Σε νέα κλιμάκωση του εμπορικού του δόγματος προχωρά ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ανακοινώνοντας ότι θα υπογράψει εκτελεστικό διάταγμα για την επιβολή δασμών 10% σε όλες τις χώρες για διάστημα πέντε μηνών. Η απόφαση έρχεται στον απόηχο της πρόσφατης ετυμηγορίας του Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο έκρινε παράνομο μεγάλο μέρος των προηγούμενων δασμών που είχε επιβάλει η κυβέρνησή του.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επικαλέστηκε το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, υποστηρίζοντας ότι διαθέτει την εξουσία να προχωρήσει χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Παράλληλα, προανήγγειλε την έναρξη «πολλών άλλων ερευνών», χωρίς να διευκρινίσει το αντικείμενό τους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω εμπορικών παρεμβάσεων.
«Δεν χρειάζεται το Κογκρέσο» – Προαναγγελία αύξησης εσόδων
Ο Τραμπ εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι νέοι «παγκόσμιοι δασμοί» θα ενισχύσουν τα δημόσια έσοδα, τα οποία, όπως είπε, «θα αυξηθούν». Τόνισε ότι δεν απαιτείται κοινοβουλευτική έγκριση για την επιβολή τους, επιλέγοντας μια γραμμή εκτελεστικής πρωτοβουλίας σε ένα πεδίο που έχει ήδη προκαλέσει έντονες πολιτικές και θεσμικές αντιδράσεις.
Οι νέοι δασμοί θα προστεθούν στους ήδη ισχύοντες, διαμορφώνοντας ένα βαρύτερο πλαίσιο επιβαρύνσεων για το διεθνές εμπόριο, σε μια περίοδο όπου οι εμπορικές ισορροπίες βρίσκονται υπό πίεση.
Το ερώτημα των επιστροφών και η προοπτική πολυετούς δικαστικής μάχης
Ερωτηθείς εάν η Ουάσινγκτον θα κληθεί να επιστρέψει έσοδα που εισπράχθηκαν εντός του 2025 από δασμούς που κρίθηκαν παράνομοι, ο πρόεδρος απέφυγε σαφή απάντηση. Όπως ανέφερε, το ζήτημα των αποζημιώσεων θα κριθεί από τα δικαστήρια, εκτιμώντας ότι η υπόθεση ενδέχεται να παραμείνει ανοιχτή για την επόμενη πενταετία.
Η τοποθέτηση αυτή προϊδεάζει για παρατεταμένη νομική αντιπαράθεση, με αβέβαιο δημοσιονομικό αποτύπωμα και πιθανές επιπτώσεις στην αξιοπιστία της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής.
Αντιφάσεις για τις εμπορικές συμφωνίες
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι όλες οι εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει η κυβέρνησή του εξακολουθούν να ισχύουν, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «θα πρέπει να γίνουν με διαφορετικό τρόπο». Η διατύπωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες ορισμένες συμφωνίες που διαπραγματεύτηκε βάσει του Νόμου Επειγουσών Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977 δεν έχουν πλέον ισχύ.
Το τοπίο που διαμορφώνεται παραμένει θολό, με ερωτήματα για τη νομική βάση και τη διάρκεια των συμφωνιών αυτών, αλλά και για τη στάση των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ.
Σφοδρή επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο
Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, ο πρόεδρος επιτέθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, δηλώνοντας ότι «ντρέπεται για ορισμένα μέλη του» και κατηγορώντας τα για έλλειψη θάρρους και αντιπατριωτική στάση. Υποστήριξε επίσης ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από ξένα συμφέροντα και από ένα περιορισμένης εμβέλειας πολιτικό κίνημα.
Η απόφαση ελήφθη με πλειοψηφία 6 έναντι 3. Με την πλειοψηφία συντάχθηκαν ο πρόεδρος του Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, οι συντηρητικοί Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ, καθώς και οι φιλελεύθερες δικαστές Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον. Κατά της απόφασης τάχθηκαν οι συντηρητικοί Μπρετ Κάβανο, Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο.
Ο Τραμπ εξέφρασε δημόσια την ικανοποίησή του για τη στάση του Κάβανο, τον οποίο είχε διορίσει ο ίδιος, δηλώνοντας ότι αισθάνεται υπερήφανος για εκείνον.
Εμπορική στρατηγική σε τροχιά σύγκρουσης
Η νέα πρωτοβουλία επαναφέρει στο προσκήνιο τη στρατηγική των καθολικών δασμών ως βασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Ταυτόχρονα, εντείνει τη θεσμική αντιπαράθεση μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, σε μια συγκυρία όπου οι αποφάσεις για το εμπόριο αποκτούν ευρύτερες γεωπολιτικές διαστάσεις.
Το επόμενο διάστημα θα κρίνει αν οι νέοι δασμοί θα λειτουργήσουν ως μοχλός πίεσης στις διεθνείς διαπραγματεύσεις ή αν θα πυροδοτήσουν έναν νέο κύκλο εμπορικών αντιποίνων και δικαστικών εμπλοκών, με αβέβαιη κατάληξη τόσο για την αμερικανική οικονομία όσο και για το παγκόσμιο εμπόριο.




