29 Ιούν 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Life
  • Μαρία Βασιλείου / Από τις ρίζες του Mato Grosso ως τις λάσπες της Νεκράς Θάλασσας: Για τους Sepultura και το χώμα

Μαρία Βασιλείου / Από τις ρίζες του Mato Grosso ως τις λάσπες της Νεκράς Θάλασσας: Για τους Sepultura και το χώμα

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη απέναντι στο ιστορικό τραύμα; Μπορεί η τέχνη να περισώσει το ανθρώπινο στοιχείο στις στιγμές του αφανισμού του; Μπορεί να γίνει η μνήμη κι η φωνή των κυνηγημένων, των αδύναμων, των εξοντωμένων; Μπορεί να μετουσιώσει τη συλλογική οδύνη, και, ακόμα περισσότερο, να την εξαγνίσει; Από τη Μπιάφρα ως τη Δυτική Όχθη και τις σκοτεινές γωνιές του Αμαζονίου, οι Sepultura ακολούθησαν τις γραμμές του αίματος στο χώμα, χαρτογραφώντας την οικουμενική νομοτέλεια της βίας – κι άλλαξαν για πάντα τον τρόπο που το metal αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μέσα στον κόσμο.

Της Μαρίας Βασιλείου*

Το 1968, μέσα στην κόλαση της Μπιάφρα, ο Chinua Achebe μαζί με άλλους συγγραφείς, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Citadel Press και συμμετείχε στην έκδοση ενός περιοδικού με τίτλο “Nsukka Studies in African Literature”. Είχε ήδη καθιερωθεί ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος των αφρικανικών γραμμάτων, με μια σειρά από τέσσερα εμβληματικά μυθιστορήματα γραμμένα μέσα σε μια οκταετία με αφετηρία το αριστουργηματικό ντεμπούτο «Τα Πάντα γίνονται Κομμάτια» (Things fall apart) του 1958. Ως μέλος της φυλής των Ιγκμπό, είδε το σπίτι του στο Λάγος να ισοπεδώνεται στο ξέσπασμα του πολέμου το 1967 και κατέφυγε, όπως τόσοι άλλοι, στη νοητή πατρίδα της φυλής. Ως τη λήξη του πολέμου, ο Achebe πραγματοποίησε δεκάδες δημόσιες παρεμβάσεις, δημοσίευσε άρθρα και δοκίμια σε μέσα της Δύσης κι έδωσε ομιλίες στο εξωτερικό, με σκοπό την αφύπνιση του κόσμου, τη δικαίωση του λαού του και την εξασφάλιση της στήριξης των κρατών στην ανεξαρτησία της Μπιάφρα. Όπως έγραψε δεκαετίες αργότερα, στο κύκνειο έργο του «There Was a Country», η Μπιάφρα γεννήθηκε από το αίσθημα της απόλυτης προδοσίας και της απώλειας της πατρίδας. Για τους Ιγκμπό, εξηγεί, η απόσχιση δεν ήταν μια πράξη επιθετικού εθνικισμού, αλλά μια απεγνωσμένη πράξη αυτοάμυνας μιας κοινότητας απέναντι σε μια εχθρική κρατική μηχανή που ορίζει το έδαφος μέσα από το αίμα και τον αποκλεισμό.  Στο δοκίμιο του «The African Writer and the Biafran Cause», βασισμένο σε ομιλία του 1968, από τη συλλογή του 1975, «Morning Yet on Creation Day», ο Achebe έγραψε τη φράση “Suffering should be creative, should give birth to something good and lovely”. O Αφρικανός δημιουργός  -έγραψε απαντώντας στους επικριτές του- δεν έχει την πολυτέλεια της ουδετερότητας όταν η φυλή του εξοντώνεται. Η τέχνη γεννιέται μέσα από την οδύνη, με την πρόθεση να μετουσιώσει την ίδια την καταστροφή στο αντίθετό της, να κάνει το θάνατο ζωή, να πλάσει από τα συντρίμμια κάτι γόνιμο.

