Η δραματική μείωση της αλατότητας σε μία από τις πιο αλμυρές θαλάσσιες περιοχές του πλανήτη πυροδοτεί νέο κύμα ανησυχίας για τη σταθερότητα του παγκόσμιου κλιματικού συστήματος. Επιστήμονες προειδοποιούν ότι η αποδυνάμωση της ωκεάνιας «ταινίας μεταφοράς» – με κεντρικό κρίκο το Ρεύμα του Κόλπου – μπορεί να οδηγήσει σε ακραίες μεταβολές του κλίματος, με τη Δυτική Ευρώπη να βρίσκεται στο επίκεντρο των πιθανών επιπτώσεων.
Το Ρεύμα του Κόλπου και η εύθραυστη ισορροπία του Ατλαντικού
Το Ρεύμα του Κόλπου αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα και ταχύτερα θερμά θαλάσσια ρεύματα του πλανήτη. Δημιουργείται στον Κόλπος του Μεξικού, διέρχεται από τα στενά της Φλόριντα και ακολουθεί τις ανατολικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών και της Νέας Γης πριν διασχίσει τον Ατλαντικό.
Η λειτουργία του είναι κρίσιμη: μεταφέρει θερμότητα από τους τροπικούς προς τον Βόρειο Ατλαντικό, διατηρώντας ηπιότερο το κλίμα της Δυτικής Ευρώπης. Η επιβράδυνση αυτού του ρεύματος – φαινόμενο που οι επιστήμονες περιγράφουν ως «αποδυνάμωση» – έχει ήδη καταγραφεί ως η εντονότερη των τελευταίων χιλίων ετών. Σε σενάριο κατάρρευσης, οι θερμοκρασίες στη Δυτική Ευρώπη θα μπορούσαν να υποχωρήσουν έως και στους -7°C, μεταβάλλοντας ριζικά τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Η ανησυχητική «γλύκανση» του νότιου Ινδικού Ωκεανού
Στο επίκεντρο της νέας μελέτης βρίσκεται ο νότιος Ινδικός Ωκεανός, στα ανοιχτά της νοτιοδυτικής Αυστραλίας. Η περιοχή ήταν διαχρονικά από τις πιο αλμυρές στον κόσμο, λόγω των ξηρών κλιματικών συνθηκών. Ωστόσο, τα τελευταία 60 χρόνια η έκταση των ιδιαίτερα αλμυρών υδάτων έχει μειωθεί κατά 30%.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο στο Μπούλντερ καταγράφουν μεταβολή «εντυπωσιακού ρυθμού». Η επικεφαλής της μελέτης, Γουέιτσινγκ Χαν, μιλά για μεγάλης κλίμακας ανακατανομή του γλυκού νερού μέσα στον ωκεανό, σε μια περιοχή-κλειδί για την παγκόσμια κυκλοφορία.
Η μείωση της αλατότητας ισοδυναμεί, σύμφωνα με τους επιστήμονες, με την προσθήκη όγκου γλυκού νερού που αντιστοιχεί περίπου στο 60% της λίμνης Τάχο κάθε χρόνο. Η κλίμακα της μεταβολής δείχνει ότι πρόκειται για δομική αλλαγή και όχι για παροδική διακύμανση.
Η θερμοαλατική κυκλοφορία και το σύστημα AMOC
Η διαφοροποίηση στην αλατότητα μεταξύ περιοχών δημιουργεί τη λεγόμενη θερμοαλατική κυκλοφορία – μια τεράστια «ταινία μεταφοράς» που κατανέμει θερμότητα, αλάτι και γλυκό νερό σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Κεντρικό τμήμα αυτής της διαδικασίας είναι το σύστημα Atlantic Meridional Overturning Circulation (AMOC), στο οποίο εντάσσεται και το Ρεύμα του Κόλπου. Το AMOC μεταφέρει θερμά επιφανειακά νερά από τους τροπικούς προς τον Βόρειο Ατλαντικό. Εκεί, τα νερά ψύχονται, αυξάνουν σε πυκνότητα και βυθίζονται, επιστρέφοντας νότια σε μεγαλύτερα βάθη.
Η μείωση της αλατότητας στον νότιο Ινδικό Ωκεανό διαταράσσει αυτή την ισορροπία. Το πιο γλυκό νερό είναι ελαφρύτερο, παραμένει στην επιφάνεια και ενισχύει τη στρωμάτωση. Η κάθετη ανάμιξη περιορίζεται, μειώνοντας τη δυνατότητα των υδάτων να βυθίζονται και να τροφοδοτούν τον παγκόσμιο κύκλο.
Οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι η αιτία δεν είναι οι τοπικές βροχοπτώσεις, αλλά οι μεταβολές στους επιφανειακούς ανέμους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Οι αλλαγές αυτές ωθούν περισσότερα γλυκά νερά από τη δεξαμενή του Ινδο-Ειρηνικού προς τον νότιο Ινδικό Ωκεανό.
Οι πιθανές συνέπειες για την Ευρώπη και τον πλανήτη
Ο κλιματολόγος Ντέιβιντ Θόρναλεϊ από το University College London έχει προειδοποιήσει ότι κατάρρευση του AMOC θα πυροδοτούσε ισχυρότερες χειμερινές καταιγίδες, εντονότερους δυτικούς ανέμους και γενικευμένη πτώση θερμοκρασιών στο βόρειο ημισφαίριο.
Πέρα από το ψύχος, οι επιπτώσεις θα περιλάμβαναν πλημμύρες, απώλειες καλλιεργειών, πιέσεις στις ενεργειακές υποδομές και αυξημένο κίνδυνο για ευάλωτους πληθυσμούς. Η ωκεάνια κυκλοφορία αποτελεί τον αθέατο μηχανισμό που σταθεροποιεί το κλίμα της Γης. Η διαταραχή του δεν περιορίζεται σε μία ήπειρο· μεταβάλλει την αλληλεπίδραση ωκεανού και ατμόσφαιρας σε παγκόσμια κλίμακα.
Τα νέα δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν κατάρρευση, καταγράφουν όμως μια ταχεία μεταβολή σε κρίσιμο σημείο του πλανητικού συστήματος. Το μήνυμα των επιστημόνων είναι σαφές: η υπερθέρμανση του πλανήτη επηρεάζει ήδη τους βασικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν το κλίμα και περιορίζει τα περιθώρια αδράνειας.






