Έναν χρόνο μετά τον θάνατο της Marianne Faithfull, η απουσία της μοιάζει παράδοξα λιγότερο αισθητή από όσο θα περίμενε κανείς. Όχι επειδή ξεχάστηκε, αλλά επειδή το αποτύπωμά της παραμένει ενεργό: στη μουσική, στη στάση ζωής, στην ιδέα ότι η τέχνη δεν οφείλει να είναι ευγενική για να είναι αληθινή.
Η Faithfull δεν υπήρξε απλώς μια τραγουδίστρια που έζησε έντονα· υπήρξε ένα διαρκές σχόλιο πάνω στην αντοχή, την πτώση και την επιστροφή.
Από το «As Tears Go By» στην καρδιά του Swinging London
Η πρώτη Marianne Faithfull, εκείνη των μέσων της δεκαετίας του ’60, ενσάρκωσε όσο λίγες το Swinging London. Το «As Tears Go By» την καθιέρωσε ως αγγελική φιγούρα της βρετανικής ποπ, με φωνή καθαρή και εύθραυστη, σχεδόν αθώα. Για πολλούς, αυτή ήταν η «κανονική» της εκδοχή: όμορφη, φωτογενής, ιδανική για τα εξώφυλλα και τις τηλεοπτικές εμφανίσεις. Για άλλους, ήδη τότε, ήταν εμφανές ότι αυτή η εικόνα λειτουργούσε περισσότερο ως προσωπείο παρά ως ουσία.
Η πτώση ως δημόσιο γεγονός
Η δεκαετία του ’70 υπήρξε σκληρή και αμείλικτη. Εξαρτήσεις, οικονομική κατάρρευση, περίοδοι αστέγιας, μια φωνή που αλλοιώθηκε δραματικά. Σε μια βιομηχανία που προτιμά τη σιωπηλή εξαφάνιση από τη δημόσια αποσύνθεση, η Faithfull έγινε παράδειγμα προς αποφυγή. Υπήρξαν φωνές που θεώρησαν πως η καριέρα της είχε τελειώσει οριστικά, πως ό,τι είχε να δώσει ανήκε πια στο παρελθόν. Αυτή η ανάγνωση, αν και διαδεδομένη τότε, αποδείχθηκε κοντόφθαλμη.
Το «Broken English» και η επανεφεύρεση
Το 1979, με το «Broken English», η Marianne Faithfull επέστρεψε όχι απλώς ανανεωμένη, αλλά ριζικά μεταμορφωμένη. Η φωνή της, βαθιά, τραχιά, φορτισμένη από εμπειρία, έγινε το βασικό της όπλο. Δεν τραγουδούσε πια για να αρέσει, αλλά για να πει. Το άλμπουμ αυτό συχνά χαρακτηρίζεται ως η πραγματική της αρχή και όχι άδικα. Εδώ γεννήθηκε η Faithfull που επηρέασε γενιές καλλιτεχνών, από το alternative rock μέχρι τη σύγχρονη σκοτεινή ποπ.
Μια καλλιτέχνις πέρα από τη μουσική
Η Faithfull δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο της τραγουδίστριας. Θέατρο, κινηματογράφος, ποίηση, συνεργασίες που διέσχιζαν είδη και σύνορα. Η παρουσία της είχε πάντα κάτι το ασυμβίβαστο, ακόμη και όταν οι επιλογές της δίχαζαν. Κάποιοι είδαν σε αυτήν μια υπερβολικά αυτοαναφορική φιγούρα, άλλοι μια καλλιτέχνιδα που αξιοποίησε τον μύθο της. Και οι δύο αναγνώσεις έχουν βάση. Εκείνο όμως που δύσκολα αμφισβητείται είναι η ειλικρίνεια με την οποία μετέτρεψε τη ζωή της σε πρώτη ύλη τέχνης.
Η κληρονομιά ενός ανήσυχου πνεύματος
Έναν χρόνο μετά, η Marianne Faithfull δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως θρύλος των sixties ή ως σύμβολο της παρακμής και της επιβίωσης. Αντιμετωπίζεται ως κάτι πιο σύνθετο: μια καλλιτέχνις που αρνήθηκε να «διορθώσει» το παρελθόν της για να γίνει πιο εύπεπτη. Σε μια εποχή εξιδανικευμένων βιογραφιών και προσεκτικά φιλτραρισμένων εικόνων, η διαδρομή της μοιάζει σχεδόν προκλητική.
Η Marianne Faithfull έφυγε, αλλά άφησε πίσω της κάτι σπάνιο: το δικαίωμα της τέχνης να είναι ατελής, πληγωμένη και, ακριβώς γι’ αυτό, βαθιά ανθρώπινη.



