Η προοπτική μιας νέας συμφωνίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο σύνθετα γεωπολιτικά ζητήματα της τελευταίας δεκαετίας. Το προσχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (MoU), το οποίο αναμένεται να αποτελέσει τη βάση των διαπραγματεύσεων στην Ελβετία, αποκαλύπτει μια προσέγγιση που διαφέρει σημαντικά από προηγούμενες συμφωνίες για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Το κείμενο των 14 άρθρων, που δημοσιοποιήθηκε μέσω διεθνών μέσων ενημέρωσης και αναγνώστηκε σε δημοσιογράφους από υψηλόβαθμο Αμερικανό αξιωματούχο, περιγράφει μια συμφωνία δύο φάσεων. Στην πρώτη φάση, το Ιράν αποκτά άμεσα οικονομικά και πολιτικά οφέλη, ενώ τα πιο ακανθώδη ζητήματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα και η οριστική άρση των κυρώσεων, μεταφέρονται σε μια δεύτερη φάση διαπραγματεύσεων με ορίζοντα 60 ημερών.
Το γεγονός αυτό έχει ήδη προκαλέσει έντονες συζητήσεις στην Ουάσινγκτον, καθώς αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική πλευρά παραχωρεί σημαντικά ανταλλάγματα προτού εξασφαλίσει δεσμευτικές παραχωρήσεις από την Τεχεράνη.
Μια συμφωνία που γεννήθηκε υπό την πίεση των Στενών του Ορμούζ
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποτέλεσε τον βασικό καταλύτη για την επίσπευση των συνομιλιών. Η θαλάσσια αυτή δίοδος παραμένει ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς κόμβους του πλανήτη, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Οι επιθέσεις, οι ναυτικές επιχειρήσεις και οι απειλές αποκλεισμού είχαν προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες στις διεθνείς αγορές, αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς και τις τιμές της ενέργειας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια προσωρινή συμφωνία αποκλιμάκωσης είναι προτιμότερη από τη συνέχιση της αβεβαιότητας.
Στο επίκεντρο της συμφωνίας βρίσκεται η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο και η επιστροφή της κυκλοφορίας των εμπορικών πλοίων στα προπολεμικά επίπεδα.
Οι άμεσες δεσμεύσεις των ΗΠΑ
Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο του προσχεδίου αφορά τα μέτρα που τίθενται σε εφαρμογή αμέσως μετά την υπογραφή του.
Με βάση το Άρθρο 13, ενεργοποιούνται άμεσα τα Άρθρα 4, 5, 10 και 11, τα οποία συνθέτουν το πραγματικό οικονομικό και πολιτικό περιεχόμενο της συμφωνίας.
Η Ουάσινγκτον αναλαμβάνει να άρει τον ναυτικό αποκλεισμό και να αποκαταστήσει πλήρως τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ μέσα σε διάστημα 30 ημερών.
Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών δεσμεύεται να εκδώσει εξαιρέσεις που θα επιτρέψουν στο Ιράν να εξάγει ελεύθερα αργό πετρέλαιο, πετροχημικά προϊόντα και παράγωγα, καθώς και να χρησιμοποιεί τραπεζικές, ασφαλιστικές και μεταφορικές υπηρεσίες που μέχρι σήμερα περιορίζονταν από το καθεστώς κυρώσεων.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που πρακτικά επαναφέρει την Τεχεράνη σε καθεστώς αντίστοιχο με εκείνο που ίσχυε μετά την πυρηνική συμφωνία του 2015.
Οι εκτιμήσεις ενεργειακών αναλυτών αναφέρουν ότι μόνο από την αύξηση των εξαγωγών πετρελαίου το Ιράν θα μπορούσε να αποκτήσει επιπλέον έσοδα ύψους 60 έως 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
Η αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων
Εξίσου σημαντικό θεωρείται το Άρθρο 11, το οποίο αφορά τα δεσμευμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία.
Το προσχέδιο προβλέπει ότι τα παγωμένα κεφάλαια θα αρχίσουν να αποδεσμεύονται όσο εξελίσσονται οι διαπραγματεύσεις για την τελική συμφωνία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη ότι η Κεντρική Τράπεζα του Ιράν θα μπορεί να καθορίζει τον τελικό δικαιούχο των χρημάτων, χωρίς να αναφέρονται περιορισμοί αντίστοιχοι με εκείνους που είχαν επιβληθεί σε προηγούμενες συμφωνίες για ανθρωπιστικές χρήσεις.
Η συγκεκριμένη διάταξη έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις σε κύκλους της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, όπου εκφράζονται φόβοι ότι μεγάλα ποσά θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε δραστηριότητες που δεν σχετίζονται με την οικονομική ανάπτυξη ή την κοινωνική ευημερία.
Τα πυρηνικά μετατίθενται στη δεύτερη φάση
Το πιο κρίσιμο ζήτημα των συνομιλιών, δηλαδή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, παραμένει ουσιαστικά ανοικτό.
Στο Άρθρο 8 η Τεχεράνη επαναλαμβάνει ότι δεν πρόκειται να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, το προσχέδιο δεν περιλαμβάνει λεπτομερείς μηχανισμούς επιθεώρησης, ποσοτικούς περιορισμούς στον εμπλουτισμό ουρανίου ή συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα αποσυναρμολόγησης υποδομών.
