Η υπογραφή μνημονίου συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προκαλεί πολιτικές αναταράξεις στο Ισραήλ και θέτει σε δοκιμασία τη σχέση του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η εξέλιξη σηματοδοτεί μια σημαντική μεταβολή στη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη, ενώ παράλληλα απειλεί να ανατρέψει τον πολιτικό σχεδιασμό του Νετανιάχου ενόψει των κρίσιμων εκλογών του Οκτωβρίου. Η συμφωνία, η οποία αφήνει ανοιχτά τα πιο ακανθώδη ζητήματα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και των βαλλιστικών πυραύλων, αντιμετωπίζεται από μεγάλο μέρος του ισραηλινού πολιτικού συστήματος ως μια σοβαρή υποχώρηση των αμερικανικών θέσεων.
Ένα τηλεφώνημα που άλλαξε τα δεδομένα
Αργά το βράδυ της Κυριακής, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου βρισκόταν σε καταφύγιο ασφαλείας μαζί με κορυφαίους συνεργάτες του, εξετάζοντας τις επόμενες κινήσεις του Ισραήλ στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, εκείνη τη στιγμή δέχθηκε τηλεφώνημα από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Η επικοινωνία αυτή δεν ήταν η πρώτη της ημέρας. Είχε προηγηθεί μια ιδιαίτερα τεταμένη συνομιλία κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια για πρόσφατες ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο και ειδικότερα για επίθεση στη Βηρυτό.
Η δεύτερη συνομιλία αποδείχθηκε ακόμη πιο καθοριστική. Ο Τραμπ ενημέρωσε τον Νετανιάχου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν προχωρήσει στην υπογραφή μνημονίου συνεννόησης με το Ιράν, ανοίγοντας τον δρόμο για τον τερματισμό της πολεμικής κλιμάκωσης που είχε διαμορφωθεί τους προηγούμενους μήνες.
Για το Ισραήλ, η είδηση λειτούργησε ως στρατηγικός αιφνιδιασμός.
Η ιστορική ειρωνεία μιας νέας συμφωνίας
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό αν αναλογιστεί κανείς τη στάση που είχε τηρήσει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός απέναντι στην πυρηνική συμφωνία του 2015.
Τότε, ο Νετανιάχου είχε μετατραπεί στον πιο σκληρό επικριτή της πολιτικής του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Η ομιλία του στο αμερικανικό Κογκρέσο αποτέλεσε σημείο αναφοράς στη δημόσια αντιπαράθεσή του με την Ουάσιγκτον, καθώς είχε καταγγείλει τη συμφωνία ως υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ.
Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Παρά το γεγονός ότι η νέα συμφωνία θεωρείται από πολλούς Ισραηλινούς αξιωματούχους εξίσου προβληματική, ο Νετανιάχου αποφεύγει τη μετωπική σύγκρουση με τον Τραμπ. Η σιωπή του έχει προκαλέσει εντύπωση τόσο στο εσωτερικό του Ισραήλ όσο και στη διεθνή κοινότητα.
Η διαφορά εξηγείται από το γεγονός ότι ο Τραμπ υπήρξε επί χρόνια ο σημαντικότερος πολιτικός σύμμαχος του Ισραηλινού πρωθυπουργού στη διεθνή σκηνή και βασικός πυλώνας της πολιτικής του στρατηγικής.
Γιατί το Ισραήλ βλέπει τη συμφωνία ως απειλή
Το μνημόνιο συνεννόησης ΗΠΑ – Ιράν αφήνει προς το παρόν εκτός των τελικών ρυθμίσεων δύο ζητήματα που το Ισραήλ θεωρεί κρίσιμα: το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και το εκτεταμένο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων που διαθέτει η Ισλαμική Δημοκρατία.
Παράλληλα, δημιουργεί προϋποθέσεις για σταδιακή χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων και επανένταξη του Ιράν σε τμήματα της διεθνούς οικονομίας.
