερειακών συνεργασιών που παρουσιάστηκαν ως απάντηση στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική.
Παράλληλα, η Αθήνα επέλεξε να διαθέσει ελληνική πυροβολαρχία Patriot για την αντιαεροπορική προστασία της Σαουδικής Αραβίας.
Το ερώτημα που προκύπτει σήμερα είναι απλό: ποιο ακριβώς στρατηγικό αποτέλεσμα έχει παραχθεί για την Ελλάδα από αυτή την επιλογή;
Διότι την ώρα που ελληνικό στρατιωτικό προσωπικό βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία για την προστασία κρίσιμων υποδομών της χώρας, το Ριάντ προχωρά σε συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με την Τουρκία, και μάλιστα με ρήτρα συλλογικής αντίδρασης σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία μετατρέπεται αυτομάτως σε αντίπαλο της Ελλάδας. Ούτε ότι η διμερής σχέση Αθήνας και Ριάντ ακυρώνεται.
Σημαίνει όμως ότι η ελληνική πολιτική πρέπει να επανεξετάσει ψύχραιμα τι ακριβώς σημαίνουν οι περιφερειακές συμμαχίες στις οποίες έχει επενδύσει.
Όταν ο «εχθρός του εχθρού» γίνεται στρατηγική
Για χρόνια ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής γεωπολιτικής σκέψης κινήθηκε γύρω από ένα σχετικά απλό δόγμα: απέναντι στην Τουρκία, η Ελλάδα πρέπει να ενισχύει κάθε πιθανό αντίβαρο.
Η λογική αυτή οδήγησε σε στενότερη σχέση με το Ισραήλ, σε συστηματική προσέγγιση με την Αίγυπτο, σε συνεργασίες με κράτη του Κόλπου και σε μια γενικότερη προσπάθεια συγκρότησης ενός πλέγματος περιφερειακών σχέσεων.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική αυτή μετατρέπεται από πολυδιάστατη διπλωματία σε στρατηγική εξάρτηση.
Μια χώρα όπως η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί ότι η διεθνής πολιτική λειτουργεί με σταθερά στρατόπεδα. Οι χώρες αλλάζουν συμμαχίες, συμφέροντα και προτεραιότητες. Αυτό που σήμερα αποτελεί στρατηγική σύμπτωση μπορεί αύριο να είναι μια απλή παράλληλη σχέση.
Η συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το Ριάντ μπορεί να συνεργάζεται στενά με την Αθήνα, την Ουάσιγκτον ή το Τελ Αβίβ και ταυτόχρονα να θεωρεί χρήσιμη μια στρατηγική σχέση με την Άγκυρα.
Αυτό είναι φυσιολογικό για μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη.
Το ερώτημα είναι αν είναι εξίσου φυσιολογικό για την Ελλάδα να αντιμετωπίζει τις σχέσεις αυτές σαν να πρόκειται για σταθερά γεωπολιτικά στρατόπεδα.
Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη στρατηγική αυτονομία
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η ίδια η συμφωνία στη Μέκκα. Είναι η αδυναμία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να παράγει μια δική της, ολοκληρωμένη στρατηγική αντίληψη για τον κόσμο που διαμορφώνεται.
Η Ελλάδα είναι ευρωπαϊκό κράτος, μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιορίζει τη διπλωματική της δράση στα όρια των εκάστοτε συμμαχικών προτεραιοτήτων.
Χρειάζεται να μπορεί να συνομιλεί με όλους, να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της χωρίς να μετατρέπεται σε μέρος κάθε περιφερειακής σύγκρουσης και, κυρίως, να αποφεύγει στρατιωτικές εμπλοκές για τις οποίες δεν έχει αποσαφηνιστεί ποιο ακριβώς εθνικό συμφέρον υπηρετούν.
Αυτό απαιτεί νέες ιδέες.
Και απαιτεί επίσης να εγκαταλειφθεί η φτωχή αντίληψη ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική μπορεί να εξαντλείται στην αναζήτηση ενός ισχυρού προστάτη και στη συμμετοχή σε κάθε συμμαχία που εμφανίζεται ως αντίβαρο στην Τουρκία.
