Η απόλυση περισσότερων από 300 εργαζομένων από τη Washington Post –σχεδόν του ενός τρίτου του δημοσιογραφικού της προσωπικού– δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά κρίση του έντυπου Τύπου. Σύμφωνα με εκτενή αναφορά του Guardian, πρόκειται για μια εξέλιξη με βαθύ πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα, που επανέφερε με οξύ τρόπο τους φόβους για το κατά πόσο η αμερικανική δημοκρατία μπορεί να αντέξει τις πιέσεις και τις επιθέσεις της εποχής Τραμπ 2.0.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Τζεφ Μπέζος: ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Amazon, ιδιοκτήτης της ιστορικής εφημερίδας από το 2013, ο οποίος κάποτε θεωρήθηκε «σωτήρας» της και σήμερα κατηγορείται ότι την εγκαταλείπει – ή χειρότερα, ότι τη θυσιάζει.
Το μέιλ των «δύσκολων νέων» και μια δημοσιογράφος σε εμπόλεμη ζώνη
Το σοκ των απολύσεων συμπυκνώθηκε με σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο στην περίπτωση της Λίζι Τζόνσον, δημοσιογράφου της Washington Post. Το μέιλ με τίτλο «Δύσκολα νέα» εμφανίστηκε στα εισερχόμενά της στις 16.00 (ώρα ΗΠΑ) της περασμένης Τετάρτης. Τη στιγμή εκείνη, η Τζόνσον βρισκόταν στην Ουκρανία, καλύπτοντας τον πόλεμο.
Λίγα 24ωρα νωρίτερα, έπειτα από ρωσικά πλήγματα στο ηλεκτρικό δίκτυο, είχε αναγκαστεί να εργάζεται μέσα από το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις της: χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, χωρίς πόσιμο νερό. Έγραφε με μολύβι, γιατί το μελάνι του στιλό είχε παγώσει.
Το μήνυμα ήταν λακωνικό και αμείλικτο: «Η θέση σας καταργείται στο πλαίσιο των σημερινών οργανωτικών αλλαγών», με την αιτιολογία ότι αυτό ήταν αναγκαίο για να ανταποκριθεί η εφημερίδα στις «εξελισσόμενες ανάγκες της επιχείρησής μας».
Η αντίδρασή της στο X έμελλε να μείνει στην ιστορία των αμερικανικών ΜΜΕ: «Μόλις απολύθηκα από την Washington Post εν μέσω εμπόλεμης ζώνης. Δεν έχω λόγια».
«Μια άσχημη μέρα»: Η σιωπή σπάει από τα σύμβολα της Post
Η Τζόνσον μπορεί να έμεινε άφωνη, όμως άλλοι βρήκαν –και επέλεξαν– να μιλήσουν.
Ο Ντον Γκράχαμ, γιος της θρυλικής Κάθριν Γκράχαμ που είχε οδηγήσει τη Post στην εποχή του Γουότεργκεϊτ, έσπασε τη σιωπή που διατηρούσε από το 2013, όταν πούλησε την εφημερίδα στον Μπέζος έναντι 250 εκατ. δολαρίων. «Είναι μια άσχημη μέρα», δήλωσε λιτά, αλλά με βαρύ συμβολισμό.
Ακόμη πιο φορτισμένη ήταν η αντίδραση του Μπομπ Γούντγουορντ, του δημοσιογράφου που μαζί με τον Καρλ Μπέρνστιν αποκάλυψαν το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. «Είμαι συντετριμμένος», είπε, δίνοντας φωνή σε μια ολόκληρη γενιά που ταύτισε τη Washington Post με τη δημοκρατική λογοδοσία.
Ο Μάρτιν Μπάρον, εμβληματικός πρώην διευθυντής της εφημερίδας, μίλησε για «μία από τις πιο σκοτεινές μέρες στην ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς». Η φωνή του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα: ήταν εκείνος που, πριν από τη Post, είχε διευθύνει την Boston Globe την περίοδο που αποκάλυψε το σκάνδαλο σεξουαλικών κακοποιήσεων στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας, έρευνα που τιμήθηκε με Πούλιτζερ.
Οι αιχμές Μπάρον και το «άσχημο στίγμα» του Μπέζος
Ο Μπάρον δεν μάσησε τα λόγια του. Κατηγόρησε ευθέως τον Μπέζος για «αηδιαστικές προσπάθειες να κερδίσει την εύνοια του προέδρου Τραμπ», επισημαίνοντας ότι αυτή η στάση αφήνει ένα ιδιαίτερα «άσχημο στίγμα» στη φήμη της Washington Post.
Η κριτική αυτή αγγίζει την καρδιά του προβλήματος: δεν πρόκειται απλώς για περικοπές κόστους, αλλά για μια βαθύτερη μετατόπιση ισχύος, προτεραιοτήτων και πολιτικών συμμαχιών.
