Η πρωτοφανής ομοβροντία ενεργειών προβολής και προώθησης της «απόλυτης μουσικής εμπειρίας» από την πλευρά των ελληνικών media έφερε στην επιφάνεια, για μια ακόμα φορά, την δυσκολία εξεύρεσης ισορροπίας στη σχέση των εγχώριων μέσων με το metal ως είδος μουσικής και με τους μεταλλάδες ως μουσική κοινότητα. Παρά την γενικά θετική στάση των περισσότερων δημοσιογραφικών φορέων, που άλλωστε στελεχώνονται πλέον από εξοικειωμένο και σχετικό με το metal ανθρώπινο δυναμικό, δεν έλειψαν οι υπερβολές, οι γραφικότητες και τα σχόλια, σε μια προσπάθεια των μεν να περιχαρακώσουν αυτό που αντιλαμβάνονται ως αυθεντικό και δικό τους, των δε να καταστήσουν σαφές πως οτιδήποτε τόσο ευρείας απήχησης, ό,τι κι αν είναι, δικαιωματικά τους ανήκει. Η διαμόρφωση της συζήτησης σε αυτό το πλαίσιο άφησε στο περιθώριο μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα διάσταση του ζητήματος: την αμφιθυμία στο εσωτερικό της ελληνικής metal κοινότητας, που παλινδρομούσε ανάμεσα στον ενθουσιασμό και τη δυσφορία.
Της Μαρίας Βασιλείου*
Ο εμφανέστατος ενθουσιασμός που εκδηλώθηκε με μεγάλη ένταση μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και τελικά κυριάρχησε στη δημόσια σφαίρα εντοπίστηκε κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, εκεί που κοινωνιολογικά προβλέπεται, δηλαδή στις τάξεις των απανταχού gatekeepers της metal ταυτότητας. Η δυσφορία, από την άλλη, πήγαζε από ένα διάχυτο κι ακαθόριστο, μα έντονα βιωμένο «εκτός», που δεν αναφερόταν απαραίτητα στην αγορά ενός από τα πάρα πολλά και πάρα πολύ ακριβά εισιτήρια που δεν έγινε, αλλά σε κάτι μεγαλύτερο – ήταν ένα «εκτός» στραμμένο στο ίδιο το άτομο, ήταν μια αίσθηση ότι δεν περιλαμβάνεται πλέον σε κάτι που μέχρι λίγο παλιότερα, θεωρούσε ότι ήταν δικό του. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό το κοινό, μα υπόρρητο αίσθημα ως ένα είδος αλλοτρίωσης, που βιώθηκε τόσο από εκείνους που δήλωσαν το παρών με κάθε κόστος, όσο κι από εκείνους που δεν μπήκαν σε αυτή τη διαδικασία, λόγω αδυναμίας οικονομικής, προγραμματισμού, ψηφιακών δεξιοτήτων ή άλλων παραγόντων. Απλουστευτικές αιτιάσεις όπως η παρείσφρηση των περιστασιακών ακροατών, η ελληνική νοοτροπία που δεν ευνοεί τα μακροπρόθεσμα πλάνα, συνεπώς και την έγκαιρη προμήθεια εισιτηρίου ένα έτος νωρίτερα, ή ο σκοτεινός ρόλος των πλατφορμών μεταπώλησης είναι μερικώς ανεπαρκείς, αν και σχεδόν ανακουφιστικές στην αμεσότητά τους, για την κατανόηση του ζητήματος. Ο πυρήνας του σύγχρονου προβλήματος βρίσκεται αλλού: Στη δυναμική συνάρθρωση μιας πληθώρας νεοφιλελεύθερων πρακτικών που συνόδευσαν τη συναυλία και που οδήγησαν σε φαινόμενα ανάλογα με εκείνα του εξευγενισμού των πόλεων, σχετικών με την πρόσβαση και τον αποκλεισμό, τη διάρρηξη της κοινότητας, τον ταξικό διαχωρισμό και τον εμπειριστικό ατομικισμό – όλα σε ευθεία αντίθεση προς όσα το metal θεωρείται από τους οπαδούς του ότι πρεσβεύει.
Ας το πούμε καθαρά: Παρ’ όλο που, κατά το corporate αφήγημα, το bundling των εισιτηρίων αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για τη διεξαγωγή του live, δίνοντας έστω κι έτσι τη δυνατότητα στους πολλούς να παρευρεθούν, ο μηχανισμός του τόνισε τις ανισότητες και δημιούργησε αποκλεισμούς σε κάτι που προσπάθησε κατά τα άλλα να προβληθεί ως συλλογική εμπειρία. Σύμφωνα με αυτό, πέρα από τα ήδη ακριβά εισιτήρια που εξασφάλισαν το δικαίωμα κάποιου απλώς να είναι εκεί, κάποια γίνονταν κλιμακωτά ακριβότερα, όχι επειδή πρόσφεραν καλύτερη ορατότητα στη σκηνή, αλλά επειδή συνοδεύθηκαν από «προνόμια» και «πολυτελείς παροχές», που εγγυήθηκαν μια premium εμπειρία, εκκινώντας από το συλλεκτικό παγούρι των Metallica και φτάνοντας ως την εξασφάλιση της παρουσίας του κατόχου στα παρασκήνια, όπου προσφέρθηκαν καναπεδάκια και έως τρεις μπύρες. Ιερό δισκοπότηρο αυτών των προνομιακών παροχών ήταν το πακέτο που πρόσφερε μια επαγγελματική φωτογραφία του κατόχου μαζί με δύο από τα μέλη της μπάντας – διότι, όπως προέβλεψε ο Debord στη δική του θεωρία του Θεάματος, εκεί που άλλοτε συνέβαινε η επαφή, πλέον αγοράζεται η εικόνα της.
