Η νέα δημοσκόπηση της GPO έρχεται να επιβεβαιώσει μια τάση που εμφανίζεται πλέον με συνέπεια στις περισσότερες μετρήσεις: το πολιτικό σκηνικό αποκτά ξανά χαρακτηριστικά διπολισμού. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα και ενισχύεται, η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα παγιώνεται ως δεύτερη πολιτική δύναμη με ανοδική δυναμική, ενώ το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να χάνει έδαφος και η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζει τα πρώτα σημάδια δημοσκοπικής υποχώρησης μετά την εντυπωσιακή άνοδο των προηγούμενων μηνών.
Η GPO επιβεβαιώνει τη νέα πολιτική εικόνα
Σύμφωνα με την εκτίμηση ψήφου της GPO, η Νέα Δημοκρατία ανεβαίνει στο 29,4% από 28,6%, διατηρώντας σημαντική διαφορά από τους αντιπάλους της, χωρίς ωστόσο να ξεπερνά ακόμη το ψυχολογικό όριο του 30%.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται πλέον σταθερά η ΕΛΑΣ, η οποία καταγράφει 16,3%, αυξημένη κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση. Η άνοδος αυτή επιβεβαιώνει ότι η δυναμική του νέου πολιτικού φορέα δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο.
Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί στο 11,5%, διευρύνοντας την απόσταση από τη δεύτερη θέση, ενώ η «Ελπίδα για Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού περιορίζεται στο 7,8%, χάνοντας σχεδόν τρεις μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη δημοσκόπηση.
Η εικόνα συμπληρώνεται από την παρουσία της Ελληνικής Λύσης με 9,2%, του ΚΚΕ με 9%, της Πλεύσης Ελευθερίας με 4,3%, ενώ τα μικρότερα κόμματα κινούνται κάτω από το όριο του 3%.
Το αίτημα για πολιτική αλλαγή παραμένει ισχυρό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας.
Το 58,4% των πολιτών δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, έναντι 38,9% που προκρίνει τη σταθερότητα. Η καταγραφή αυτή δείχνει ότι, παρά το προβάδισμα της κυβέρνησης, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό κοινωνικό ακροατήριο που αναζητά εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Την ίδια στιγμή, όμως, η κοινωνία εμφανίζεται περισσότερο επιφυλακτική απέναντι στα νέα πολιτικά εγχειρήματα. Το 67,6% θεωρεί δύσκολο ο Αλέξης Τσίπρας να παρουσιάσει ένα σχέδιο που θα αλλάξει την πολιτική ζωή της χώρας, ενώ ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό, 70%, εκφράζει αντίστοιχη δυσπιστία απέναντι στη δυνατότητα της Μαρίας Καρυστιανού να διαμορφώσει μια ευρύτερη πολιτική πρόταση.
Η αντίφαση είναι εμφανής: η κοινωνία ζητά αλλαγή, χωρίς όμως να έχει ακόμη πειστεί ότι κάποιος πολιτικός φορέας διαθέτει ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Η άνοδος της ΕΛΑΣ δεν δημιουργεί νέο κοινό
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων προκάλεσαν αίσθηση κυρίως λόγω της ταχύτητας με την οποία η ΕΛΑΣ βρέθηκε στη δεύτερη θέση.
Ωστόσο, αν εξεταστούν τα εκλογικά δεδομένα της τελευταίας τριετίας, η εικόνα γίνεται λιγότερο εντυπωσιακή και περισσότερο ερμηνεύσιμη.
Στις εκλογές του Μαΐου του 2023 ο τότε ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσε 20,07%, ενώ έναν μήνα αργότερα περιορίστηκε στο 17,83%. Πρόκειται για μια εκλογική βάση που ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους και η οποία, μετά την αποχώρηση του Αλέξη Τσίπρα, δεν μετακινήθηκε μαζικά προς κάποιο άλλο κόμμα.
Αντίθετα, παρέμεινε πολιτικά διασκορπισμένη.
Η σημερινή εικόνα δείχνει ότι μεγάλο μέρος αυτής της δεξαμενής επανασυσπειρώνεται γύρω από το πρόσωπο του πρώην πρωθυπουργού, χωρίς να απαιτείται μετακίνηση μεγάλου αριθμού ψηφοφόρων από άλλα κόμματα.
Με αυτή την έννοια, η σημερινή δημοσκοπική επίδοση της ΕΛΑΣ μπορεί να ερμηνευθεί περισσότερο ως επαναφορά ενός ήδη υπαρκτού εκλογικού ακροατηρίου παρά ως δημιουργία μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας.
