04 Φεβ 2026

Δείτε επίσης

Dourgouti Town: Η γειτονιά που έγινε τραγούδι, μνήμη και ντοκιμαντέρ

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Το Δουργούτι δεν είναι απλώς μια παλιά ονομασία του Νέου Κόσμου. Είναι μια ολόκληρη ιστορία συμπυκνωμένη σε λίγα τετραγωνικά ανάμεσα στη Συγγρού και τη λεωφόρο Βουλιαγμένης.

Ένας τόπος προσφυγιάς, φτώχειας και επιβίωσης, αλλά και ένας από τους πιο φορτισμένους κοινωνικά και πολιτισμικά μικρόκοσμους της αθηναϊκής ιστορίας. Το λεγόμενο σήμερα Dourgouti Town δεν είναι μόδα· είναι μνήμη που επιμένει.

Στην πρώτη του απόπειρα στο είδος του ντοκιμαντέρ, ο Δημήτρης Μπαβέλλας («Runaway Day», «Η Αναζήτηση της Λώρα Ντυράντ») μας κατατοπίζει στον Νέο Κόσμο ανιχνεύοντας τον …παλιό. Το Δουργούτι, δηλαδή, όπως λεγόταν κάποτε η λαϊκή αθηναϊκή γειτονιά (από το επώνυμο μιας οικογένειας που αγόρασε εκεί τα πρώτα χωράφια ή το όνομα ενός τοπικού άρχοντα επί τουρκοκρατίας -οι γνώμες διίστανται). Ή τα Αρμένικα, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν την τότε παραγκούπολη, λόγω των Αρμένιων προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί μετά τη γενοκτονία του 1915.

Τα στάδια οικοδόμησης και ανοικοδόμησης της συνοικίας ανά τις δεκαετίες, από τα παραπήγματα που ολοένα αυξάνονταν από την εισροή ποικίλων προσφυγικών πληθυσμών, Μικρασιατών και Ελλαδιτών, στα χρόνια του 1920, μέχρι τα «βενιζελικά» οικήματα του ’30 και τις παπανδρεϊκές πολυκατοικίες του 1965, που έδωσαν στον Νέο Κόσμο τη σημερινή του όψη, ξετυλίγονται μέσα από ομιλούντα κεφάλια θυμούμενα ιστορίες μιας τραγικής διαβίωσης -φτώχεια, ανέχεια και η μόνιμη απειλή του Ιλισσού που τους… μετακόμιζε όποτε φούσκωνε- που όμως έχουν έναν νοσταλγικό και συχνά και χιουμοριστικό τόνο στις αφηγήσεις, σαν να μιλούν για ζωές που έζησε κάποιος άλλος.

Πρόσωπα φημισμένα, όπως η Χάρις Αλεξίου που μετεγκαταστάθηκε από τη Θήβα εκεί, στο χαμόσπιτο της Σμυρνιάς θείας της, όταν αρρώστησε ο πατέρας της, ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος, που έχει και τα πιο αστεία και μαζί συγκινητικά στιγμιότυπα, ο Κερατσινιώτης αλλά μεγαλωμένος στο Δουργούτι Ζαχαρίας Ρόχας, ο «γείτονας» (από τον Αγιάννη) Σπύρος Μπιμπίλας, ο μπασίστας Τάκης Μπουρμάς, ο Αντρέας Σωτηρακόπουλος, ιδιοκτήτης του κινηματογράφου Μικρόκοσμος, αλλά και απλοί κάτοικοι, από ηλικιωμένους τεχνίτες και μαγαζάτορες μέχρι φρεσκοφερμένους στην εξευγενισμένη γειτονιά ενοίκους, σχηματίζουν με τις καταθέσεις τους ένα πλήρες φρεσκό των «από εδώ» της Συγγρού (το Κουκάκι το αποκαλούσαν «οι απέναντι»), με τη συνδρομή ενός πολύτιμου αρχειακού υλικού από την Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Δουργουτίου και αποσπασμάτων από δύο ταινίες που απαθανάτισαν τη σκληρή καθημερινότητα στις παράγκες, τη «Μαγική Πόλη» του Κούνδουρου (1954) και το «Τα Ματόκλαδά σου Λάμπουν», την πρώτη μικρού μήκους δουλειά του Κώστα Φέρρη (1961).