 Με τη φράση αυτή ως προμετωπίδα και την εμφατική αναφορά τους στον Achebe όχι ως αισθητική προτίμηση αλλά ως πολιτική τοποθέτηση, οι Βραζιλιάνοι Sepultura κατέθεσαν το 1996, το έκτο τους studio album, Roots. Εκτός από τον εμπλουτισμό του γνώριμου, ακραίου thrash ήχου τους με  στοιχεία nu metal, που εκείνη την εποχή έκανε το ξέσπασμά του, το album έμεινε στην ιστορία για τη σύμπραξη των Seps με την φυλή των αυτόχθονων Xavante, μιας φυλής που γνώρισε τον εκτοπισμό, τη σκλαβιά, την αποστράγγιση των πόρων επιβίωσής της, τον δομικό αφανισμό. Η μείξη του αυθεντικού tribal στοιχείου με τον στιβαρό τους metal ήχο δεν ήταν απλώς ένα συναρπαστικό και πρωτάκουστο μουσικό αποτέλεσμα. Ήταν κάτι περισσότερο: μια καλλιτεχνική πρωτοπορία και μια κοινωνικοπολιτική κραυγή. Μία πρωτογενής και τολμηρή κατάβαση στην κοινή ρίζα της μουσικής γενεαλογίας, εκεί που ο διαχωρισμός ανάμεσα στο ιερό, το οργανικό και το υποσυνείδητο ακόμα δεν νοείται, για να αποκαλύψει την κοινή ρυθμικότητα της γης και του ανθρώπινου σώματος, πέρα από κατασκευές όπως τα όρια κάθε είδους, από τα σύνορα ως οι ταυτότητες. Η συνάντησή τους στην κοινότητα Pimentel Barbosa δεν είχε τίποτα από το αποικιοκρατικό σύνδρομο του λευκού σωτήρα ούτε από το εμπορικό, φιλτραρισμένο και ρομαντικοποιημένο φολκλόρ. Οι Sepultura, περιθωριακοί μεταλλάδες του μητροπολιτικού και πολεοδομικά εξελιγμένου Belo Horizonte, κοινωνικοί απόκληροι με ένα δικό τους τρόπο, κατάφεραν με το ένστικτό τους να μην κάνουν εθνογραφία για να μελετήσουν τους αυτόχθονες σαν εκθέματα, ούτε να εμφανιστούν ως σωτήρες, αλλά για να μοιραστούν την κοινή γλώσσα του αρχέγονου ρυθμού. Το Roots δεν είναι απλά ένα πρωτοποριακό μουσικό album, αλλά ένα μεταποικιακό μανιφέστο που αξιοποιεί τον ήχο ως εργαλείο ιστορικής μνήμης και πολιτικής συνείδησης. Οι Sepultura δεν αντικειμενοποίησαν και δεν εξωτικοποίησαν τους Xavante· τους ανέδειξαν ως ισότιμους συνομιλητές, βγάζοντάς τους από το περιθώριο του κυρίαρχου αφηγήματος. Φυσικά, το Roots δεν προέκυψε από το μηδέν: Το καλλιτεχνικό όραμα στο Chaos A. D., το album που προηγήθηκε, ήταν καταδηλωτικό των προθέσεών τους.

Αν το Roots είναι η εσωτερική αναζήτηση της καταγωγής, το Chaos A.D. είναι η μετωπική σύγκρουση με την κάθε μορφής καταπίεση και τον αποκλεισμό των αδύναμων, τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία, την επιβολή μέσω της βίας και την κατάχρηση αυτής από κάθε φορέα εξουσίας. Ήταν η εποχή που η μπάντα, επιστρέφοντας από τις παγκόσμιες περιοδείες της, άρχισε να βλέπει τη Βραζιλία από μια άλλη οπτική γωνία, εγκαταλείποντας τις heavy metal φαντασιώσεις των προηγούμενων δίσκων για να κοιτάξει κατάματα την κοινωνική δίνη της χώρας τους. Πλέον το χώμα παύει να είναι η προγονική μήτρα και μετατρέπεται σε πεδίο και σε ζητούμενο γεωπολιτικών ανταγωνισμών και κρατικής καταστολής, όπως η δολοφονία 111 κρατουμένων στη φυλακή Carandiru από τη στρατιωτική αστυνομία του Σάο Πάολο, που στοίχειωσε κομμάτια σαν το “Refuse/Resist” και το “Manifest”. Πουθενά, όμως, δεν αποτυπώθηκε αυτή η στροφή πιο εμφατικά απ’ ό,τι στο “Territory”. Πέρα από τους στίχους, που μιλούν για την προπαγάνδα και τη διάδοση ρατσιστικών ιδεών με απώτερο στόχο την εδαφική κυριαρχία μέσα από την ηθική νομιμοποίηση βίαιων επιθέσεων, το videoclip αποτελεί αξεπέραστο σημείο αναφοράς, η ανατριχιαστική επικαιρότητα του οποίου επανέρχεται με αφόρητη ένταση στις μέρες μας. Περισσότερο από καλλιτεχνικό δημιούργημα, είναι μια οπτική καταγραφή των δρόμων της Ιερουσαλήμ και των παλαιστινιακών εδαφών, όπου αποτυπώνονται εικόνες αληθινής ζωής: Η αντίθεση ανάμεσα σε οπλισμένους Ισραηλινούς στρατιώτες και σε ξυπόλητα παιδιά τονίζεται σπαρακτικά από τις εναλλαγές των θρησκευτικών συμβόλων, ενώ οι καταγεγραμμένες σκηνές καθημερινότητας θα έπειθαν για φυσιολογικές αν δεν παρεμβάλλονταν εμβόλιμα δημοσιεύματα του Τύπου για τις Συμφωνίες του Όσλο. Ακόμα κι έτσι, η επίμονη ύπαρξή τους και μόνο δηλώνει την αντίσταση – σε αυτό το καθεστώς, η ύπαρξη είναι η αντίσταση. Βαπτισμένοι στις λάσπες της Νεκράς Θάλασσας, τα μέλη των Sepultura αναδύονται ως πρωτοανθρώπινες και χθόνιες μορφές ταυτόχρονα· «Χους ει» – το χώμα είναι σώμα, και το σώμα μνήμη και τεκμήριο μνήμης μαζί. Και το χώμα είναι κοινό για όλους μας.

