Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ωστόσο η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, άφησε σαφείς αιχμές ότι μια νέα αύξηση του κόστους δανεισμού τον Σεπτέμβριο παραμένει απολύτως πιθανή. Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και οι αυξημένοι πληθωριστικοί κίνδυνοι επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο περαιτέρω νομισματικής σύσφιξης, παρά τη σημερινή παύση.
Αμετάβλητα τα επιτόκια της ΕΚΤ
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε ομόφωνα να διατηρήσει το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,25%, επιλέγοντας να αξιολογήσει τα νεότερα οικονομικά δεδομένα πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε νέα παρέμβαση.
Η απόφαση ήταν σε γενικές γραμμές αναμενόμενη από τις αγορές, ωστόσο το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στις δηλώσεις της Κριστίν Λαγκάρντ, οι οποίες θεωρήθηκαν ιδιαίτερα αυστηρές ως προς τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Λαγκάρντ: Η απόφαση του Σεπτεμβρίου θα εξαρτηθεί από τα στοιχεία
Η πρόεδρος της ΕΚΤ υπογράμμισε ότι η σημερινή παύση δεν αποτελεί ένδειξη ολοκλήρωσης του κύκλου σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής.
Αντίθετα, επανέλαβε ότι η ΕΚΤ έχει εγκαταλείψει τη λογική της προαναγγελίας των αποφάσεών της (forward guidance) και πλέον λειτουργεί αποκλειστικά με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία σε κάθε συνεδρίαση.
Όπως τόνισε, οι επικαιροποιημένες μακροοικονομικές προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ, οι οποίες θα παρουσιαστούν τον Σεπτέμβριο, θα αποτελέσουν τη βάση για την επόμενη απόφαση σχετικά με τα επιτόκια.
Οι τιμές της ενέργειας αλλάζουν τα δεδομένα
Καθοριστικός παράγοντας για τη στάση της ΕΚΤ αποτελεί η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας.
Η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 95 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή ενισχύει τους φόβους για προβλήματα στον ενεργειακό εφοδιασμό. Παράλληλα, οι τιμές του φυσικού αερίου κινήθηκαν στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τριετίας, δημιουργώντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι εξελίξεις αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο επανεμφάνισης ισχυρών πληθωριστικών πιέσεων, γεγονός που ενδέχεται να υποχρεώσει την ΕΚΤ να προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων, παρά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη παραμένουν υψηλοί
Η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι οι προοπτικές ανάπτυξης της Ευρωζώνης εξακολουθούν να περιβάλλονται από σημαντική αβεβαιότητα.
Παρότι το Μνημόνιο Συνεννόησης που συμφωνήθηκε τον Ιούνιο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δημιούργησε αρχικά προσδοκίες αποκλιμάκωσης της κρίσης, οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επανέφεραν τους φόβους για νέα ενεργειακή αναταραχή.
Η Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι μια νέα διακοπή στον ενεργειακό εφοδιασμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες και πιο επίμονες τιμές ενέργειας, περιορίζοντας τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών, μειώνοντας την κατανάλωση και αναβάλλοντας επενδύσεις.
Παράλληλα, επιδείνωση του κλίματος στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές ή αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω τη ζήτηση στην Ευρωζώνη.
Εμπόριο και γεωπολιτική παραμένουν πηγές αβεβαιότητας
Στην αξιολόγησή της, η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι οι διεθνείς εμπορικές εντάσεις εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό παράγοντα κινδύνου.
Ενδεχόμενες νέες διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις εξαγωγές, την κατανάλωση και τις επιχειρηματικές επενδύσεις, ενώ ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές γεωπολιτικής αβεβαιότητας για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΚΤ διατηρεί ανοιχτές όλες τις επιλογές της, με την απόφαση του Σεπτεμβρίου να αναμένεται ιδιαίτερα κρίσιμη για την πορεία των επιτοκίων, του πληθωρισμού και της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη.





