Αλήθεια τώρα; Να ανοίξουμε σοβαρή συζήτηση για πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα της “Βιολάντα”; Στη χώρα που δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασφαλίσει πως δεν θα τινάζονται στον αέρα εργοστάσια μπισκότων παίρνοντας στον τάφο εργάτριες που δουλεύουν μέσα γιατί κανείς δεν έκανε έλεγχο ασγαλείας στις παράνομες αποθήκες προπανίου; Στη χώρα που πνίγονται πολεμικά ελικόπτερα σε μία πλημμύρα; Στη χώρα που “τυφλώνεται” το FIR της Αθήνας και σταματάει η εναέρια κυκλοφορία; Στη χώρα του “φταίει ο σταθμάρχης” όταν συγκρούονται δύο τρένα γιατί δεν έχει υλοποιηθεί μία σύμβαση που εκκρεμεί επί δεκαετίες, θέλετε εργοστάσια παραγωγής πυρηνικής ενέργειας;
Να μιλήσουμε σοβαρά λοιπόν. Πέρασαν μόλις λίγες δεκαετίες από το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσία, ένα γεγονός που υπενθύμισε με δραματικό τρόπο πόσο λεπτές είναι οι ισορροπίες ακόμη και για κράτη με προηγμένα τεχνολογικά συστήματα και ισχυρούς θεσμούς, έτη φωτός μπροστά από εμάς.
Και όμως, στην Ελλάδα η ιδέα επανέρχεται σαν να πρόκειται για μια απλή ενεργειακή επιλογή. Σαν να μιλάμε για πέντε ανεμόμυλους, για έναν ακόμη σταθμό παραγωγής ρεύματος, για ένα υδροηλεκτρικό φράγμα.
Η γεωγραφία δεν αλλάζει
Η Ελλάδα παραμένει μία από τις πιο σεισμογενείς περιοχές του πλανήτη. Το γεωλογικό της υπόβαθρο δεν μεταβλήθηκε ξαφνικά ώστε να καταστεί ιδανικό για εγκαταστάσεις υψηλού πυρηνικού κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, η χώρα διαθέτει από τα υψηλότερα επίπεδα ηλιοφάνειας στην Ευρώπη και σημαντικό αιολικό δυναμικό. Η ενεργειακή μετάβαση θα μπορούσε να στηριχθεί ακριβώς σε αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η επιστροφή στο πιο αμφιλεγόμενο ενεργειακό μοντέλο του 20ού αιώνα δημιουργεί εύλογες απορίες.
Μήπως στο μεταξύ η πυρηνική ενέργεια μετατράπηκε ξαφνικά σε τεχνολογία χωρίς περιβαλλοντικά και γεωπολιτικά ρίσκα;
Ή μήπως η Ευρώπη απλώς μετακινείται σε μια νέα στρατηγική “ασφάλειας”, όπου η ενέργεια, η άμυνα και η γεωπολιτική συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο αφήγημα;
Σε αυτό το περιβάλλον ακούγονται πλέον ακόμη και προτάσεις για κοινή ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή, όπως εκείνες που έχει θέσει κατά καιρούς ο Εμανουέλ Μακρόν. Το ερώτημα, τίθεται μόνο του: θα αρχίσουμε να συζητάμε σοβαρά και για αποθήκευση πυρηνικών κεφαλών;
Outsourcing κινδύνου στα Βαλκάνια
Μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται και μια ιδέα που αποτυπώνει με εντυπωσιακή ακρίβεια την ελληνική εκδοχή της «λύσης»: αν η ελληνική κοινωνία δείξει επιφυλακτικότητα απέναντι στην πυρηνική ενέργεια εντός της χώρας, οι αντιδραστήρες μπορούν να εγκατασταθούν λίγο πιο πέρα. Στην Αλβανία ή στη Βουλγαρία. Μια μορφή γεωπολιτικού outsourcing.