Η διεθνής πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το πραγματικό δίλημμα για την ελληνική εξωτερική πολιτική
Η ελληνική συζήτηση για τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο συχνά εγκλωβίζεται σε ένα δίλημμα που δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα: «με ποιον είμαστε;».
Το σωστό ερώτημα είναι διαφορετικό: ποια είναι τα ελληνικά συμφέροντα και πώς τα υπηρετούμε σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν ανήκει αποκλειστικά σε ένα στρατόπεδο;
Η Τουρκία το έχει καταλάβει εδώ και χρόνια.
Η Σαουδική Αραβία το εφαρμόζει επίσης με ολοένα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Η Ινδία το κάνει με τον δικό της τρόπο, όπως και η Κίνα και η Ρωσία.
Οι χώρες αυτές δεν αντιμετωπίζουν τον κόσμο ως μια απλή αντιπαράθεση δύο μπλοκ. Επιλέγουν συνεργασίες ανάλογα με το συμφέρον τους και προσπαθούν να αυξήσουν το περιθώριο αυτονομίας τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να μιμηθεί την Τουρκία ή οποιαδήποτε άλλη χώρα. Σημαίνει ότι πρέπει να αποκτήσει μια περισσότερο ώριμη αντίληψη της γεωπολιτικής.
Patriot στη Σαουδική Αραβία: τι εξυπηρετεί σήμερα η παρουσία τους;
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η παρουσία της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία αξίζει να επανεξεταστεί.
Η αποστολή μπορεί να είχε συγκεκριμένη λογική όταν σχεδιάστηκε. Οι γεωπολιτικές συνθήκες, όμως, μεταβάλλονται και μαζί τους πρέπει να μεταβάλλονται και οι πολιτικές αποφάσεις.
Εφόσον η περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης έντασης και η Σαουδική Αραβία οικοδομεί νέα στρατιωτική σχέση με την Τουρκία, η Αθήνα οφείλει να εξηγήσει με σαφήνεια ποιο ακριβώς είναι το ελληνικό όφελος από τη συνέχιση της συγκεκριμένης στρατιωτικής αποστολής.
Δεν αρκεί η επίκληση αόριστων «εθνικών συμφερόντων».
Στην εξωτερική πολιτική, όπως και στην άμυνα, τα συμφέροντα πρέπει να προσδιορίζονται. Ποιον κίνδυνο αποτρέπει η ελληνική παρουσία; Ποια ελληνική ασφάλεια ενισχύει; Ποιο συγκεκριμένο διπλωματικό ή στρατηγικό αντάλλαγμα εξασφαλίζει;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν.
Η εποχή των εύκολων γεωπολιτικών βεβαιοτήτων τελείωσε
Η νέα συμφωνία στη Μέκκα είναι, τελικά, μια υπενθύμιση ότι ο κόσμος αλλάζει ταχύτερα από τις αντιλήψεις μας γι’ αυτόν.
Η Ασία αποκτά μεγαλύτερο βάρος. Νέες περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν αυτονομία. Οι παραδοσιακές συμμαχίες παραμένουν σημαντικές, αλλά δεν λειτουργούν πλέον ως στεγανά στρατόπεδα. Οι χώρες επιδιώκουν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, η Ελλάδα δεν μπορεί να πορεύεται με τη λογική ότι η ασφάλειά της εξασφαλίζεται απλώς επειδή βρίσκεται στη «σωστή πλευρά» μιας διεθνούς αντιπαράθεσης.
Χρειάζεται στρατηγική.
Χρειάζεται πολυδιάστατη διπλωματία.
Και χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να ορίσει ξανά τι σημαίνει ελληνικό εθνικό συμφέρον σε έναν κόσμο όπου η ισχύς μετατοπίζεται προς την Ασία και όπου οι παλιές βεβαιότητες υποχωρούν.
Η συμφωνία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δεν είναι απλώς μια περιφερειακή εξέλιξη. Είναι ένα ακόμη σημάδι ότι η διεθνής τάξη του 21ου αιώνα θα είναι πολύ πιο πολυκεντρική από εκείνη που γνωρίσαμε.
Και η Ελλάδα θα πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει αν θα παρακολουθεί αυτή τη μεταβολή από την εξέδρα ή αν θα αποκτήσει τη δική της στρατηγική θέση μέσα σε αυτήν.






