Σαφές προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας και ταυτόχρονη αδυναμία της αντιπολίτευσης να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση καταγράφει η νέα δημοσκόπηση της GPO για το iefimerida.
Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια εικόνα πολιτικής κυριαρχίας της ΝΔ, με σημαντική απόσταση από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ, αλλά και ένα εκλογικό σώμα που σε πλειοψηφία εκφράζει επιθυμία για πολιτική αλλαγή.
Στην πρόθεση ψήφου η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 24,9%, με το ΠΑΣΟΚ να ακολουθεί στη δεύτερη θέση με 10,9%. Τρίτη δύναμη αναδεικνύεται η Πλεύση Ελευθερίας με 9,2%, ελαφρώς μπροστά από την Ελληνική Λύση που καταγράφει 9%. Το ΚΚΕ ακολουθεί με 7,6%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ περιορίζεται στο 4,6%. Οι αναποφάσιστοι φθάνουν το 16%, ποσοστό που συντηρεί υψηλό βαθμό ρευστότητας, ενώ το «άλλο κόμμα» συγκεντρώνει 7,1%.
Στην εκτίμηση ψήφου με αναγωγή στα έγκυρα, η ΝΔ υπερβαίνει το όριο του 30% και φθάνει στο 30,1%, με το ΠΑΣΟΚ στο 13,2%. Η διαφορά των 16,9 μονάδων διαμορφώνει ένα καθαρό δίπολο κορυφής, χωρίς ωστόσο να συνιστά διπολισμό, καθώς το εκλογικό σώμα παραμένει πολυκερματισμένο. Στην τρίτη θέση βρίσκεται η Πλεύση Ελευθερίας με 11,1% και ακολουθεί η Ελληνική Λύση με 10,9%. Το ΚΚΕ καταγράφει 9,2% και ο ΣΥΡΙΖΑ 5,6%, περνώντας στην έκτη θέση.
Κάτω από το όριο εισόδου στη Βουλή κινούνται το ΜΕΡΑ25 με 2,5%, η Φωνή Λογικής με 2,3%, η Νίκη και η Νέα Αριστερά με 2,2% και το Κίνημα Δημοκρατίας με 2,1%. Το «άλλο κόμμα» στην εκτίμηση ψήφου φθάνει το 8,6%, στοιχείο που υποδηλώνει διάχυτη αναζήτηση πολιτικής έκφρασης εκτός των υφιστάμενων σχηματισμών.
Εξωτερική πολιτική και ελληνοτουρκικά: Διεκδικητική γραμμή ζητά η πλειοψηφία
Η συνάντηση του Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αξιολογείται θετικά από το 43,9% των ερωτηθέντων, ενώ το 49,2% τη θεωρεί μάλλον αρνητική ως προς το αποτέλεσμά της. Παράλληλα, το 57,6% εκτιμά ότι η Ελλάδα οφείλει να ακολουθήσει πιο διεκδικητική πολιτική έναντι της Τουρκίας, την οποία το 76,4% εξακολουθεί να θεωρεί απειλητική για τα ελληνικά συμφέροντα.
Το χαμηλό ποσοστό δημοφιλίας του Τούρκου προέδρου στην ελληνική κοινή γνώμη, που περιορίζεται στο 17,3%, επιβεβαιώνει ότι δεν έχουν οικοδομηθεί επαρκή μέτρα εμπιστοσύνης σε επίπεδο κοινωνιών.
Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης συγκεντρώνει θετικές γνώμες από το 38,9% των πολιτών, επίδοση που αποτελεί τον υψηλότερο δείκτη μεταξύ των επιμέρους κυβερνητικών πολιτικών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται σε ποσοστό 31,2% ο καταλληλότερος εκπρόσωπος της χώρας στα διεθνή φόρα, με σημαντική απόσταση από τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς. Η παραδοσιακά αυξημένη εμπιστοσύνη προς τον εν ενεργεία πρωθυπουργό στα θέματα εξωτερικής πολιτικής ενισχύεται στην παρούσα συγκυρία από την αδυναμία της αντιπολίτευσης να διατυπώσει εναλλακτική στρατηγική με ευρύτερη απήχηση.
Συνταγματική Αναθεώρηση: Ευρείες συναινέσεις με μία εστία αντίθεσης
Ισχυρή αποδοχή καταγράφουν οι περισσότερες προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Η τροποποίηση του άρθρου 86 συγκεντρώνει θετική γνώμη από το 71,4%, η δυνατότητα των ανωτάτων δικαστηρίων να αποφασίζουν για την ηγεσία τους από το 69,1% και η καθιέρωση μίας εξαετούς θητείας για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από το 64,6%. Η καθολική αξιολόγηση στο Δημόσιο συγκεντρώνει 62,4%.
Αντίθετα, η πρόβλεψη για ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων απορρίπτεται οριακά από το 51,3%, με τους ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς και της αριστεράς να εκφράζουν εντονότερη αντίθεση.
Επιθυμία για πολιτική αλλαγή και τα όρια των νέων σχηματισμών
Στις αμιγώς πολιτικές ερωτήσεις, το 29,8% δηλώνει ότι επιθυμεί τη συνέχιση της παρούσας κυβέρνησης μετά τις επόμενες εκλογές, ενώ το 67,9% τάσσεται υπέρ της πολιτικής αλλαγής. Το εύρημα αυτό συνυπάρχει με τη δημοσκοπική υπεροχή της ΝΔ και αποτυπώνει την αδυναμία των αντιπολιτευτικών κομμάτων να συγκροτήσουν πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Το ενδεχόμενο συνεργασίας των κομμάτων της κεντροαριστεράς και της αριστεράς θα μπορούσε να οδηγήσει σε νικηφόρο αποτέλεσμα σύμφωνα με το 42,1% των πολιτών. Η πλειοψηφία, σε ποσοστό 54,1%, εκτιμά ότι ακόμη και υπό αυτό το σενάριο δεν θα ανατρέπονταν οι υφιστάμενοι πολιτικοί συσχετισμοί.
Ως προς τα υπό ίδρυση κόμματα, καταγράφεται περιορισμένη δυναμική. Η δυνητική ψήφος για ενδεχόμενο νέο κόμμα του Αλέξης Τσίπρας φθάνει το 17,3%, για την Μαρία Καρυστιανού το 19,2% και για τον Αντώνης Σαμαράς το 5,8%. Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν δυνητικά εκλογικά όρια και όχι πρόθεση ψήφου, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η συζήτηση περί νέων πολιτικών σχηματισμών δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ώριμο εκλογικό ρεύμα.
Η συνολική εικόνα της έρευνας αναδεικνύει μια πολιτική σκηνή με σταθερό κυβερνητικό προβάδισμα, κατακερματισμένη αντιπολίτευση και κοινωνική κόπωση απέναντι στα σενάρια ανασύνθεσης. Το επόμενο διάστημα θα κριθεί από το αν η επιθυμία για αλλαγή αποκτήσει σαφή πολιτική έκφραση ή αν η σημερινή ισορροπία παγιωθεί.