Τα σώματα των Seps άλλωστε ήταν αρκετά για να αναδιατάξουν την ίδια τη συνείδηση του metal κόσμου. Δεν υπήρξαν απλώς άλλη μια μπάντα· λειτούργησαν ως η φωνή της Περιφέρειας, ως ένας κλονισμός στο ευρωατλαντικό κυρίαρχο αφήγημα του ίδιου του metal, και μια δομική μετατόπιση στη χαρτογράφησή του. Το κανονιστικό υλικό της πρώτης τους εποχής έδειξε πόσο δυνατοί μουσικοί είναι, κι αυτό ήταν ένα επαρκές εχέγγυο για τη διεθνή τους καριέρα. Ακόμα και πριν να μπολιάσουν τη μουσική τους με το βλέμμα του παγκόσμιου Νότου, ανάγκασαν το διεθνές metal ακροατήριο να ανοίξει τον χάρτη του μυαλού του, να βιώσει το μέγεθος του παγκόσμιου metal σώματος ως ένα συμπεριληπτικό πεδίο δυνατότητας, πέρα από την καταγωγή – κι αυτή ήταν μια υπενθύμιση και μια εκπλήρωση της αρχικής πρόθεσης εκείνης της πρώτης γενιάς που βγήκε από την εργατική τάξη της Αγγλίας και τα προάστια των Πολιτειών. Δεν είναι τυχαία η αποδοχή του ελληνικού κοινού εκείνης της εποχής· η πρώτη συναυλία των Sepultura στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη και Αθήνα, τον Μάιο του 1992, στο πλαίσιο της περιοδείας του Arise ήταν παραπάνω από ένα σημαντικό γεγονός οπαδικού ενθουσιασμού – ήταν μια βαθειά και άμεση ψυχολογική και πολιτισμική ταύτιση. Η επιτυχία της παρέας από το Belo Horizonte έξω από το αγγλοαμερικανικό πρότυπο πρόσφερε μια αίσθηση ενδυνάμωσης στην εγχώρια σκηνή, ως εξίσου περιφερειακή και απομονωμένη δύναμη, παρά τη δυτική της γεωπολιτική ταυτότητα, και άνοιξε σταδιακά το δρόμο για τον περαιτέρω πειραματισμό σε δρόμους πολιτισμικού διαλόγου του metal με την ελληνιική κουλτούρα, όπως άλλωστε συνέβη και με τις παγκόσμιες τοπικές.

Η μεγαλύτερη ειρωνία που επεφύλαξε το μέλλον είναι η μετατροπή των ίδιων των Sepultura σε πεδίο αντιπαράθεσης, σε τόπο διχασμού και διεκδίκησης. Ένα σώμα ακρωτηριασμένο που κείται επάνω στο κοινό χώμα της μουσικής του παρακαταθήκης. Σήμερα, καθώς η μπάντα διανύει την αποχαιρετιστήρια περίοδό της, αυτός ο μακρύς και άσχημος εμφύλιος πόλεμος που ξεκίνησε με το ρήγμα του 1996 και την αποχώρηση του Max Cavalera έχει πια καταλαγιάσει κάτω από το βάρος του χρόνου. Το επικείμενο, οριστικό τους αντίο είναι το τυπικό τέλος της ιστορικής διαδρομής του ονόματος και μόνο. Το αποτύπωμά τους, αντίθετα, δεν θα αποσυρθεί ως μουσειακό έκθεμα σε προθήκη, αλλά θα επανέρχεται ως υπενθύμιση. Η περιρρέουσα διεθνής συνθήκη —με τα σύνορα που ξαναχαράζονται, τις ταυτότητες που αμφισβητούνται, τις ζωές που εκτοπίζονται— κάνει το έργο τους να ακούγεται κάθε φορά σαν σχόλιο για το παρόν. Όχι επειδή οι Sepultura προέβλεψαν κάτι, αλλά επειδή περιέγραψαν έναν μηχανισμό που δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί. Γι’ αυτό η κραυγή τους παραμένει σημαντική, επειδή δεν ανήκει σε μια εποχή, αλλά σε μια διαρκή κατάσταση του κόσμου, και γι αυτό θα επανέρχεται, όχι ως μια αισθητική εκτόνωση, αλλά ως το υλικό τεκμήριο μιας μνήμης που αρνείται να συνθηκολογήσει με τον αφανισμό και μιας συνείδησης που επιμένει να δημιουργεί.

*Επικοινωνιολόγος

Δείτε επίσης