Για την κυβέρνηση Νετανιάχου, πρόκειται για μια εξέλιξη που κινδυνεύει να προσφέρει πολιτική και οικονομική ανάσα σε ένα καθεστώς το οποίο θεωρεί στρατηγικό αντίπαλο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης η πιθανότητα πλήρους επαναλειτουργίας του Στενού του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα περάσματα για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Η σταθεροποίηση της περιοχής θα ενισχύσει την οικονομική θέση της Τεχεράνης και θα περιορίσει την πίεση που ασκούσαν οι κυρώσεις.
Η Χεζμπολάχ και ο νότιος Λίβανος στο επίκεντρο
Ένα ακόμη σημείο τριβής αφορά τον Λίβανο.
Σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφόρησαν μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, το Ιράν επιθυμεί πλήρη αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων από τον νότιο Λίβανο.
Η προοπτική αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό στο Τελ Αβίβ, καθώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι η παρουσία της αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ανάσχεση της Χεζμπολάχ.
Αμερικανοί αξιωματούχοι έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι η αποχώρηση δεν αποτελεί δεσμευτικό όρο της συμφωνίας. Τόνισαν μάλιστα ότι το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα αυτοάμυνας σε περίπτωση νέων επιθέσεων από τη Χεζμπολάχ.
Παρά τις διαβεβαιώσεις, η αβεβαιότητα παραμένει.
Η δύσκολη δημόσια στάση του Νετανιάχου
Η πρώτη δημόσια αντίδραση του Νετανιάχου ήταν ιδιαίτερα προσεκτική.
Σε σύντομη συνέντευξη Τύπου απέφυγε να επιτεθεί στον Αμερικανό πρόεδρο και περιορίστηκε στη διατύπωση της θέσης ότι «υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο πρόεδρος Τραμπ και εγώ δεν συμφωνούμε».
Η επιλογή των λέξεων δεν ήταν τυχαία.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός γνωρίζει ότι μια ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά καταστροφική σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα οδηγείται σε εκλογές.
Την ίδια στιγμή, όμως, η αποφυγή σύγκρουσης δημιουργεί την εντύπωση αδυναμίας απέναντι σε μια συμφωνία που μεγάλο μέρος του εκλογικού του ακροατηρίου θεωρεί επιζήμια.
Η εξέγερση των συμμάχων του
Η αντίδραση των κυβερνητικών εταίρων του Νετανιάχου ήταν πολύ πιο σκληρή.
Ο υπουργός Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριτς και ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ χαρακτήρισαν τη συμφωνία «επικίνδυνη», υπογραμμίζοντας ότι το Ισραήλ δεν θεωρεί πως δεσμεύεται από αυτήν.
Οι δηλώσεις τους αντανακλούν το κλίμα που επικρατεί στους εθνικιστικούς και θρησκευτικούς κύκλους της ισραηλινής Δεξιάς, οι οποίοι αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε συνεννόηση με το Ιράν ως στρατηγικό λάθος.
Η κριτική αυτή αυξάνει την πίεση προς τον πρωθυπουργό, ο οποίος καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις της κυβερνητικής του βάσης και στην ανάγκη διατήρησης των σχέσεων με την Ουάσιγκτον.
Η αντιπολίτευση βλέπει πολιτική ευκαιρία
Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Νετανιάχου έσπευσαν να αξιοποιήσουν την κατάσταση.
Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ έκανε λόγο για «επικίνδυνη στροφή» στην ασφάλεια του Ισραήλ, ενώ ο πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ χαρακτήρισε τη συμφωνία «άθλιο αποτέλεσμα» που αντανακλά έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού.
Πέρα από την ουσία της συμφωνίας, η αντιπολίτευση επιχειρεί να παρουσιάσει τον Νετανιάχου ως ηγέτη που έχασε την επιρροή του στον Λευκό Οίκο.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο, καθώς η εικόνα του Ισραηλινού πρωθυπουργού ως πολιτικού που διαθέτει προνομιακή πρόσβαση στους Αμερικανούς προέδρους υπήρξε διαχρονικά ένα από τα βασικά του πολιτικά πλεονεκτήματα.
