Εκτεταμένη αναφορά στη Συμφωνία των Πρεσπών και ευρύτερη κριτική στο πολιτικό σύστημα διατύπωσε ο Αλέξης Τσίπρας, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Λεωνίδα Μακρή με τίτλο «Γιάννης Μπουτάρης: η πολιτική αλλιώς».
Ο πρώην πρωθυπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στην προσωπικότητα του Γιάννη Μπουτάρη, τον οποίο χαρακτήρισε ως μια εμβληματική μορφή που άφησε ισχυρό αποτύπωμα όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και στη συνολική πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας.
Η Θεσσαλονίκη πέρα από στερεότυπα
Στην τοποθέτησή του, ο Αλέξης Τσίπρας ανέδειξε τον ρόλο του Γιάννη Μπουτάρη στη μεταστροφή της εικόνας της Θεσσαλονίκης, επισημαίνοντας ότι ο πρώην δήμαρχος συγκρούστηκε με βαθιά ριζωμένα στερεότυπα εθνικισμού και συντηρητισμού.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην προσπάθεια ανάδειξης του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της πόλης, με αναφορές στην ιστορική παρουσία των Εβραίων, οι οποίοι εξοντώθηκαν από τον ναζισμό και τους συνεργάτες του, καθώς και στη συμβολή των μουσουλμανικών πληθυσμών στη διαμόρφωση της ταυτότητας της πόλης.
Κατά τον ίδιο, η πολιτική στάση του Μπουτάρη ενσάρκωνε μια διαφορετική αντίληψη για τη διαχείριση της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, με στόχο μια πιο ανοιχτή και εξωστρεφή κοινωνία.
Η Συμφωνία των Πρεσπών είχε πολιτικό ρίσκο
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτέλεσε η Συμφωνία των Πρεσπών, για την οποία ο Αλέξης Τσίπρας υπογράμμισε το πολιτικό κόστος αλλά και τη στρατηγική της σημασία.
Ανακαλώντας προσωπική τους συζήτηση, περιέγραψε τον προβληματισμό που υπήρχε εκείνη την περίοδο, ιδίως λόγω της ιδιαίτερης βαρύτητας που είχε το ζήτημα στη Θεσσαλονίκη. Μεταφέροντας χαρακτηριστικό διάλογο, σημείωσε ότι ο Γιάννης Μπουτάρης τον ενθάρρυνε να προχωρήσει, παρά τις αντιδράσεις, προσφέροντας τη στήριξή του.
Σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό, η απόφαση για τη Συμφωνία των Πρεσπών αποτέλεσε μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο πολιτικές λογικές: από τη μία πλευρά, την προοδευτική και πατριωτική προσέγγιση και από την άλλη την ψηφοθηρία και την πατριδοκαπηλία.
Η Ελλάδα ως δύναμη σταθερότητας στα Βαλκάνια
Ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν αφορούσε αποκλειστικά τις σχέσεις με τη Βόρεια Μακεδονία, αλλά είχε ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Όπως τόνισε, η συμφωνία ενίσχυσε τον ρόλο της Ελλάδας ως δύναμης ειρήνης και σταθερότητας στα Βαλκάνια, ανοίγοντας παράλληλα νέες προοπτικές για τη Θεσσαλονίκη ως περιφερειακό κέντρο συνεργασίας και ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε τη στάση του Γιάννη Μπουτάρη ως συνεπή προς αυτή τη στρατηγική, επισημαίνοντας ότι αντιλήφθηκε τη σημασία της συμφωνίας όχι μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά και ως εργαλείο ευρύτερης περιφερειακής πολιτικής.
Κριτική στο πολιτικό σύστημα και τον «φαύλο κύκλο»
Πέρα από τις αναφορές στη Συμφωνία των Πρεσπών, ο πρώην πρωθυπουργός επανήλθε με αιχμηρή κριτική προς το πολιτικό σύστημα συνολικά.
Καταλόγισε αδυναμία πειθούς, έλλειμμα παραγωγής δικαιοσύνης και προόδου, ενώ συνέδεσε τα φαινόμενα αυτά με την κοινωνική ιδιοτέλεια και τη διαφθορά. Κατά τον ίδιο, η σύμπλευση αυτών των παραγόντων δημιουργεί έναν «φαύλο κύκλο παράλυσης», ο οποίος ενέχει κινδύνους για την ασφάλεια, την οικονομία και τη συνολική πορεία της χώρας.
Η παρέμβασή του διαμορφώνει ένα διπλό πολιτικό μήνυμα: από τη μία πλευρά την υπεράσπιση επιλογών της διακυβέρνησής του, με αιχμή τη Συμφωνία των Πρεσπών, και από την άλλη την ανάδειξη της ανάγκης για ανανέωση του πολιτικού συστήματος με όρους αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας.
Η πολιτική κληρονομιά μιας «δύσκολης απόφασης»
Η τοποθέτηση του Αλέξη Τσίπρα επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις πιο κρίσιμες και διχαστικές στιγμές της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας. Η Συμφωνία των Πρεσπών εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τις ιδεολογικές και πολιτικές τομές στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Παράλληλα, η αναφορά στον Γιάννη Μπουτάρη αναδεικνύει ένα διαφορετικό πρότυπο πολιτικής πρακτικής, που βασίζεται στην ανάληψη ευθύνης, τη σύγκρουση με κατεστημένες αντιλήψεις και την επιδίωξη μακροπρόθεσμων στόχων.
Σε μια συγκυρία όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς παραμένει εύθραυστη, η παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη συζήτηση γύρω από τις έννοιες της προόδου, του πατριωτισμού και της πολιτικής ευθύνης.