Τα σκουπίδια σε άλλες χώρες, οι μετανάστες εκτός συνόρων και τώρα – γιατί όχι – και οι πυρηνικές εγκαταστάσεις εκτός επικράτειας αλλά δίπλα μας. Μια στρατηγική που τρέφει ταυτόχρονα τις ονειρώξεις περιφερειακής ισχύος με την αποφυγή του πραγματικού κόστους. Και η ραδιενεργή πίτα ολάκαιρη και ο ΝΑΤΟϊκός σκύλος χορτάτος.
Η Ελλάδα θα απολαμβάνει την ενέργεια, ενώ οι κίνδυνοι θα βρίσκονται λίγα χιλιόμετρα βορειότερα.
Το κράτος της διαρκούς αστοχίας
Υπάρχει όμως ένα βαθύτερο πρόβλημα, που δεν αφορά μόνο τη γεωπολιτική ή την ενεργειακή στρατηγική. Αφορά το ίδιο το κράτος.
Σε αυτή τη χώρα, βασικά συστήματα ασφαλείας υποδομών παραμένουν ημιτελή για χρόνια. Δύο τρένα μπορούν να κινηθούν σε αντίθετη κατεύθυνση στην ίδια γραμμή, επειδή κρίσιμα τεχνολογικά συστήματα δεν έχουν ολοκληρωθεί ή λειτουργούν αποσπασματικά.
Σε αυτή τη χώρα η ευθύνη για μεγάλες καταστροφές συχνά καταλήγει σε ένα πρόσωπο – έναν σταθμάρχη, έναν χειριστή, έναν υπάλληλο – ενώ το θεσμικό σύστημα που παρήγαγε το πρόβλημα παραμένει σχεδόν άθικτο.
Και όταν οι καταστροφές συμβαίνουν, η διαχείρισή τους ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο: επικοινωνιακές εξηγήσεις, πρόχειρες παρεμβάσεις και, τελικά, προσπάθεια να κλείσει γρήγορα ο φάκελος.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ιδέα ότι η χώρα μπορεί να περάσει ομαλά στην «πυρηνική εποχή», όπως διακηρύσσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προκαλεί εύλογη αμηχανία.
Τεχνολογία χωρίς κουλτούρα ασφάλειας
Η πυρηνική ενέργεια δεν συγχωρεί την προχειρότητα. Απαιτεί διαδικασίες που τηρούνται με στρατιωτική ακρίβεια, ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς και μια κουλτούρα ασφάλειας βαθιά ριζωμένη σε κάθε επίπεδο διοίκησης από το FIR μέχρι το τελευταίο φανάρι της τροχαίας.
Απαιτεί ένα κράτος που μπορεί να εγγυηθεί ότι καμία κρίσιμη λειτουργία δεν αφήνεται στην τύχη, κανένα σύστημα δεν λειτουργεί ημιτελώς και κανένα πρόβλημα δεν «μπαζώνεται» για να εξαφανιστούν τα ίχνη του.
Διότι σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος, οι εξηγήσεις δεν θα έχουν καμιά απολύτως σημασία.
Το ερώτημα που μένει
Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί σοβαρό τεχνολογικό πεδίο και σε ορισμένες χώρες λειτουργεί ως βασικός πυλώνας του ενεργειακού τους συστήματος. Αλλά αυτά τα κράτη διαθέτουν θεσμούς, τεχνολογικές υποδομές και κουλτούρα ασφάλειας που χτίστηκαν επί δεκαετίες.
Η Ελλάδα καλείται πρώτα να απαντήσει σε ένα πιο θεμελιώδες ερώτημα:
Μπορεί να διαχειριστεί με ασφάλεια τις βασικές της υποδομές;
Γιατί αν η απάντηση παραμένει αβέβαιη, τότε η συζήτηση για πυρηνικούς αντιδραστήρες δεν αποτελεί στρατηγική ενεργειακής πολιτικής.
Αποτελεί απλώς μια ακόμη μεγάλη ιδέα σε μια χώρα που ακόμη προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι δύο τρένα δεν θα “συναντηθούν” στην ίδια γραμμή.