Η συναυλιακή εμπειρία, λοιπόν, δεν σχεδιάσθηκε για να είναι συλλογική· για κάποιους, ήταν αναβαθμισμένη. Χωροταξικά ευρήματα, όπως το snake pit, η, όπως και στα αεροδρόμια, τμηματική και κατά προτεραιότητα ανάλογη με την τιμή του εισιτηρίου είσοδος στο ΟΑΚΑ, το δικαίωμα ( ; ) του να αγοράσεις τα αναμνηστικά σου ανενόχλητος, μπαίνοντας στο merch stand πριν από το πλήθος που έπεται, και βέβαια οι περίφημες εξέδρες, προκαλούν τομές, διακρίσεις και διαχωρισμούς απαιτώντας από το κοινό τη συμμόρφωση και την αποδοχή – και την έλαβαν· άλλωστε το metal συναυλιακό κοινό εξοικειώνεται σταδιακά εδώ και πολλά έτη με την κουλτούρα αυτή. Εδώ η βασική αρχή της χωρικής θεωρίας του Lefebvre από τη μακρινή δεκαετία του ’60 μπορεί να φανεί χρήσιμη: Μετά τα προϊόντα, ο χώρος γίνεται με τη σειρά του, από παράγωγο κοινωνικής αλληλεπίδρασης, το νέο προϊόν. Ο συναυλιακός χώρος των Metallica δεν είναι ο χώρος συγκέντρωσης των μεταλλάδων και δημιουργίας μιας μοναδικής, έστω κι εφήμερης, συλλογικής εμπειρίας, ικανής να ενισχύσει το προσωπικό αίσθημα του ανήκειν και τη συλλογική μνήμη της εγχώριας κοινότητας. Τόσο τo pop up store που σκέπασε ως ετεροτοπία την Τεχνόπολη, όσο και ο συναυλιακός χώρος των Metallica δεν είναι χώρος χρήσης της κοινότητας, αλλά η συναλλαγή καθαυτή: ανταλλάσσεται κεφάλαιο για την εμπειρία και την ψηφιακή της αποτύπωση.
Όταν, πριν από ένα χρόνο, δεκάδες χιλιάδες εισιτήρια διατέθηκαν κι εξαντλήθηκαν μέσα σε δύο ώρες από τη διάθεσή τους, κάποιοι βιάστηκαν να υπερηφανευθούν για τη δυναμική παρουσία του ελληνικού metal – μια προβολή ευσεβών πόθων – όμως κάποιοι άλλοι άκουσαν το βρυχηθμό του θηρίου, και όχι, δεν ήταν η Gibson του Hetfield. Αν τα εισιτήρια κλίμακας ήταν η μία προϋπόθεση της συναυλιακής αυτής υπερπαραγωγής, το δίπτυχο «εξευγενισμός-υπερτουρισμός» ήταν η άλλη. Δεν χρειάζεται να μοιραστούν ερωτηματολόγια για να εξακριβωθεί πόσοι μεταλλάδες ήρθαν από τη Θράκη, την Κρήτη και τα νησιά και πόσοι από το εξωτερικό, συνδυάζοντας τη συναυλία με ένα αθηναϊκό city break επιλέγοντας ένα Airbnb σε κομβικό σημείο, πόσοι από τους παρευρισκόμενους έχουν έστω κι ένα ‘Tallica album στο σπίτι, πόσοι σημερινοί πενηντάρηδες κατάφεραν να φέρουν τα παιδιά τους χωρίς να πάρουν δάνειο για να κοινωνήσουν την αγάπη τους για αυτή τη μπάντα κι αυτή τη σκηνή – και, κυρίως, πόσοι όχι. Eάν οι Metallica απευθύνονταν αποκλειστικά στο εγχώριο metal κοινό, πιθανότατα η συναυλία αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει. Αλλά προς αυτό, επιστρατεύτηκαν όλα τα διαθέσιμα μέσα. Εάν η δυναμική προώθηση δημιούργησε hype στις τάξεις του ελληνικού mainstream και στο πλαίσιο του εγχώριου lifestyle, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή όσων είχαν τη δυνατότητα των premium παροχών σε ένα οικονομικό deal με κοινωνικό-ταξικό πρόσημο, ειδικά πακέτα εισιτηρίων προβλέφθηκαν από το Metallica brand για να εξυπηρετήσουν και τους επισκέπτες fans. Τα «Travel Packages» και τα «I Disappear Tickets» διευκόλυναν τους ενδιαφερόμενους να οργανώσουν ολοκληρωμένο το ταξίδι τους, ή να ακολουθήσουν την περιοδεία στις πόλεις της Ευρώπης, και μάλιστα με την υπόσχεση του “No Repeat Weekend”. Είναι πια ξεκάθαρο: Ο εξευγενισμός του ΟΑΚΑ επιτεύχθηκε μέσα από την άμεση απορρόφηση των εισιτηρίων που εκ προοιμίου απευθύνονταν στην ευρύτερη ελληνική και την παγκόσμια αγορά και τη μετατροπή του σε έναν κρίκο μιας αλυσίδας «μη-τόπων», κατά Augé: αποστειρωμένων χώρων διέλευσης που λειτουργούν ως εργαστήρια κατασκευής εμπειριών ακριβείας.
