15 Ιούν 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Μαρία Βασιλείου / Μεταξουργείο: Πίσω απ’ τις βιτρίνες της γαστρονομίας, μια έρημος τροφίμων

Μαρία Βασιλείου / Μεταξουργείο: Πίσω απ’ τις βιτρίνες της γαστρονομίας, μια έρημος τροφίμων

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Στην ακαδημαϊκή ορολογία, ως «έρημος τροφίμων» (food desert) αποδίδεται μια αστική περιοχή της οποίας οι κάτοικοι δεν έχουν εύκολη και άμεση πρόσβαση σε μια διατροφικά πλήρη και οικονομικά προσιτή αγορά τροφίμων.

Της Μαρίας Βασιλείου*

Στις ΗΠΑ, όπου αυτό το φαινόμενο πλήττει σήμερα είκοσι δύο εκατομμύρια ανθρώπους, έχει τυπικά οριστεί το όριο του ενός μιλίου, δηλαδή των περίπου 1600 μέτρων απόστασης ανάμεσα στην κατοικία και το πλησιέστερο σούπερ μάρκετ, κάτι που μεταφράζεται σε πεζοπορία μονής διαδρομής περίπου είκοσι λεπτών για έναν υγιή ενήλικα που περπατά με έναν κανονικό ρυθμό, χωρίς να διακόπτεται από φανάρια ή σπασμένα και στενά πεζοδρόμια και χωρίς να κουβαλά βάρη – εν προκειμένω σακούλες με ψώνια. Το φαινόμενο έχει συνδεθεί ερευνητικά με ποικίλους παράγοντες κοινωνικού αποκλεισμού κι αποτελεί αποδεδειγμένα επιβαρυντικό δείκτη στη γενική υγεία του πληθυσμού, ειδικότερα σχετιζόμενο με παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παιδική παχυσαρκία και ο υποσιτισμός. Το Μεταξουργείο, η κεντρική περιοχή της Αθήνας που είναι ευρέως γνωστή για τα θέατρα και τις γκαλερί, για τα ολοήμερα καφέ-μπαρ και κυρίως για το αξιοσημείωτο πλήθος χώρων εστίασης, η γκάμα των οποίων εκτείνεται από τα παραδοσιακά μεζεδοπωλεία ως τα υψηλής γαστρονομίας εστιατόρια, τους οποίους επισκέπτονται άνθρωποι απ’ όλη την Αττική – ίσως και απ’ όλο τον κόσμο, αν κρίνει κανείς από την πληθώρα των διαθέσιμων Airbnb που επίσης δεσπόζουν – εδώ κι ένα μήνα αποτελεί, για τους ίδιους τους κατοίκους του, μια έρημο τροφίμων. Από τις παρυφές της Αγίου Κωνσταντίου ως το Ρουφ, κι από τις εκβολές του Κολωνού στην Αχιλλέως έως την απέναντι πλευρά της Πειραιώς, δεν υπάρχει ούτε σούπερ μάρκετ αλλά ούτε και ένα εναλλακτικό δίκτυο καταστημάτων ικανών να καλύψουν, το κάθε ένα στο είδος του, τις διατροφικές ανάγκες του ανάλογου πληθυσμού. Το τελευταίο ιχθυοπωλείο της περιοχής έκλεισε στα τέλη του ’90. Το τελευταίο κρεοπωλείο κράτησε μια δεκαετία περισσότερο, πριν μετεγκατασταθεί στα βόρεια, και λίγα local markets που υπήρχαν διάσπαρτα, αποσύρθηκαν σταδιακά κατά τα χρόνια της κρίσης. Το μοναδικό σούπερ μάρκετ που στεκόταν στη θέση του επί δεκαετίες, αποτελώντας την κυριότερη πηγή για την ολοκληρωμένη κάλυψη των καθημερινών αναγκών όλων των νοικοκυριών της καθόλου αμελητέας αυτής γεωγραφικής ζώνης, αποσύρθηκε αιφνιδιαστικά πριν από λίγες εβδομάδες, αφήνοντας κενό το τεράστιο κτίριο που το στέγαζε.