Αντιθέτως, προβλέπει ότι η τύχη του εμπλουτισμένου υλικού, οι μελλοντικές πυρηνικές ανάγκες του Ιράν και όλα τα συναφή ζητήματα θα αποτελέσουν αντικείμενο της τελικής συμφωνίας.
Για πολλούς αναλυτές, αυτή η επιλογή δημιουργεί ένα παράδοξο: η Ουάσινγκτον παραχωρεί σημαντικά οικονομικά οφέλη πριν εξασφαλίσει συγκεκριμένες και επαληθεύσιμες πυρηνικές δεσμεύσεις.
Το ταμείο των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων
Το μεγαλύτερο ίσως πολιτικό και οικονομικό στοιχείο της συμφωνίας είναι η πρόβλεψη για ένα σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης ύψους τουλάχιστον 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Σύμφωνα με το Άρθρο 6, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακοί τους εταίροι αναλαμβάνουν να διαμορφώσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο χρηματοδότησης για την ανοικοδόμηση και την ανάπτυξη της ιρανικής οικονομίας.
Οι λεπτομέρειες παραμένουν ασαφείς. Δεν είναι ακόμη γνωστό ποιο μέρος των κεφαλαίων θα προέλθει από κρατικές πηγές, ποιο από ιδιωτικές επενδύσεις και ποιο από διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Ωστόσο, η αναφορά σε ένα ποσό που ξεπερνά κατά πολύ το ετήσιο ΑΕΠ πολλών χωρών της περιοχής αποκαλύπτει τη φιλοδοξία της πρωτοβουλίας.
Για την Τεχεράνη, το συγκεκριμένο άρθρο θεωρείται κομβικής σημασίας. Διπλωματικές πηγές εκτιμούν ότι δύσκολα θα υπάρξει τελική πυρηνική συμφωνία χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις για την ενεργοποίηση του αναπτυξιακού αυτού πακέτου.
Οι απουσίες που προκαλούν ερωτήματα
Παρά το εύρος των προβλέψεων, αρκετά ζητήματα απουσιάζουν πλήρως από το προσχέδιο.
Δεν υπάρχει αναφορά στο βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν, στην ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στις σχέσεις της Τεχεράνης με περιφερειακές ένοπλες οργανώσεις ούτε σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η απουσία αυτών των θεμάτων ερμηνεύεται από αρκετούς αναλυτές ως ένδειξη ότι η αμερικανική κυβέρνηση επέλεξε να περιορίσει τη διαπραγμάτευση αποκλειστικά σε ζητήματα αποκλιμάκωσης και πυρηνικής ασφάλειας.
Ωστόσο, επικριτές της συμφωνίας θεωρούν ότι η παράλειψη αυτών των παραμέτρων ενδέχεται να δημιουργήσει νέα προβλήματα στο μέλλον.
Ο στόχος της ειρήνης και οι δυσκολίες εφαρμογής
Το πρώτο άρθρο του Μνημονίου προβλέπει άμεσο και μόνιμο τερματισμό των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου.
Στην πράξη, όμως, η εφαρμογή μιας τέτοιας πρόβλεψης αποδεικνύεται εξαιρετικά σύνθετη.
Η ασφάλεια στον Λίβανο, οι συγκρούσεις μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολάχ, καθώς και οι ευρύτερες περιφερειακές αντιπαραθέσεις δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις σχέσεις Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.
Για τον λόγο αυτό, πολλοί ειδικοί αμφισβητούν κατά πόσο μια διμερής συμφωνία μπορεί να επιβάλει μόνιμη σταθερότητα σε ένα τόσο πολυδιάστατο περιβάλλον ασφαλείας.
Η συνάντηση στην Ελβετία και τα επόμενα βήματα
Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να κορυφωθούν στην Ελβετία, όπου οι δύο πλευρές θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν το προσχέδιο σε επίσημο πολιτικό κείμενο.
Η ιρανική πλευρά εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο εξ αποστάσεως υπογραφής από τον πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν και τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, γεγονός που θα προσέδιδε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος στη συμφωνία.
Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν ότι τόσο η Ουάσινγκτον όσο και η Τεχεράνη διατηρούν τη δυνατότητα να αποχωρήσουν από τη διαδικασία εφόσον κρίνουν ότι οι όροι δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους.
Μια συμφωνία που θα κριθεί στη δεύτερη φάση
Το προσχέδιο αποτυπώνει μια στρατηγική άμεσης αποκλιμάκωσης και οικονομικών κινήτρων με στόχο να δημιουργηθεί πολιτικός χώρος για πιο δύσκολες διαπραγματεύσεις.
Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι αν τα σημαντικά οφέλη που αποκτά το Ιράν από την πρώτη κιόλας ημέρα θα μεταφραστούν τελικά σε ουσιαστικές δεσμεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Οι επόμενες 60 ημέρες θα καθορίσουν εάν το Μνημόνιο Συνεννόησης θα αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας περιόδου συνεννόησης μεταξύ των δύο χωρών ή αν θα εξελιχθεί σε ακόμη ένα κεφάλαιο αποτυχημένων προσπαθειών προσέγγισης ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη.





