Η κυβέρνηση Τραμπ εγκατέλειψε ασυνήθιστα γρήγορα την πάγια τακτική της «άρνησης και επίθεσης» μετά τη δολοφονική επέμβαση ομοσπονδιακών πρακτόρων κατά του 37χρονου Αλεξ Πρέτι στη Μινεάπολις το πρωί του Σαββάτου.
Μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες, καθώς τα βίντεο από το περιστατικό άρχισαν να κυκλοφορούν μαζικά στα κοινωνικά δίκτυα, κατέστη σαφές ότι η επίσημη εκδοχή του Λευκού Οίκου δεν συμβάδιζε με όσα έβλεπαν οι πολίτες με τα ίδια τους τα μάτια.
Η αρχική παρουσίαση του Πρέτι ως «εγχώριου τρομοκράτη» που επεδίωκε αιματοχυσία άρχισε να καταρρέει υπό το βάρος των οπτικών τεκμηρίων και των αντιδράσεων από τοπικούς αξιωματούχους, αυτόπτες μάρτυρες και την οικογένεια του θύματος.
Οι πρώτες δηλώσεις και οι αντιφάσεις
Η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ δήλωσε ότι ο Πρέτι ήθελε να «προκαλέσει βλάβη» και ότι «κρατούσε όπλο», ενώ ο διοικητής της Συνοριακής Περιπολίας Γκρέγκορι Μποβίνο έκανε λόγο για άτομο που επιδίωκε «να προκαλέσει μέγιστη ζημιά και να σφαγιάσει αστυνομικούς». Ο στενός σύμβουλος του προέδρου Στίβεν Μίλερ χαρακτήρισε τον Πρέτι «εν δυνάμει δολοφόνο».
Ωστόσο, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λίβιτ απέφυγε τη Δευτέρα να επαναλάβει αυτούς τους χαρακτηρισμούς, δηλώνοντας ότι θα υπάρξει πλήρης έρευνα. Η αλλαγή τόνου ήταν εμφανής και σπάνια για μια κυβέρνηση που συχνά απαντά επιθετικά στην κριτική.
Τα βίντεο που αλλάζουν το αφήγημα
Πολλά βίντεο από το περιστατικό δείχνουν τον Πρέτι να καταγράφει με το κινητό του τηλέφωνο επιχείρηση της ICE, να βοηθά μια γυναίκα που σπρώχνεται στο έδαφος και να δέχεται σπρέι πιπεριού. Σε καμία από τις σκηνές δεν φαίνεται να κρατά όπλο τη στιγμή που ακινητοποιείται και πέφτει στο έδαφος.
Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας υποστηρίζει ότι ο Πρέτι είχε στην κατοχή του ημιαυτόματο πιστόλι 9 χιλιοστών και δύο γεμιστήρες. Η τοπική αστυνομία επιβεβαίωσε ότι ήταν νόμιμος κάτοχος όπλου, ενώ στη Μινεσότα επιτρέπεται η οπλοφορία με άδεια. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι αν και πώς αυτό το στοιχείο δικαιολογεί τη χρήση θανατηφόρας βίας.
Πολιτική πίεση και εσωκομματική ανησυχία
Η υπόθεση προκάλεσε έντονη δυσφορία ακόμη και σε Ρεπουμπλικανούς αξιωματούχους. Ο κυβερνήτης του Βερμόντ Φιλ Σκοτ μίλησε για «πλήρη αποτυχία συντονισμού» και, στη χειρότερη περίπτωση, για «σκόπιμο ομοσπονδιακό εκφοβισμό πολιτών». Ο γερουσιαστής της Γιούτα Τζον Κέρτις χαρακτήρισε «πρόωρες» τις δηλώσεις της Νόεμ, λέγοντας ότι υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στην αποστολή της επιβολής του νόμου.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί εντείνουν την επίθεσή τους στην πολιτική μαζικών απελάσεων και στις επιθετικές πρακτικές της ICE, ανοίγοντας το ενδεχόμενο νέου μερικού shutdown της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, καθώς δηλώνουν έτοιμοι να μπλοκάρουν τη χρηματοδότηση του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας.
Η αποστολή Χόμαν και η αλλαγή ύφους
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την αποστολή του «τσάρου των συνόρων» Τομ Χόμαν στη Μινεσότα για τον συντονισμό των επιχειρήσεων. Ο Χόμαν, με εμπειρία και από την περίοδο Ομπάμα, θεωρείται πιο μετρημένος και πολιτικά προσεκτικός σε σχέση με άλλα στελέχη της κυβέρνησης.
Η κίνηση αυτή δεν συνιστά αλλαγή πολιτικής, καθώς η κυβέρνηση δεν δείχνει διάθεση να υποχωρήσει από τη σκληρή γραμμή στο Μεταναστευτικό. Ενδέχεται όμως να σηματοδοτεί αλλαγή παρουσίασης, σε μια στιγμή που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια. Σύμφωνα με έρευνα του CBS πριν από το περιστατικό, το 61% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η ICE είναι «υπερβολικά σκληρή», ενώ το 58% αποδοκιμάζει συνολικά τη διαχείριση της μετανάστευσης από τον Τραμπ.
Προσωρινή αποκλιμάκωση ή πολιτικό αδιέξοδο
Ο πρόεδρος μίλησε επίσης με τον Δημοκρατικό κυβερνήτη της Μινεσότα Τιμ Γουόλζ, κάνοντας λόγο για «πολύ καλή συνομιλία», σε αντίθεση με τις έντονες αντιπαραθέσεις των προηγούμενων εβδομάδων. Ο γενικός εισαγγελέας της πολιτείας Κιθ Έλισον άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας, τονίζοντας όμως ότι η κρίση προκλήθηκε από «παράλογες ομοσπονδιακές θέσεις».
Το ερώτημα παραμένει αν η αλλαγή τόνου αρκεί για να εκτονωθεί η κρίση. Για τους Δημοκρατικούς, η πίεση να χαραχθεί σαφής γραμμή απέναντι στην κυβερνητική ρητορική είναι έντονη, αλλά συνοδεύεται από πολιτικούς κινδύνους, καθώς η κοινή γνώμη παραμένει διχασμένη στα ζητήματα ασφάλειας και μετανάστευσης.
Σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα είναι υψηλό. Η δημόσια εικόνα της μεταναστευτικής πολιτικής Τραμπ, ενός από τα βασικά θεμέλια της πολιτικής του ισχύος και της επιστροφής του στον Λευκό Οίκο, δοκιμάζεται σε ένα περιβάλλον που, όπως παραδέχονται και οι δύο πλευρές, μοιάζει πλέον με «μπαρουταποθήκη».