Ανεξάρτητα από το άγνωστο παρασκήνιο της συγκεκριμένης αποχώρησης και τις μη διασταυρωμένες φήμες που κυκλοφορούν στη γειτονιά για την μελλοντική αξιοποίηση του ακινήτου στο πλαίσιο της αναπτυσσόμενης αγοράς του real estate, το αντικειμενικό αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο: Μια υγιής κι ευημερούσα επιχείρηση που κατάφερε, στο βάθος του χρόνου, πέρα από τον οικονομικό της στόχο, να αποτελέσει ένα ζωντανό πυρήνα της κοινότητας, έναν τόπο συνάντησης αλλά κι έναν καθρέφτη των πολιτισμικών της μετασχηματισμών, καθώς στις ουρές των ταμείων σχηματίζονταν σε καθημερινή βάση ενδιαφέροντες ανθρωπολογικοί συνδυασμοί κατοίκων, τουριστών, καλλιτεχνών από τα γύρω θέατρα και διερχόμενων επισκεπτών, έπαψε να υφίσταται. Εδώ ίσως εντοπίζεται ένα δομικό παράδοξο της σύγχρονης αστικής ανάπτυξης: Καθώς η εμπορική ισχύς του καταστήματος δεν κάμφθηκε από την έλλειψη πελατείας, η απομάκρυνσή του μπορεί να ερμηνευθεί μέσα από την οικονομική αντίληψη του χώρου, κυριολεκτικά του τετραγωνικού μέτρου καθαυτού, σε αμιγές επενδυτικό προϊόν αξίας μεγαλύτερης της αξίας της ίδιας του της χρήσης.

Αυτή η μετατόπιση αναδεικνύει μια αντίφαση. Επί χρόνια, οι πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης αλλά και οι μεσίτες προβάλλουν το Μεταξουργείο ως μια μποέμικη γειτονιά όπου η εγγύτητα στο κέντρο της Αθήνας σε συνδυασμό με τις κατάλληλες υποδομές, όπως την άνετη πρόσβαση σε αγαθά κι υπηρεσίες, εγγυώνται μια ποιοτική, αυθεντικά αστική διαβίωση. Όμως, η ανεξέλεγκτη επέλαση των νέων χρήσεων του χώρου τείνει να καταστρέψει αυτά ακριβώς τα εχέγγυα που την προσέλκυσαν εξαρχής, θολώνοντας, παράλληλα, τα όρια ανάμεσα στην αστική ανάπτυξη, την αναβάθμιση και την εξωραϊσμό. Σε δεδομένο πλαίσιο, η ανέγερση πολυτελών κατοικιών ή η αλλαγή χρήσης ενός κτιρίου μπορεί να λειτουργεί προς όφελος του εκμεταλλευτή και να δίνει αξία στο ίδιο το ακίνητο, αλλά ταυτόχρονα να υποβαθμίζει τη λειτουργικότητα και να μειώνει την προσβασιμότητα της περιοχής, πλήττοντας, μακροπρόθεσμα, το ίδιο το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, παλαιών και νεότερων. Αν αυτό το ουροβόρο σχήμα δεν ελεγχθεί, το αποτέλεσμα θα είναι τα περιχαρακωμένα συγκροτήματα πολυτελών κατοικιών και οι μονοθεματικές ζώνες διασκέδασης σε γειτονιές-φαντάσματα.