Διαμαρτυρίες έξω από τα γραφεία και οργή στο εσωτερικό
Την Πέμπτη, εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της Post, εκφράζοντας την αλληλεγγύη τους στους απολυμένους. Ο Πάτρικ Νιλσεν, τεχνικός της εφημερίδας, περιέγραψε την κατάσταση ως «απογοητευτική σε τεράστια κλίμακα». «Δεν φαίνεται να τους νοιάζει καθόλου αυτός ο οργανισμός και οι άνθρωποι που τον κάνουν να λειτουργεί», είπε.
Ανάλογες ήταν οι αντιδράσεις και από δημοσιογράφους με μακρά θητεία. Ο Ρόμπερτ Μακάρτνεϊ, που εργάστηκε στην Post επί 39 χρόνια, χαρακτήρισε τις απολύσεις «τραγωδία και εξωφρενικές». Όπως πολλοί πρώην και νυν συντάκτες, εξέφρασε την έκπληξή του για την έντονη αντίθεση ανάμεσα στη στάση του Μπέζος κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ και στη σημερινή του συμπεριφορά.
Από «σωτήρας» σε σκιώδη παρουσία
Κατά τα πρώτα οκτώ χρόνια της ιδιοκτησίας Μπέζος, και ιδίως την περίοδο της πρώτης θητείας Τραμπ, το κλίμα ήταν διαφορετικό. «Τον βλέπαμε ως σωτήρα», θυμάται ο Μακάρτνεϊ. «Έβαλε χρήματα στην Post, δεν παρενέβαινε στη δουλειά μας και αντιστάθηκε στον Τραμπ».
Το 2017, λίγο μετά την πρώτη ορκωμοσία του Τραμπ, η Washington Post παρουσίασε το νέο της σλόγκαν: «Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι». Το μότο παραμένει ακόμη κάτω από τον τίτλο της εφημερίδας, όμως, όπως σημειώνουν πολλοί, τίποτα άλλο δεν είναι ίδιο.
Η χειρότερη στιγμή για έναν θεματοφύλακα της λογοδοσίας
Ο Μάρκους Μπράουλι, πρώην διευθυντής σύνταξης της Post και σήμερα επενδυτής στον χώρο των ψηφιακών ΜΜΕ, χαρακτήρισε τη συγκυρία τη χειρότερη δυνατή στιγμή για να πληγεί ένας από τους βασικούς θεματοφύλακες της δημόσιας λογοδοσίας στις ΗΠΑ.
Το επιχείρημα ότι οι απολύσεις υπαγορεύτηκαν από οικονομική ανάγκη καταρρίπτεται εύκολα. Ο Τζεφ Μπέζος είναι, σύμφωνα με το Forbes, ο τέταρτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, με περιουσία που αγγίζει τα 245 δισ. δολάρια.
Ο Πιτ Μπέικερ, επικεφαλής διαπιστευμένων συντακτών των New York Times στον Λευκό Οίκο, το έθεσε ωμά: ο Μπέζος θα μπορούσε να καλύψει ζημιές πενταετίας της Washington Post –ύψους 100 εκατ. δολαρίων– με τα κέρδη μίας και μόνο εβδομάδας.
Απών όταν «έπεφταν κεφάλια», παρών στα κόκκινα χαλιά
Την ημέρα που ανακοινώνονταν οι απολύσεις, ο Μπέζος ήταν άφαντος. Μία εβδομάδα νωρίτερα, ωστόσο, είχε υποδεχθεί ευδιάθετος τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ στην έδρα της διαστημικής του εταιρείας στην Φλόριντα.
Ανάλογη εικόνα και για τον Γουίλ Λιούις, σύμβουλο του Μπέζος και εκδότη της Post. Την επομένη της κατάργησης του αθλητικού τμήματος, εμφανίστηκε στο «κόκκινο χαλί» εκδήλωσης για το Super Bowl του NFL στο Σαν Φρανσίσκο.
Το ντοκιμαντέρ «Melania» και η πολιτισμική παρακμή
Ιδιαίτερο συμβολισμό έχει και η χρονική σύμπτωση: οι απολύσεις ανακοινώθηκαν μόλις πέντε ημέρες μετά την κυκλοφορία του ντοκιμαντέρ «Melania», για την πρώτη κυρία των ΗΠΑ, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από την Amazon MGM Studios. Ο Μπέζος επένδυσε 75 εκατ. δολάρια σε αυτό που ο Guardian χαρακτήρισε «επιχρυσωμένο σκουπίδι», χωρίς να φαίνεται να τον απασχολεί η πενιχρή του απόδοση.
Ο ιστορικός Σάιμον Σάμα συνόψισε το διακύβευμα με μια φράση που μοιάζει ετυμηγορία: «Αυτό που έκανε ο Μπέζος για τη Μελάνια, ενώ καταστρέφει τη δική του εφημερίδα, θα θεωρηθεί ως το πιο κραυγαλέο σύμπτωμα της πολιτιστικής κατάρρευσης σε μια δημοκρατία που κρέμεται από μια κλωστή».
Σε αυτό το σκοτεινό φόντο, το σύνθημα «Η δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι» ηχεί πλέον όχι ως προειδοποίηση, αλλά ως πικρή διαπίστωση.