Το μεγάλο ερώτημα μετά την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ
Η πορεία των τελευταίων τριών ετών φαίνεται να απαντά σε ένα ερώτημα που κυριάρχησε μετά την παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα.
Οι περίπου 1,2 εκατομμύρια ψηφοφόροι του Μαΐου του 2023 είχαν αναπτύξει δεσμό με τον κομματικό μηχανισμό του ΣΥΡΙΖΑ ή με τον ίδιο τον πολιτικό αρχηγό;
Η μεταγενέστερη εξέλιξη του χώρου δείχνει ότι ο κομματικός φορέας δεν κατάφερε να διατηρήσει εκείνη την εκλογική βάση. Οι διασπάσεις, η δημιουργία νέων κομμάτων και η παρατεταμένη εσωστρέφεια οδήγησαν σε κατακερματισμό, χωρίς κανένας από τους διαδόχους σχηματισμούς να αποκτήσει ουσιαστική πολιτική δυναμική.
Το γεγονός ότι όλοι μαζί κινούνται πλέον σε εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά ενισχύει την εκτίμηση ότι σημαντικό μέρος των παλαιών ψηφοφόρων δεν εγκατέλειψε απλώς έναν κομματικό οργανισμό. Περίμενε την επιστροφή του πολιτικού προσώπου που θεωρούσε σημείο αναφοράς.
Το ΠΑΣΟΚ δεν αξιοποίησε το πολιτικό κενό
Εξίσου σημαντική είναι και η πορεία του ΠΑΣΟΚ.
Μετά τις εκλογές του 2023 δημιουργήθηκαν προσδοκίες ότι θα εξελισσόταν στον βασικό εκφραστή της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Παρά την οργανωτική του σταθερότητα, όμως, δεν κατάφερε να απορροφήσει μαζικά πρώην ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.
Ακόμη και στις περιόδους δημοσκοπικής ανόδου, το κόμμα κινήθηκε κυρίως λίγο πάνω από τα εκλογικά του ποσοστά, χωρίς να αποκτήσει χαρακτηριστικά κυρίαρχου αντιπολιτευτικού πόλου.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα βρήκε, επομένως, έναν πολιτικό χώρο που παρέμενε ανοιχτός και χωρίς σαφή ηγεμονία.
Προς ένα νέο διπολικό σύστημα
Η παράλληλη άνοδος της Νέας Δημοκρατίας και της ΕΛΑΣ διαμορφώνει συνθήκες σταδιακής επιστροφής σε μια μορφή διπολισμού.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί καθαρό προβάδισμα, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση φαίνεται να αποκτά ξανά έναν ισχυρό και αναγνωρίσιμο πόλο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν διαμορφωθεί από τώρα σταθερές εκλογικές ισορροπίες. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα παραμένει σημαντική και τα ποιοτικά ευρήματα δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με επιφυλάξεις όλες τις πολιτικές δυνάμεις.
Ωστόσο, η τάση φαίνεται πλέον πιο σταθερή από ό,τι πριν από λίγους μήνες.
Οι επόμενες δημοσκοπήσεις θα δείξουν αν η τάση παγιώνεται
Το κρίσιμο ερώτημα των επόμενων μηνών δεν είναι μόνο αν η ΕΛΑΣ θα συνεχίσει να ενισχύεται, αλλά αν η σημερινή δυναμική μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη εκλογική σχέση.
Οι μετρήσεις δείχνουν ότι ένα μεγάλο μέρος του παλαιού εκλογικού ακροατηρίου του Αλέξη Τσίπρα επιστρέφει γύρω από το νέο κόμμα. Αυτό από μόνο του εξηγεί μεγάλο μέρος της δημοσκοπικής ανόδου.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι διαφορετική: αν η ΕΛΑΣ καταφέρει να υπερβεί αυτή τη δεξαμενή και να προσελκύσει νέους ψηφοφόρους από το πολιτικό κέντρο, αλλά και αν η Νέα Δημοκρατία διατηρήσει τη σημερινή της υπεροχή απέναντι σε μια αντιπολίτευση που αποκτά ξανά κεντρικό εκφραστή.
Οι επόμενες δημοσκοπήσεις θα δείξουν εάν η σημερινή εικόνα αποτελεί την απαρχή ενός νέου, πιο σταθερού διπολικού συστήματος ή απλώς μια πρώτη φάση ανασύνταξης του χώρου της Κεντροαριστεράς πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.






