05 Φεβ 2026

Δείτε επίσης

Το τέλος την New START και η αρχή μιας νέας πυρηνικής εποχής

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

«Αν λήξει, έληξε. Θα καταλήξουμε σε μια καλύτερη συμφωνία». Με αυτή τη χαρακτηριστική φράση, ο Ντόναλντ Τραμπ σχολίαζε τον περασμένο Ιανουάριο στους New York Times το ενδεχόμενο λήξης της συνθήκης New START, της τελευταίας εναπομείνασας συμφωνίας ελέγχου των στρατηγικών πυρηνικών όπλων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία. Σήμερα, η λήξη της New START αποτελεί γεγονός — και μαζί της κλείνει ένα κεφάλαιο άνω των πενήντα ετών προσπαθειών περιορισμού του πιο καταστροφικού οπλοστασίου στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ο κόσμος εισέρχεται, πλέον, σε μια περίοδο χωρίς σαφή, δεσμευτικά όρια για τα πυρηνικά όπλα των δύο ισχυρότερων πυρηνικών δυνάμεων του πλανήτη.

Όρια, προθεσμίες και ιστορικές δεσμεύσεις

Η New START υπήρξε ο τελευταίος κρίκος μιας μακράς αλυσίδας συμφωνιών. Η αρχική Συνθήκη START I είχε υπογραφεί στις 31 Ιουλίου 1991 από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν και τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, σε μια ύστατη προσπάθεια σταθεροποίησης του πυρηνικού ανταγωνισμού λίγο πριν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Προέβλεπε ανώτατο όριο 6.000 ανεπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών για κάθε πλευρά — έναν εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο, αν αναλογιστεί κανείς ότι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ διέθεταν τότε περίπου 20.000 και 40.000 κεφαλές αντίστοιχα.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ οδήγησε στο Πρωτόκολλο της Λισαβόνας το 1992, με το οποίο Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία και Καζακστάν αναγνωρίστηκαν ως διάδοχα μέρη της συμφωνίας. Δεκαεννέα χρόνια αργότερα, η ανανεωμένη New START τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2011, με διάρκεια δεκαπέντε ετών.

Το νέο πλαίσιο ήταν σαφώς πιο αυστηρό: 1.550 ανεπτυγμένες στρατηγικές πυρηνικές κεφαλές για κάθε πλευρά, έως 700 διηπειρωτικούς και υποβρύχιους πυραύλους και 800 εκτοξευτές συνολικά. Κρίσιμο στοιχείο της συμφωνίας ήταν οι επιτόπιες επιθεωρήσεις με σύντομη προειδοποίηση, που διασφάλιζαν έναν ελάχιστο βαθμό διαφάνειας και προβλεψιμότητας.

Από την αναστολή στη λήξη

Το σύστημα επιθεωρήσεων ανεστάλη αρχικά λόγω της πανδημίας και ουσιαστικά κατέρρευσε το 2023, όταν η Ρωσία ανέστειλε τη συμμετοχή της, επικαλούμενη τη στρατιωτική και πολιτική στήριξη των ΗΠΑ προς την Ουκρανία μετά τη ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου 2022.

Παράδοξα, το φθινόπωρο του 2025 η Μόσχα ήταν εκείνη που πρότεινε ετήσια παράταση της συμφωνίας. Μετά τη συνάντηση Τραμπ–Πούτιν στο Άνκορατζ της Αλάσκας, στις 15 Αυγούστου, ο ρώσος πρόεδρος είχε μιλήσει για την ανάγκη «κάποιου βαθμού εγκράτειας και προβλεψιμότητας», υπό την προϋπόθεση ότι και η Ουάσιγκτον θα επέδειχνε αντίστοιχη βούληση. Η αρχική θετική αντίδραση του Λευκού Οίκου, ωστόσο, δεν μεταφράστηκε ποτέ σε πρακτικές κινήσεις.

Έτσι, η προθεσμία παρήλθε — και μαζί της έληξε και η τελευταία δικλείδα ασφαλείας του διμερούς πυρηνικού ελέγχου.