Τα glocal στοιχεία που χρωμάτισαν με εντοπιότητα την αθηναϊκή συναυλία, μάλλον συνάδουν με το παραπάνω συμπέρασμα και το ενισχύουν. Οι Metallica επέλεξαν να μην απευθυνθούν από σκηνής αποκλειστικά στο ελληνικό metal κοινό, στους οπαδούς τους, ούτε να αναφερθούν στο, εξίσου ιστορικό με εκείνους, ελληνικό metal. Δεν επέλεξαν να παίξουν ένα χαρακτηριστικό riff των Rotting Christ, της κατά κοινή ομολογία μεγαλύτερης ελληνικής metal μπάντας, ούτε να αναγνωρίσουν έστω το δυναμικό ρεύμα του ελληνικού thrash, του ρεύματος στο οποίο τυπικά ανήκουν. Αντίθετα, επιλέγοντας το παγκοσμίως απόλυτα ταυτισμένο με την ελληνικότητα θέμα του Ζορμπά και ένα χαρακτηριστικό τραγούδι από το ελληνικό κι ελληνόφωνο ροκ, πέρασαν ένα μήνυμα υπέρβασης των ειδών – μια αισθητική δήλωση πως δεν ανήκουν αποκλειστικά στο metal, πως συνομιλούν με το οικουμενικό. Η metal ακρότητα αμβλύνεται μέσα από το rock κι οι ίδιοι τοποθετούν τον εαυτό τους σε κάτι μεγαλύτερο, στο ίδιο το μουσικό πάνθεον. Θεός, άλλωστε, είναι και ο Δίας που αποτέλεσε το σύμβολο αυτού του live και κοσμεί τα αναμνηστικά του, όπως την αφίσα στην οποία η ελληνική μυθολογία συμπλέκεται με το Ride the Lightning, το θρυλικό τους album από το 1984 – άλλωστε, κάθε σταθμός της περιοδείας οφείλει να αντιμετωπίζεται ως μοναδικό γεγονός, καθώς και να συνοδεύεται από τα τεκμήρια που θα το επιβεβαιώνουν μέσα από την ανάλογη εμπορική τους αξία στις αγοραπωλησίες συλλεκτών του μέλλοντος.
Ακόμα κι έτσι, όλα μπορεί να μείνουν αλώβητα: η αγάπη για το metal, ο θαυμασμός για το συγκρότημα, η αίσθηση ότι υπάρχει ελληνική σκηνή, αν και απέχει από τη δυνατότητα των 90.000 θεατών, αλλά τους συμπεριλαμβάνει όλους, ότι το βίωμα μπορεί να ανατρέψει το πλαίσιο. Αυτές είναι γνήσιες δυνάμεις αντίστασης που μπορεί κάποτε, σε δεδομένες συνθήκες, να διαμορφώσουν ξανά το αφήγημα, αρκεί να εκκινήσουν από τη συνειδητοποίηση και την κριτική των συστημικών μηχανισμών που ενσωματώνονται στη metal μουσική βιομηχανία, κι όχι την άκριτη αποδοχή τους. Αυτό υπενθύμισαν άλλωστε εκείνοι οι λίγοι – αρκετές δεκάδες ή και μια δυο εκατοντάδες – μαυροφορεμένοι μεταλλάδες που εμφανίστηκαν έξω από το ΟΑΚΑ, χωρίς εισιτήριο, χωρίς σχέδιο, απλά με την ορμητική επιθυμία να παρίστανται εκεί, μαζί, όσο το metal παίζεται στην άλλη πλευρά των τειχών που τους κρατούν απ’ έξω. Μεταλλάδες που δεν καταμετρήθηκαν στα ταμεία, που δεν αγόρασαν παγούρια, αφίσες, μπλουζάκια, που έφεραν περιπτερόμπυρες κι έκατσαν εκεί, να ακούν τα ηχητικά απόνερα και να μοιράζονται ιστορίες από το ’93, το ’99, να πιστεύουν στο metal του σήμερα. Ήταν αυτοί που ήρθαν επειδή στην πόλη παίζει metal, κι ήταν η ανάγκη τους να είναι εκεί, να το διεκδικούν για όλους.
* H Μαρία Βασιλείου είναι επικοινωνιολόγος.