Η πόλη μοιάζει όλο και περισσότερο με επενδυτικό χαρτοφυλάκιο. Η παύση μιας κερδοφόρας και κοινωνικά αναγκαίας επιχείρησης σε καμία περίπτωση δεν συνδέεται με την έννοια της αστικής ανάπτυξης και αναβάθμισης. Ο συνεκτικός ιστός της πόλης ως κοινότητα διερράγη κι από τη ρωγμή αποκαλύφθηκε η χρηματιστηριακή προσέγγιση του χώρου, ως σύνολο κτιρίων, κενών περιεχομένου. Όταν το μοναδικό σούπερ μάρκετ μιας περιοχής κλείνει, οι πρώτοι που την πληρώνουν είναι οι πιο ευάλωτοι: οι ηλικιωμένοι, οι άνθρωποι χωρίς δικό τους μεταφορικό μέσο και όσοι έχουν περιορισμένο προϋπολογισμό. Το να αναγκάζεται ένας ηλικιωμένος άνθρωπος να κουβαλάει ψώνια επί ενάμιση χιλιόμετρο σε οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες ή όταν μια οικογένεια περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων αναγκάζεται να υπερπληρώνει τα βασικά αγαθά στα μίνι μάρκετ, αυτό είναι κάτι παραπάνω από μια ταλαιπωρία – είναι πλήγμα στην ποιότητα ζωής και την αξιοπρέπεια. Αυτή τη στιγμή, η περιοχή εξυπηρετείται από διάσπαρτα μίνι μάρκετ που δεν μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση, και από την εβδομαδιαία μικρή λαϊκή αγορά. Είναι προφανές ότι αυτές είναι ανακουφιστικές προτάσεις, αλλά όχι βιώσιμες λύσεις σταθερής διαβίωσης. Με τα πλησιέστερα σούπερ μάρκετ να βρίσκονται στα Κάτω Πετράλωνα και το Ρουφ, οι κάτοικοι της περιοχής υφίστανται μια συνθήκη άτυπης αποστέρησης. Η επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ αποτελεί μια κοινωνική και πολιτισμική καθημερινή πρακτική που προσφέρει ασφάλεια και διασφαλίζει την απαραίτητη ποιότητα ζωής – άλλωστε δεν είναι μόνο τα τρόφιμα, αλλά και τα είδη καθαρισμού, τα χαρτικά, ό,τι χρειάζεται ένα νοικοκυριό στην καθημερινότητά του.

Περιμένοντας την αντίστοιχη Μαρία Αντουανέτα να διερωτηθεί «μα γιατί δεν κατεβαίνουν να φάνε στο restobar» ή «μα γιατί δεν παραγγέλνουν online», η παράμετρος της απλής καθημερινότητας επιφορτίζεται με ένα ειδικό βάρος που αντανακλάται σε οντολογικό επίπεδο. Δεν είναι απλά η αγορά των προϊόντων, είναι η οξυγόνωση του κοινοτικού κυττάρου στον οργανισμό κάθε συμμετέχοντος, κάθε κατοίκου, και είναι το τεκμήριο της ατομικής ύπαρξης ως μέρος μιας συλλογικής συνείδησης. Τα κοινοτικά δίκτυα που θα μπορούσαν να εργαστούν μέσω της αυτό-οργάνωσης για την ανάπτυξη μιας συμπεριληπτικής μεθόδου προμήθειας και διαμοιρασμού αγαθών, έχουν κατακερματιστεί στις επιμέρους τους ταυτότητες, ενώ οι άξονες της κοινής μνήμης, της κοινής ζωής, της αλληλεγγύης που βασίζεται στην απλή και άνευ όρων συνύπαρξη, έχουν αποσαθρωθεί. Οι πολυκατοικίες αδειάζουν, τα διαμερίσματα κλειδώνονται. Τα κτίρια πωλούνται και αλλάζουν χρήση, οι γείτονες είναι προσωρινοί κι αδαείς. Με τέτοιες εξελίξεις, η ζωή αποστραγγίζεται από το Μεταξουργείο, όπως και από άλλες γειτονιές. Αντικαθίσταται από την προσομοίωσή της.

*Επικοινωνιολόγος

Δείτε επίσης