Οι μαζικές παραιτήσεις εν ενεργεία στελεχών σε κρίσιμους κλάδους, όπως το Πολεμικό Ναυτικό και ο Στρατός Ξηράς, αυξάνονται με ρυθμούς που υπερβαίνουν τις προβλέψεις των υπηρεσιακών μοντέλων.
Παράλληλα, η διαρκής μείωση των εισακτέων στις στρατιωτικές σχολές από το 2017 έως το 2025 – με τη συνολική κάλυψη να υποχωρεί από το 92% στο 56% – αποτυπώνει μια κρίση που έχει πλέον προσλάβει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά. Σήμερα, η Ελλάδα κινείται περίπου στο 60% κάλυψης εισαγωγής νέων στελεχών, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 87%, δημιουργώντας ουσιώδη απόκλιση από τα διεθνή πρότυπα.
Η κατάσταση δεν ερμηνεύεται αποκλειστικά από τις οικονομικές απολαβές. Ποιοτικές μαρτυρίες στελεχών αναδεικνύουν βαθύτερες θεσμικές δυσλειτουργίες: απουσία προβλεψιμότητας στις μεταθέσεις, περιορισμένη επαγγελματική κινητικότητα, παρατεταμένη απομάκρυνση γονέων από τα τέκνα τους, ασαφείς προοπτικές εξέλιξης και αυξημένο διοικητικό φόρτο χωρίς αντίστοιχη θεσμική αναγνώριση. Το πλέον οδυνηρό δεν είναι οι αποφάσεις της ηγεσίας, αλλά η απαξίωση που σταδιακά κανονικοποιείται. Και όταν η απαξίωση γίνεται κουλτούρα, η αποχώρηση μετατρέπεται σε φυσική αντίδραση.
Η απώλεια ενός έμπειρου στελέχους δεν συνιστά απλή διοικητική μεταβολή, ήτοι απλή απώλεια μιας οργανικής θέσης, αλλά σημαντική δημοσιονομική επιβάρυνση δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Σε συστημικό επίπεδο, οι μαζικές αποχωρήσεις συνεπάγονται πολυετή απώλεια επιχειρησιακής ικανότητας, κατασπατάληση δημόσιων πόρων που έχουν ήδη επενδυθεί σε εκπαίδευση και εμπειρία και σταδιακή αποδυνάμωση της αμυντικής ικανότητας της χώρας.
Εντός αυτού του πλαισίου εισήχθη ο νόμος 5265/2026, ο οποίος παρουσιάστηκε ως «Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή». Πλην όμως, παρά τον εξαγγελλόμενο εκσυγχρονιστικό του χαρακτήρα, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες του προσωπικού. Οι μισθολογικές παρεμβάσεις εμφανίζουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα, ενώ η αναβάθμιση της εκπαίδευσης στις σχολές Υπαξιωματικών δεν μεταβάλλει ουσιωδώς τις συνθήκες υπηρεσίας ούτε ενισχύει την επαγγελματική σταθερότητα. Το χρόνιο ζήτημα των απρόβλεπτων μεταθέσεων παραμένει ουσιαστικά ανέπαφο, όπως και η ανάγκη για ορθή και αξιόπιστη αξιολόγηση του προσωπικού, ενώ η ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα δεν συνοδεύεται από πραγματική κινητικότητα και αναγνώριση προσόντων.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ώστε ο νόμος 5265/2026 να μην εξελιχθεί σε ακόμη ένα νομοθέτημα τύπου 3978/2011 – ένα θεσμικό πλαίσιο που, παρότι γρήγορα κατέστη σαφές ότι έχρηζε ουσιαστικών διορθώσεων, παρέμεινε επί μακρόν αμετάβλητο. Όχι λόγω άγνοιας των προβλημάτων του, αλλά εξαιτίας μιας κουλτούρας διοικητικής ακαμψίας, σύμφωνα με την οποία η πολιτική απόφαση θεωρείται μη αναστρέψιμη. Το αποτέλεσμα υπήρξε η συσσώρευση ακαμψιών, καθυστερήσεων και στρεβλώσεων που επί σειρά ετών επιβάρυναν τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων αντί να την εξορθολογίσουν. Η εμπειρία αυτή καταδεικνύει πόσο εύκολα μια μεταρρυθμιστική πρόθεση μπορεί να αποδυναμωθεί και πώς η άρνηση αναγνώρισης λαθών δύναται να μετατρέψει μια μεταρρύθμιση σε θεσμικό βάρος.
Η ουσία της σημερινής κρίσης είναι βαθύτερη. Τα στελέχη βιώνουν ότι προσφέρουν περισσότερα από όσα λαμβάνουν – όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε θεσμικό και ηθικό. Το αίσθημα ότι δεν επιβραβεύονται αλλά τιμωρούνται διαβρώνει την εμπιστοσύνη στο σύστημα. Χωρίς εμπιστοσύνη, καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να σταθεί.
Ιδιαιτέρως εύγλωττο καθίσταται το ρητό του Θουκυδίδη:
«Οὐ τὸ πλῆθος τῶν ἀνδρῶν τὸ κράτος ποιεῖ, ἀλλὰ τὸ εὔψυχον».
Η ισχύς ενός κράτους δεν εδράζεται στον αριθμό των στελεχών του, αλλά στο φρόνημα και την αφοσίωσή τους. Σήμερα, το «εὔψυχον» δοκιμάζεται από εσωτερικές δυσλειτουργίες που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη στο θεσμικό πλαίσιο.
Η συνέχιση της παρούσας πορείας ενδέχεται να επιφέρει περαιτέρω υποχώρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, αυξημένη εξάρτηση από εφεδρικούς σχηματισμούς, αύξηση του κόστους στελέχωσης, δυσκολία προσέλκυσης νέων στελεχών ακόμη και με οικονομικά κίνητρα και σταδιακή αποδυνάμωση της εθνικής άμυνας. Η αντιμετώπιση της κρίσης προϋποθέτει ένα συνεκτικό θεσμικό οικοδόμημα που θα ενισχύει τη σταθερότητα, την αξιοκρατία και την επαγγελματική προοπτική. Διαφορετικά, η υποχώρηση της ελκυστικότητας των Ενόπλων Δυνάμεων θα μεταφραστεί άμεσα σε πλήγμα για την εθνική ασφάλεια και τη στρατηγική ανθεκτικότητα της χώρας.
«Νόμους ἔθηκα οὐ τοὺς ἀρίστους, ἀλλὰ τοὺς δυναμένους φέρειν»,
ήτοι δεν έθεσα τους καλύτερους δυνατούς νόμους, αλλά εκείνους που οι άνθρωποι μπορούσαν να αντέξουν.
Σόλων ο Αθηναίος
Ναύαρχος (εα) Κοσμάς Χρηστίδης
Επίτιμος Α/ΓΕΝ