Η εκλογική στρατηγική που ανατρέπεται
Μέχρι πρόσφατα, το επιτελείο του Νετανιάχου θεωρούσε ότι η στενή σχέση με τον Τραμπ θα αποτελούσε το ισχυρότερο χαρτί της προεκλογικής του καμπάνιας.
Το σχέδιο προέβλεπε μια αλληλουχία συμβολικών κινήσεων: στρατιωτική επιτυχία απέναντι στο Ιράν, πανηγυρική επίσκεψη στον Λευκό Οίκο, δημόσιες εμφανίσεις δίπλα στον Αμερικανό πρόεδρο και πολιτική αξιοποίηση της προσωπικής τους σχέσης έως την ημέρα των εκλογών.
Η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.
Οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, οι δημόσιες παρεμβάσεις του Τραμπ υπέρ της αποκλιμάκωσης και οι κατά καιρούς αιχμές του προς τον Νετανιάχου υπονόμευσαν το αφήγημα της απόλυτης ταύτισης των δύο ηγετών.
Η πτώση της δημοτικότητας του Τραμπ στο Ισραήλ
Η μεταβολή αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, το ποσοστό των Εβραίων Ισραηλινών που θεωρούν ότι ο Τραμπ έχει ως βασική προτεραιότητα την ασφάλεια του Ισραήλ μειώθηκε από 64% τον Μάρτιο σε 44% σήμερα.
Η τάση αυτή καταγράφεται και στον δημόσιο διάλογο.
Ακόμη και μέσα ενημέρωσης που παραδοσιακά στήριζαν τον Νετανιάχου και εξυμνούσαν τον Τραμπ εμφανίζονται πλέον πιο επικριτικά απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο.
Η μεταστροφή αυτή δημιουργεί νέα δεδομένα για την προεκλογική στρατηγική του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Οι πολίτες απορρίπτουν τη συμφωνία
Τα ευρήματα της τελευταίας δημοσκόπησης του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα Kan είναι αποκαλυπτικά.
Μόλις το 18% των Ισραηλινών δηλώνει ότι υποστηρίζει τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν.
Αντίθετα, το 55% εκφράζει ξεκάθαρη αντίθεση, ενώ το 70% εξακολουθεί να θεωρεί ότι η ιρανική απειλή παραμένει ισχυρή παρά τις πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η κοινή γνώμη παραμένει βαθιά καχύποπτη απέναντι στην Τεχεράνη και αντιμετωπίζει με δυσπιστία κάθε προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων.
Η μάχη για τον Τραμπ μόλις ξεκίνησε
Παρά τις δυσκολίες, το περιβάλλον του Νετανιάχου δεν θεωρεί ότι η σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο έχει διαρραγεί οριστικά.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιδιώκει παρασκηνιακά μια κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Τραμπ, με στόχο να επηρεάσει τις τελικές διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και να αποκαταστήσει το κλίμα εμπιστοσύνης.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό.
Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δεν αποτελεί μόνο μια διπλωματική εξέλιξη με γεωπολιτικές προεκτάσεις. Αποτελεί ταυτόχρονα μια δοκιμασία για τη σχέση δύο πολιτικών ηγετών που για χρόνια εμφανίζονταν αχώριστοι και μια κρίσιμη παράμετρο για την έκβαση των ισραηλινών εκλογών.
Εάν ο Νετανιάχου καταφέρει να επηρεάσει την τελική μορφή της συμφωνίας και να αποκαταστήσει τη σχέση του με τον Τραμπ, θα διατηρήσει ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά του όπλα. Εάν όχι, η συμφωνία με το Ιράν μπορεί να εξελιχθεί σε σημείο καμπής τόσο για την πολιτική του καριέρα όσο και για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.






