Η εικόνα ενός μέλους της βασιλικής οικογένειας να συλλαμβάνεται, να φωτογραφίζεται και να δακτυλοσκοπείται από τη Scotland Yard συνιστά ιστορική ρήξη για τον βρετανικό θρόνο. Ο έκπτωτος πρίγκηπας Άντριου, άλλοτε προβεβλημένο στέλεχος της «οικογενειακής επιχείρησης» των Ουίνδσορ, βρέθηκε από το Royal Lodge του Windsor Great Park σε καθεστώς κράτησης, έστω και προσωρινής, στο πλαίσιο νέας έρευνας που συνδέεται με τα λεγόμενα «Epstein Files».
Το πλήγμα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αγγίζει τον ίδιο τον θεσμό της μοναρχίας σε μια περίοδο που ο Charles III επιχειρεί να σταθεροποιήσει το Στέμμα σε ένα περιβάλλον αυξημένης δυσπιστίας.
Από το Παλάτι στο κρατητήριο
Μέχρι πρόσφατα, ο Άντριου εξέδιδε ανακοινώσεις μέσω των ανακτόρων και εμφανιζόταν δίπλα στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας σε επίσημες τελετές, όπως στην κηδεία της Princess Alexandra στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ. Για χρόνια αξιοποιούσε το Buckingham Palace ως φόντο για την επενδυτική πρωτοβουλία Pitch@Palace, ακόμη και μετά την αποχώρησή του από τη θέση του εμπορικού απεσταλμένου.
Η σύλληψή του για υπόνοια «παράβασης καθήκοντος δημόσιου λειτουργού» σηματοδοτεί πρωτοφανή εξέλιξη: για πρώτη φορά εξετάζεται αν μέλος της βασιλικής οικογένειας μπορεί να εμπίπτει νομικά στην κατηγορία δημόσιου λειτουργού, λόγω της προηγούμενης θεσμικής του ιδιότητας. Το συγκεκριμένο αδίκημα, σύμφωνα με το βρετανικό δίκαιο, επισύρει ακόμη και ισόβια κάθειρξη.
Η έρευνα, που φέρεται να συνδέεται με στοιχεία από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με τον Jeffrey Epstein, επικεντρώνεται σε πιθανή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών κατά την περίοδο που ο Άντριου υπηρετούσε ως ειδικός εμπορικός απεσταλμένος (2001-2011). Δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες και ο φάκελος αναμένεται να αξιολογηθεί από την Εισαγγελία της Κορώνας (CPS), διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες.
Η δύσκολη εξίσωση για τον βασιλιά
Ο Κάρολος Γ΄ αντέδρασε με άμεση και αυστηρή δήλωση, εκφράζοντας «βαθιά ανησυχία» και δεσμευόμενος για πλήρη συνεργασία με τις Αρχές, χωρίς καμία αναφορά στον οικογενειακό δεσμό. Είχαν προηγηθεί η αφαίρεση τίτλων, η απομάκρυνση από βασιλικές κατοικίες και η σαφής αποστασιοποίηση του Στέμματος.
Η γραμμή του Παλατιού συνοψίζεται σε μια κεντρική αρχή: ο νόμος ακολουθεί την πορεία του. Ωστόσο, το πολιτικό και θεσμικό κόστος δεν αποτιμάται μόνο με νομικούς όρους. Η κοινή γνώμη δυσκολεύεται να διαχωρίσει την «οικογένεια» από τον «θεσμό». Για περισσότερες από έξι δεκαετίες, ο Άντριου υπήρξε οργανικό κομμάτι της δημόσιας εικόνας της μοναρχίας. Η αποκοπή του σήμερα λειτουργεί ως έμμεση παραδοχή ότι το πρόβλημα υπήρχε και εξελισσόταν επί χρόνια.
Θεσμική κρίση με βάθος δεκαπενταετίας
Η υπόθεση αποτελεί κορύφωση μιας κρίσης που ξεκίνησε με τη δημοσιοποίηση των δεσμών του Άντριου με τον Έπστιν και εντάθηκε με τον εξωδικαστικό συμβιβασμό με τη Virginia Giuffre το 2022. Το 2025, νέα δημοσιεύματα και αποκαλύψεις αναζωπύρωσαν την πίεση, οδηγώντας τελικά στην πλήρη απομάκρυνσή του από το Royal Lodge και στη μεταφορά του σε ιδιωτική κατοικία στο Σάντριγχαμ.
Για το Στέμμα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ποινική διάσταση της υπόθεσης. Είναι η συσσωρευμένη φθορά αξιοπιστίας. Η μοναρχία στηρίζεται στη συνέχεια, στην παράδοση και στην ηθική αυθεντία. Όταν ένα μέλος της γραμμής διαδοχής βρίσκεται αντιμέτωπο με τόσο βαριές υπόνοιες, η συζήτηση μετατοπίζεται από το πρόσωπο στο σύστημα.
Το ανοιχτό ερώτημα για τη μοναρχία
Το Παλάτι προβάλλει τις άνευ προηγουμένου κινήσεις του βασιλιά ως απόδειξη θεσμικής υπευθυνότητας. Οι επικριτές, ωστόσο, θέτουν εύλογα ερωτήματα: γιατί η αντίδραση δεν ήταν ταχύτερη τα προηγούμενα χρόνια; Ποια στοιχεία οδήγησαν στην τελική ρήξη; Και κυρίως, υπάρχουν ακόμη πτυχές που δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας;
Η ένταση της επικαιρότητας θα υποχωρήσει. Η θεσμική δοκιμασία παραμένει. Σε μια χώρα όπου η μοναρχία επιβιώνει μέσα από την ισορροπία ανάμεσα στη συμβολική ενότητα και τη δημόσια λογοδοσία, η υπόθεση Άντριου επαναφέρει με οξύ τρόπο το ερώτημα αν ο βρετανικός θρόνος μπορεί να παραμείνει υπεράνω σκανδάλων όταν το βασιλικό αίμα βρίσκεται στο επίκεντρο της έρευνας.





