Εξηγήσεις εντός 15 ημερών καλείται να δώσει το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τη μαζική αποστολή SMS σε εκατομμύρια πολίτες ενόψει της εξόδου της 28ης Οκτωβρίου 2025. Την ίδια ώρα, δεκάδες αγωγές βρίσκονται ήδη στα δικαστήρια, με τους ενάγοντες να διεκδικούν αποζημιώσεις ύψους 10.000 ευρώ έκαστος για παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Το μήνυμα που προκάλεσε την αντιπαράθεση ανέφερε: «Το περσινό 3ήμερο της 28ης 14 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην άσφαλτο. Αν αγαπάς την οικογένειά σου, προσοχή στο δρόμο. Υπουργείο Μεταφορών». Από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η υπόθεση πέρασε στις δικαστικές αίθουσες και πλέον εξετάζεται θεσμικά από την αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή.
Τα κρίσιμα ερωτήματα της Αρχής
Η Αρχή, μετά από σωρεία καταγγελιών πολιτών από όλη τη χώρα, απέστειλε επιστολή στο υπουργείο ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις.
Μεταξύ άλλων, ζητά:
- Να διευκρινιστεί ποιος ήταν ο σκοπός της αποστολής και ποια η πηγή των τηλεφωνικών αριθμών.
- Να αποσαφηνιστεί η νομική βάση της επεξεργασίας και οι διατάξεις που την κάλυψαν.
- Να απαντηθεί εάν η αποστολή έγινε απευθείας από το υπουργείο ή μέσω των τηλεπικοινωνιακών παρόχων.
- Σε περίπτωση εμπλοκής παρόχων, να προσκομιστεί η σχετική αλληλογραφία και κάθε σύμβαση ή συμφωνία.
Κεντρικό σημείο της έρευνας αποτελεί ο προσδιορισμός του «υπεύθυνου επεξεργασίας», δηλαδή ποιος έλαβε την απόφαση για τη χρήση των αριθμών κινητής τηλεφωνίας. Εφόσον αποδειχθεί ότι το υπουργείο καθόρισε τον σκοπό και έδωσε την εντολή αποστολής, τότε ενδέχεται να θεωρηθεί υπεύθυνος επεξεργασίας, ενώ οι εταιρείες κινητής θα λογίζονται ως εκτελούντες την επεξεργασία.
Οι αγωγές και το ποσό των 10.000 ευρώ
Δεκάδες πολίτες έχουν ήδη προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος, που έχει αναλάβει περισσότερες από 40 αγωγές από τον περασμένο Νοέμβριο, επισημαίνει ότι οι πρώτες 32 υποθέσεις έχουν συζητηθεί, ενώ οι υπόλοιπες αναμένεται να εκδικαστούν τον Απρίλιο.
Οι ενάγοντες ζητούν αποζημίωση 10.000 ευρώ ο καθένας, επικαλούμενοι τον Νόμος 3471/2006, ο οποίος προβλέπει ελάχιστη αποζημίωση σε περιπτώσεις παράνομης επεξεργασίας δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.
Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι το Δημόσιο επικοινώνησε μαζί τους χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση και εκτός των προβλεπόμενων διαύλων. Η νομοθεσία επιτρέπει απευθείας επικοινωνία είτε μέσω του Εθνικού Μητρώου Επικοινωνίας με συναίνεση, είτε μέσω του 112 σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Στην προκειμένη περίπτωση, υποστηρίζουν, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν συνέτρεχε.
Η θέση του υπουργείου και οι πάροχοι
Απαντώντας στις αντιδράσεις, ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης είχε δηλώσει ότι η δράση εντάσσεται στην πολιτική πρόληψης τροχαίων δυστυχημάτων και προστασίας της ανθρώπινης ζωής.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του:
- Δεν υπήρξε οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου.
- Η αποστολή έγινε από τις εταιρείες κινητής στους δικούς τους συνδρομητές.
- Το υπουργείο δεν είχε γνώση ονομάτων ή αριθμών.
- Η πρωτοβουλία προέκυψε έπειτα από πρόταση συλλόγου οικογενειών θυμάτων τροχαίων.
Παρά τις διαβεβαιώσεις, η Αρχή εξετάζει εάν, ανεξαρτήτως του ποιος πάτησε το «κουμπί» της αποστολής, το υπουργείο καθόρισε τον σκοπό και έδωσε την εντολή. Σε αυτή την περίπτωση, η απουσία συγκατάθεσης ενδέχεται να συνιστά παραβίαση του πλαισίου προστασίας δεδομένων.
Εξετάζεται επίσης εάν υπήρξε η απαιτούμενη σύμβαση μεταξύ υπευθύνου και εκτελούντος την επεξεργασία, όπως προβλέπεται από τον ισχύοντα κανονισμό. Μέχρι στιγμής, από τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, δεν προκύπτει σαφής τεκμηρίωση μιας τέτοιας συμφωνίας.
Το επιχείρημα του παρελθόντος και το σημερινό πλαίσιο
Στη δικαστική αίθουσα, σύμφωνα με πληροφορίες, προβλήθηκε το επιχείρημα ότι παρόμοια αποστολή μηνυμάτων είχε πραγματοποιηθεί και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, επί διαφορετικής ηγεσίας της Αρχής.
Το επιχείρημα αυτό προσκρούει στο γεγονός ότι τότε δεν ίσχυε το σημερινό αυστηρό πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων, ούτε οι σύγχρονες υποχρεώσεις διαφάνειας και λογοδοσίας που επιβάλλονται στον υπεύθυνο επεξεργασίας.
Η υπόθεση αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τα όρια της κρατικής επικοινωνίας με τους πολίτες σε μη έκτακτες συνθήκες και για το κατά πόσο ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος αρκεί για να παρακάμψει την αρχή της συγκατάθεσης. Οι απαντήσεις του υπουργείου και το πόρισμα της Αρχής θα κρίνουν όχι μόνο την τύχη των αγωγών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο θα μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιεί τα ψηφιακά κανάλια επικοινωνίας.






