Σε μια απόφαση-ράπισμα το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ακύρωσε το μεγαλύτερο μέρος των εκτεταμένων δασμών που είχε επιβάλει ο Ντόναλντ Τραμπ, κρίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν διέθετε την απαιτούμενη εξουσιοδότηση για να επικαλεστεί κατάσταση οικονομικής έκτακτης ανάγκης και να επιβάλει ένα τόσο ευρύ πλέγμα εμπορικών μέτρων.
Η απόφαση, που ελήφθη με πλειοψηφία έξι δικαστών έναντι τριών, συνιστά ηχηρή πολιτική ήττα για τον πρόεδρο και ταυτόχρονα μια σπάνια πράξη θεσμικής αντίστασης από ένα δικαστήριο με συντηρητική πλειοψηφία.
Το σκεπτικό της απόφασης: Όρια στην επίκληση «έκτακτης ανάγκης»
Στο επίκεντρο της ετυμηγορίας βρέθηκε η χρήση από τον Λευκό Οίκο του νόμου του 1977 περί έκτακτων οικονομικών εξουσιών, γνωστού ως International Emergency Economic Powers Act (IEEPA). Ο νόμος δίνει στον πρόεδρο τη δυνατότητα να «ρυθμίζει» το εμπόριο σε περιπτώσεις εθνικής έκτακτης ανάγκης.
Οι δικαστές έκριναν ότι η εξουσιοδότηση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ευρέως ώστε να δικαιολογεί την επιβολή δασμών σε προϊόντα από σχεδόν το σύνολο των εμπορικών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών. Με άλλα λόγια, το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε σαφή όρια στη δυνατότητα του εκάστοτε προέδρου να μετατρέπει το εμπορικό έλλειμμα ή γενικότερες οικονομικές πιέσεις σε νομικό επιχείρημα «έκτακτης ανάγκης».
Ποιοι δασμοί ακυρώνονται – Ποιοι παραμένουν σε ισχύ
Η απόφαση αφορά τους δασμούς που είχαν παρουσιαστεί από τον Τραμπ ως «αμοιβαίοι» και επιβλήθηκαν οριζόντια σε προϊόντα από μεγάλο μέρος του κόσμου, με συντελεστές που κυμαίνονταν από 10% έως 50%.
Ο πρόεδρος είχε επικαλεστεί αρχικά, τον Φεβρουάριο του 2025, την κρίση διακίνησης ναρκωτικών για να επιβάλει δασμούς σε Κίνα, Μεξικό και Καναδά, και στη συνέχεια, τον Απρίλιο, χαρακτήρισε το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ «έκτακτη και ασυνήθιστη απειλή», επεκτείνοντας το μέτρο σχεδόν παγκοσμίως.
Αντίθετα, δεν επηρεάζονται οι δασμοί που επιβλήθηκαν σε συγκεκριμένους κλάδους – όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ξυλεία και η αυτοκινητοβιομηχανία – βάσει του άρθρου 232 του Trade Expansion Act του 1962, με επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας. Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις παραμένουν σε ισχύ.
Η αντίδραση Τραμπ και το «εφεδρικό σχέδιο»
Ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την απόφαση «ντροπή», μιλώντας σε πρωινή συνάντηση με κυβερνήτες στον Λευκό Οίκο, σύμφωνα με άτομα που είναι εξοικειωμένα με τις δηλώσεις του. Όπως μεταφέρθηκε, ο πρόεδρος διαβεβαίωσε ότι διαθέτει «εφεδρικό σχέδιο» για να διατηρήσει την πίεση στο εμπορικό μέτωπο.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης είχαν προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο αρνητικής απόφασης, διαβεβαιώνοντας τον πρόεδρο ότι υπάρχουν εναλλακτικά νομικά εργαλεία για την επαναφορά ή την αναδιατύπωση των μέτρων. Τις προηγούμενες εβδομάδες, σύμφωνα με πηγές του Λευκού Οίκου, ο Τραμπ εξέφραζε σε ιδιωτικές συνομιλίες έντονη δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση της απόφασης.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο πρόεδρος επρόκειτο να συναντηθεί με τον Γενικό Γραμματέα του Βιετνάμ Το Λαμ, σε μια συγκυρία όπου οι εμπορικές ισορροπίες στην Ασία αποκτούν νέα σημασία.
Οι αγορές αντιδρούν θετικά – Το στοίχημα του πληθωρισμού
Η πρώτη αντίδραση της Wall Street ήταν θετική. Ο Dow Jones Industrial Average κατέγραψε άνοδο 0,34%, ο S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,48%, ενώ ο Nasdaq Composite κινήθηκε υψηλότερα κατά 0,57% στα πρώτα λεπτά της συνεδρίασης. Η εξέλιξη ερμηνεύτηκε ως ένδειξη ανακούφισης από επενδυτές που ανησυχούσαν για περαιτέρω επιβάρυνση του κόστους εισαγωγών και κλιμάκωση εμπορικών εντάσεων.
Το διακύβευμα παραμένει υψηλό. Οι επίμαχοι δασμοί αφορούν εμπορικές ροές αξίας τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος για τις επιχειρήσεις, στις τιμές καταναλωτή και στο διαθέσιμο εισόδημα των Αμερικανών. Ο πληθωρισμός, που ήδη αποτελεί κεντρικό πολιτικό ζήτημα, ενδέχεται να δεχθεί νέες πιέσεις εάν ο Λευκός Οίκος επιχειρήσει να κινηθεί εκ νέου επιθετικά.
Η πολιτική διάσταση: Εμπόριο, ελλείμματα και εκλογική ρητορική
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι δασμοί αυξάνουν τα κρατικά έσοδα, ενθαρρύνουν την κατανάλωση αμερικανικών προϊόντων και λειτουργούν ως μοχλός επαναβιομηχάνισης. Κεντρικός του στόχος παραμένει η μείωση του εμπορικού ελλείμματος, το οποίο παρουσιάζει ως ένδειξη «εκμετάλλευσης» των ΗΠΑ από ξένες χώρες.
Παράλληλα, έχει χρησιμοποιήσει τους δασμούς ως εργαλείο πίεσης σε ευρύτερα ζητήματα, από τη μετανάστευση έως την καταπολέμηση της διακίνησης φαιντανύλης. Στην πράξη, ωστόσο, αρκετά από τα μέτρα τροποποιήθηκαν ή ανεστάλησαν μετά τις αρχικές ανακοινώσεις, υπό την πίεση αγορών και συμμάχων.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου μεταβάλλει τους όρους του παιχνιδιού. Περιορίζει τη δυνατότητα του προέδρου να επεκτείνει μονομερώς το πεδίο των εκτελεστικών εξουσιών στο εμπόριο και επαναφέρει στο προσκήνιο τον ρόλο του Κογκρέσου στη χάραξη εμπορικής πολιτικής.
Σε μια περίοδο έντονων γεωοικονομικών ανταγωνισμών, η σύγκρουση ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και το Ανώτατο Δικαστήριο αποκαλύπτει ότι το μέτωπο του παγκόσμιου εμπορίου περνά πλέον και μέσα από τα όρια της αμερικανικής συνταγματικής τάξης.