Παγκόσμιοι κίνδυνοι και το κινεζικό αποτύπωμα

Το εύλογο ερώτημα είναι «και τώρα τι;». Η New START, σε μια εποχή γενικευμένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, αποτελούσε την ελάχιστη εγγύηση ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούσαν να συνεννοηθούν έστω στο ζήτημα της αποτροπής του πυρηνικού ολέθρου.

Η λήξη της σηματοδοτεί το τέλος μιας περιόδου άνω των πενήντα ετών, που ξεκίνησε με τη SALT I το 1972 —τη συμφωνία Νίξον–Μπρέζνιεφ που «πάγωσε» τον αριθμό των βαλλιστικών πυραύλων— και συνεχίστηκε με διαδοχικές προσπάθειες περιορισμού του ανταγωνισμού. Πλέον, η απουσία οποιουδήποτε δεσμευτικού πλαισίου ανοίγει τον δρόμο για μια νέα κούρσα εξοπλισμών, αυξάνοντας εκ των πραγμάτων τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών και καταστροφικών συγκρούσεων.

Δεν συμμερίζονται, ωστόσο, όλοι αυτή την ανησυχία. Αναλυτές όπως ο Γκρεγκ Γουίβερ του Atlantic Council υποστηρίζουν ότι το στρατηγικό περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά από το 2010, όταν —όπως λένε— Ρωσία και Κίνα δεν θεωρούνταν άμεσες απειλές αντίστοιχου μεγέθους. Η είσοδος της Κίνας στο πυρηνικό «κάδρο» εξηγεί εν μέρει τη στάση της Ουάσιγκτον.

Αντίθετη άποψη εκφράζει το περιοδικό Diplomat. Η αναλύτρια Κάρολαϊν Νόβακ εκτιμά ότι η λήξη της συμφωνίας στέλνει στο Πεκίνο το μήνυμα πως οι ΗΠΑ δεν πιστεύουν πλέον στη σταθερότητα μέσω σαφών ορίων. Κατά την ίδια, πρόκειται για πολιτική επιλογή με σοβαρές στρατηγικές συνέπειες — και εν τέλει για μια έμμεση «νίκη» της Κίνας, η οποία έχει διπλασιάσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο από το 2020 και διαθέτει πλέον περίπου 1.000 πυρηνικές κεφαλές, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου.

Ένας κόσμος χωρίς φρένα

Όλα αυτά εκτυλίσσονται σε ένα διεθνές περιβάλλον ήδη φορτισμένο: ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, το Σουδάν παραμένει σε αιματηρή σύγκρουση, η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε μόνιμη κατάσταση ανάφλεξης και ο ανταγωνισμός πυρηνικών δυνάμεων όπως η Ινδία και το Πακιστάν εντείνεται.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ χαρακτήρισε τη λήξη της New START «σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια», προειδοποιώντας ότι για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα δεν υφίσταται κανένα δεσμευτικό όριο στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια ΗΠΑ και Ρωσίας — κρατών που κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των πυρηνικών όπλων παγκοσμίως.

Υπενθύμισε ότι ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών, από τον Ψυχρό Πόλεμο έως σήμερα, συνέβαλε καθοριστικά στην αποτροπή της καταστροφής, οικοδομώντας σταθερότητα και μειώνοντας τον κίνδυνο ολέθριων λαθών. «Η διάλυση δεκαετιών επιτευγμάτων δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή», τόνισε, επισημαίνοντας ότι ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι σήμερα ο υψηλότερος εδώ και δεκαετίες.

Το μήνυμα του ΟΗΕ είναι σαφές: η λήξη της New START δεν αποτελεί το τέλος της ιστορίας, αλλά ένα επικίνδυνο κενό. Ένα κενό που, αν δεν καλυφθεί άμεσα με ένα νέο, επαληθεύσιμο πλαίσιο ελέγχου, απειλεί να μετατρέψει τον 21ο αιώνα σε εποχή ανεξέλεγκτης πυρηνικής αναμέτρησης.

Δείτε επίσης

Το τέλος την New START και η αρχή μιας νέας πυρηνικής εποχής | Anatropi News.gr