Ένα σαφώς πιο επιβαρυμένο μακροοικονομικό τοπίο για την Ελλάδα το 2026 σκιαγραφεί το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, ενσωματώνοντας τις επιπτώσεις της γεωπολιτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή. Στο δυσμενές σενάριο, ο πληθωρισμός μπορεί να αγγίξει το 4%, ενώ η ανάπτυξη υποχωρεί έως το 1,7%, αποτυπώνοντας το κόστος της ενεργειακής αβεβαιότητας και της διεθνούς αστάθειας.
Όπως επισήμανε ο επικεφαλής του Γραφείου, Ιωάννης Τσουκαλάς, τα επόμενα δύο με τρεις μήνες θα είναι καθοριστικοί για την αποτύπωση των «απόνερων» της κρίσης, με το βασικό σενάριο να προϋποθέτει λήξη των συγκρούσεων πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Σε διαφορετική περίπτωση, οι πιέσεις αναμένεται να ενταθούν.
Η βασική πρόβλεψη για την ανάπτυξη τοποθετείται πλέον στο 2%, με εύρος από 1,7% έως 2,4%, αντανακλώντας την αυξημένη αβεβαιότητα. Για τον πληθωρισμό, το εύρος 3,5% – 4% στο αρνητικό σενάριο υποδηλώνει ότι οι ανοδικοί κίνδυνοι παραμένουν κυρίαρχοι.
Ο παράγοντας ενέργεια και τα Στενά του Ορμούζ
Καθοριστικό ρόλο στις προβλέψεις διαδραματίζει η πορεία των τιμών της ενέργειας. Το δυσμενές σενάριο βασίζεται σε τιμή πετρελαίου στα 100 δολάρια ανά βαρέλι, επίπεδο που, σε συνδυασμό με πιθανές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, μπορεί να τροφοδοτήσει νέο κύμα ακρίβειας.
Η έκθεση προειδοποιεί ότι ενδεχόμενη παράταση των συγκρούσεων θα ενισχύσει τις πιέσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, μεταφέροντας το κόστος σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Το αποτέλεσμα θα είναι αναζωπύρωση του πληθωρισμού και ταυτόχρονη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Παράλληλα, αναδεικνύεται και ο κίνδυνος αυξήσεων στις τιμές των λιπασμάτων, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει άμεσα το κόστος της γεωργικής παραγωγής και να δημιουργήσει δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.
Επιτόκια, νομισματική πολιτική και χρηματοδοτικές συνθήκες
Στο ίδιο πλαίσιο αβεβαιότητας, το Γραφείο Προϋπολογισμού εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να προχωρήσει σε τουλάχιστον μία αύξηση επιτοκίων, με ανοιχτό το ενδεχόμενο δεύτερης κίνησης. Ωστόσο, σε περίπτωση αποκλιμάκωσης της κρίσης πριν από το τέλος του καλοκαιριού, δεν αποκλείεται αντιστροφή της πορείας με μείωση επιτοκίων εντός του 2026.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και με τις επενδυτικές αποφάσεις, σε μια συγκυρία όπου η ρευστότητα παραμένει κρίσιμο ζητούμενο.
Οι πολλαπλοί κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία
Η έκθεση καταγράφει ένα πλέγμα κινδύνων που υπερβαίνουν την ενεργειακή διάσταση. Η άνοδος του εμπορικού προστατευτισμού και η διεθνής αβεβαιότητα απειλούν την ανάπτυξη της Ευρωζώνης, με άμεσες συνέπειες για τις ελληνικές εξαγωγές και τις επενδύσεις.
Ταυτόχρονα, η ευπάθεια της εφοδιαστικής αλυσίδας και οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν συνθήκες αυξημένης μεταβλητότητας, επηρεάζοντας το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.
Επενδύσεις: κρίσιμος παράγοντας αντοχής
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πορεία των επενδύσεων, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως βασικό ανάχωμα στην επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η υστέρηση στην εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στις αρχές του έτους αποτελεί αρνητικό σήμα, καθώς οι σχετικές δαπάνες εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με τους στόχους και το 2025.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, εφόσον διατηρηθεί η δυναμική αύξησης των επενδύσεων της προηγούμενης χρονιάς, μπορεί να περιοριστεί σημαντικά η επίπτωση της κρίσης στο ΑΕΠ. Το ζητούμενο είναι η ομαλή και πλήρης υλοποίηση των έργων, ιδίως εκείνων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.
Δημόσιο χρέος: η διαχρονική ευπάθεια
Στο επίκεντρο της ανάλυσης παραμένει το υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα ευαλωτότητας. Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, χώρες με υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων τους και διεύρυνση των spreads.
Το Γραφείο επαναλαμβάνει ότι η σταθερή αποκλιμάκωση του χρέους αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών και τη διασφάλιση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης.
Πληθωρισμός και ανάγκη ψηφιακής εποπτείας
Η επιμονή του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης εντείνει τις πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Σε αυτό το περιβάλλον, προτείνεται η ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας της αγοράς μέσω ψηφιακών εργαλείων και τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης.
Η αξιοποίηση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό φαινομένων αισχροκέρδειας και στην αποτροπή αδικαιολόγητων αυξήσεων τιμών.
Τα θετικά μεγέθη που δημιουργούν «μαξιλάρι»
Παρά τις πιέσεις, η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε αυτή τη φάση με ορισμένα ισχυρά θεμέλια. Το 2025 καταγράφηκε ανάπτυξη 2,1%, σημαντικά υψηλότερη από την Ευρωζώνη, με βασικούς μοχλούς την κατανάλωση, τις εξαγωγές και τις επενδύσεις.
Η αγορά εργασίας εμφανίζει επίσης βελτιωμένη εικόνα, με την ανεργία να υποχωρεί στο 8,4% και την απασχόληση να αυξάνεται. Παράλληλα, οι δημοσιονομικές επιδόσεις παραμένουν ισχυρές, με πρωτογενές πλεόνασμα που υπερβαίνει τις αρχικές προβλέψεις.
Η μεγάλη εξίσωση του 2026
Το 2026 διαμορφώνεται ως έτος ισορροπίας ανάμεσα στην ανθεκτικότητα και τους εξωτερικούς κινδύνους. Η εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η πορεία των τιμών ενέργειας και οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την τελική έκβαση.
Η ελληνική οικονομία καλείται να διαχειριστεί ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής και ενισχύοντας τις επενδύσεις και τη δημοσιονομική σταθερότητα, ώστε να περιορίσει τις απώλειες και να διατηρήσει τη δυναμική της.