Το μυθοπλαστικό εύρημα που πλαισιώνει το οδοιπορικό, ο μεσίτης που εισέρχεται ως άλλος «άνδρας με τα μαύρα» στην εξωγήινη νομίζεις ζώνη, μοιάζει μάλλον περιττό, τη στιγμή που ο σκελετός έχει ήδη ατσαλωθεί από την συγκροτημένη χαρτογράφηση χώρων και προσώπων που ακολούθησαν την σχολαστική έρευνα, καθώς και από την εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει στο μοντάζ των αφηγήσεων, όπου ο ένας ομιλών συμπληρώνει καίρια τον άλλον στην περιγραφή είτε των κοινών μνημών είτε των γεγονότων που σημάδεψαν τη συνοικία.

Από τα παραπήγματα στα «βενιζελικά» και τις παπανδρεϊκές πολυκατοικίες

Η ιστορία του Δουργουτί ξεκινά τη δεκαετία του 1920, με την εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία αλλά και εσωτερικών μεταναστών σε μια περιοχή χωρίς υποδομές, γεμάτη παραπήγματα, λάσπη και τον μόνιμο φόβο του Ιλισσού που πλημμύριζε και «μετακόμιζε» τους κατοίκους του όποτε φούσκωνε. Η περιοχή ήταν γνωστή και ως «Αρμένικα», λόγω των Αρμένιων προσφύγων που είχαν βρει εκεί καταφύγιο μετά τη γενοκτονία του 1915.

Το όνομα Δουργούτι έχει αμφισβητούμενη προέλευση: είτε από το επώνυμο μιας οικογένειας που αγόρασε τα πρώτα χωράφια είτε από κάποιον τοπικό άρχοντα της οθωμανικής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, έγινε συνώνυμο μιας λαϊκής γειτονιάς εκτός επίσημου σχεδίου πόλης.

Η σταδιακή ανοικοδόμηση ήρθε σε κύματα: τα «βενιζελικά» οικήματα της δεκαετίας του ’30, και κυρίως οι πολυκατοικίες του 1965, επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, που έδωσαν στον Νέο Κόσμο τη σημερινή του όψη. Όμως η υλική αναβάθμιση δεν έσβησε τις μνήμες της τραγικής διαβίωσης: φτώχεια, ανέχεια, κοινωνικός αποκλεισμός – όλα ειπωμένα σήμερα με έναν παράξενο συνδυασμό νοσταλγίας και χιούμορ, σαν να αφορούν ζωές που έζησε «κάποιος άλλος».

Το Δουργούτι στο σινεμά: ένα ντοκιμαντέρ-χαρτογράφηση μνήμης

Αυτή ακριβώς τη διαδρομή – από το παρελθόν στο αβέβαιο μέλλον – επιχειρεί να ανιχνεύσει το ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Μπαβέλλα, στην πρώτη του απόπειρα στο είδος. Ένα ευρηματικό αλλά και αμφιλεγόμενο μυθοπλαστικό πλαίσιο ανοίγει το φιλμ: ένας μεσίτης περιπλανιέται στον Νέο Κόσμο, παλιότερα γνωστό ως Δουργούτι, με σκοπό να επενδύσει. Μέσα από το βλέμμα του αποκαλύπτεται μια γειτονιά που μοιάζει σχεδόν εξωγήινη, ένας τόπος όπου το real estate συναντά τη συλλογική μνήμη.

Το εύρημα του «άνδρα με τα μαύρα» λειτουργεί περισσότερο ως αφορμή παρά ως αναγκαιότητα. Ο πραγματικός σκελετός της ταινίας έχει ήδη ατσαλωθεί από τη σχολαστική έρευνα, τη συγκροτημένη χαρτογράφηση χώρων και προσώπων και – κυρίως – από το εξαιρετικό μοντάζ των αφηγήσεων, όπου ο ένας ομιλών συμπληρώνει τον άλλον, πλέκοντας ένα συνεκτικό αφήγημα κοινών μνημών.

