Για χρόνια οι Γερμανοί πολίτες κλήθηκαν να αποδεχθούν υψηλότερο ενεργειακό κόστος, βιομηχανική συρρίκνωση και απώλεια του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου στο όνομα της υπεράσπισης της «ελευθερίας και της ευρωπαϊκής ασφάλειας».
Σήμερα, η απάντηση ήρθε από την κάλπη: η AfD κατέγραψε 44,5% στη Σαξονία-Άνχαλτ, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει την πολιτική έκρηξη που προκαλεί η οικονομική και κοινωνική πίεση.
Από το «θα κρυώσουμε για την ελευθερία» στην πολιτική αγανάκτηση
Η γερμανική κοινωνία άκουσε τα προηγούμενα χρόνια ότι το κόστος της ενεργειακής κρίσης ήταν ένα τίμημα που έπρεπε να καταβληθεί. Η διακοπή της ενεργειακής σχέσης με τη Ρωσία παρουσιάστηκε ως αναγκαία επιλογή απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες δεν ψηφίζουν γεωπολιτικές διακηρύξεις. Ψηφίζουν με βάση τον λογαριασμό του ρεύματος, τη δουλειά τους, το εισόδημά τους και την προοπτική των παιδιών τους.
Και όταν το κόστος αυξάνεται, ενώ η ειρήνη δεν έρχεται και ο πόλεμος συνεχίζεται, κάποια στιγμή η πολιτική αφήγηση αρχίζει να συγκρούεται με την καθημερινότητα.
Η βιομηχανική Γερμανία πληρώνει ακριβά την ενεργειακή κρίση
Η Volkswagen αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της πίεσης που δέχεται η γερμανική βιομηχανία. Το 2026 τέθηκαν στο τραπέζι σχέδια που αφορούν έως και 100.000 θέσεις εργασίας παγκοσμίως, ενώ στη συνέχεια εγκρίθηκε σχέδιο για περίπου 50.000 επιπλέον περικοπές θέσεων και τερματισμό της παραγωγής σε τέσσερα γερμανικά εργοστάσια.
Η κρίση, βέβαια, δεν έχει μία μόνο αιτία. Η Volkswagen αντιμετωπίζει τον κινεζικό ανταγωνισμό, τις εμπορικές πιέσεις και τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, όμως, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Και αυτό είναι το πολιτικό ζήτημα: όταν η βιομηχανία συρρικνώνεται, οι συνέπειες δεν μένουν στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων. Περνούν στις θέσεις εργασίας, στους μισθούς και στις περιφέρειες που ζουν από τα εργοστάσια.
Και στη μέση οι Nord Stream
Οι αγωγοί Nord Stream καταστράφηκαν τον Σεπτέμβριο του 2022. Το ζήτημα της ευθύνης παραμένει αντικείμενο δικαστικών και ερευνητικών διαδικασιών. Οι γερμανικές αρχές έχουν προχωρήσει σε διώξεις και συλλήψεις Ουκρανών υπόπτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει κλείσει οριστικά κάθε πτυχή της υπόθεσης.
Το πολιτικό ερώτημα, ωστόσο, είναι ευρύτερο: πόσο εύκολα μπορεί μια κυβέρνηση να ζητά από τους πολίτες να αποδεχθούν τεράστιες οικονομικές θυσίες για μια στρατηγική που δεν μπορούν να επηρεάσουν και για έναν πόλεμο του οποίου την έκβαση δεν ελέγχουν;
Αυτό το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο όταν η κοινωνία βλέπει τη βιομηχανική της βάση να αποδυναμώνεται.
Το 44% της AfD είναι πολιτικό καμπανάκι
Η εκλογική έκρηξη της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ είναι το πιο καθαρό μέχρι σήμερα μήνυμα. Το κόμμα της γερμανικής ακροδεξιάς έφθασε στο 44,5%, αφήνοντας τη CDU στο 18,5%. Πρόκειται για ιστορική πρωτιά σε επίπεδο κρατιδίου και για αποτέλεσμα που προκαλεί σοβαρό πολιτικό σοκ στο Βερολίνο.
Η AfD δεν κερδίζει μόνο επειδή υπάρχει μεταναστευτικό. Κερδίζει και επειδή ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει την οικονομική και κοινωνική του ανασφάλεια.
Όταν ο πολίτης αισθάνεται ότι πληρώνει συνεχώς περισσότερο, ότι η βιομηχανία χάνει έδαφος και ότι οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του, η ψήφος διαμαρτυρίας παύει να είναι περιθωριακό φαινόμενο.
Οι κυρώσεις δεν κρίνονται μόνο στις Βρυξέλλες, αλλά και στις κάλπες
Το μεγάλο λάθος της ευρωπαϊκής πολιτικής θα ήταν να αντιμετωπίσει το 44% ως μια απλή «άνοδο της ακροδεξιάς» και να προσπεράσει τις κοινωνικές αιτίες της.
Οι κυρώσεις μπορεί να αποτελούν εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Όταν όμως το κόστος τους μεταφέρεται στην ευρωπαϊκή οικονομία, ενώ οι πολίτες δεν βλέπουν αντίστοιχη βελτίωση στο μέτωπο του πολέμου, δημιουργείται ένα επικίνδυνο πολιτικό κενό.
Και τα κενά στην πολιτική δεν μένουν κενά για πολύ.
Τα γεμίζει κάποιος.
Στη Γερμανία, αυτή τη στιγμή, τα γεμίζει η AfD.
Καλώς ήλθατε στο 1930.