Πρόσωπα και φωνές ενός «από εδώ» κόσμου

Στο ντοκιμαντέρ παρελαύνουν γνωστά και άγνωστα πρόσωπα που συνδέθηκαν με το Δουργούτι. Η Χάρις Αλεξίου θυμάται τη μετεγκατάστασή της από τη Θήβα στο χαμόσπιτο της Σμυρνιάς θείας της, όταν αρρώστησε ο πατέρας της. Ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος προσφέρει ίσως τις πιο αστείες και ταυτόχρονα συγκινητικές ιστορίες. Ο Ζαχαρίας Ρόχας, μεγαλωμένος στο Δουργούτι, ο Σπύρος Μπιμπίλας από τον Άγιο Ιωάννη, ο μπασίστας Τάκης Μπουρμάς, ο Αντρέας Σωτηρακόπουλος του κινηματογράφου Μικρόκοσμος, αλλά και απλοί κάτοικοι – ηλικιωμένοι τεχνίτες, μαγαζάτορες, νέοι ένοικοι μιας εξευγενισμένης πλέον γειτονιάς – συνθέτουν ένα πλήρες φρέσκο των «από εδώ» της Συγγρού (το Κουκάκι ήταν πάντα «οι απέναντι»).

Καθοριστική είναι η συμβολή του αρχειακού υλικού της Ομάδας Προφορικής Ιστορίας Δουργουτίου, αλλά και τα αποσπάσματα από δύο ταινίες-σταθμούς: τη «Μαγική Πόλη» του Νίκου Κούνδουρου (1954) και το «Τα Ματόκλαδά σου Λάμπουν», την πρώτη μικρού μήκους δουλειά του Κώστα Φέρρη (1961), που κατέγραψαν τη σκληρή καθημερινότητα στις παράγκες.

Dourgouti Town: από την αορατότητα στην εύθραυστη ορατότητα

Παράλληλα με το σινεμά, το Δουργούτι επανήλθε στο συλλογικό φαντασιακό μέσα από τη μουσική και την urban κουλτούρα. Το “Dourgouti Town” των Social Waste λειτούργησε ως πολιτική και κοινωνική δήλωση για τις γειτονιές της Αθήνας «από τα κάτω», αυτές που δεν έγιναν ποτέ τουριστικό προϊόν. Έτσι, το Δουργούτι πέρασε από τη σιωπή στη συμβολική ορατότητα – χωρίς, τουλάχιστον ακόμη, να χάσει εντελώς τον χαρακτήρα του.

Μεταξύ εξευγενισμού και μνήμης

Σήμερα, η περιοχή βρίσκεται σε μια λεπτή ισορροπία. Η πίεση του gentrification πλησιάζει από το Κουκάκι και τον Νέο Κόσμο, τα Airbnb καραδοκούν, οι επενδυτές «σκανάρουν» το έδαφος. Όμως το Δουργούτι αντιστέκεται όχι με συνθήματα, αλλά με τη δομή του: χαμηλά ενοίκια, κοινωνικούς δεσμούς, αυλές που παραμένουν ζωντανοί δημόσιοι χώροι.

Το Δουργούτι δεν ζητά να εξιδανικευτεί. Ζητά να θυμηθεί – και να θυμίσει. Ότι η Αθήνα δεν χτίστηκε μόνο με μεγάλα σχέδια και επενδύσεις, αλλά και με παραπήγματα, προσφυγιά, νερά που πλημμύριζαν ζωές και ανθρώπους που έμαθαν να αντέχουν.

Δουργούτι, όχι ως brand αλλά ως υπενθύμιση

Το Dourgouti Town δεν είναι brand name. Είναι μια πολιτική πράξη μνήμης. Μια υπενθύμιση ότι κάτω από το γυαλιστερό αφήγημα της σύγχρονης πόλης υπάρχουν ακόμα γειτονιές που κουβαλούν ιστορία – και που αξίζουν να ακουστούν πριν μετατραπούν σε ακόμη ένα real estate prospect.

Δείτε επίσης

Dourgouti Town: Η γειτονιά που έγινε τραγούδι, μνήμη και ντοκιμαντέρ | Anatropi News.gr