Ως προς τις μεγάλες αποφάσεις στα εθνικά θέματα που, συνήθως, περιέχουν και μεγάλους συμβιβασμούς, υπάρχουν δύο “σχολές” προσέγγισης. Η πρώτη αναφέρεται στην ανάγκη να έχει προηγηθεί ισχυρή πολιτική και κοινωνική βάση συναίνεσης στο εσωτερικό που θα εξουσιοδοτεί την όποια κυβέρνηση με διαπραγματευτική ευελιξία- πάντοτε, βεβαίως, σε ένα προκαθορισμένο πλαίσιο εθνικής στρατηγικής. Η δεύτερη αναφέρεται στην απόφαση που λαμβάνει η όποια κυβέρνηση να προχωρήσει και να αξιοποιήσει το μομέντουμ που έχει διαμορφωθεί, ασχέτως των εσωτερικών πιέσεων και του πολιτικού κόστους που κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Στην σύγχρονη εποχή έχουμε τρία (βασικά) τέτοια παραδείγματα: α. το “όχι” της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή στο Σχέδιο Ανάν, το οποίο, όμως, έδρασε συμπληρωματικά (και όχι πρωτογενώς) στην δεδηλωμένη θέση της Κυπριακής ηγεσίας του Τάσσου Παπαδόπουλου, β. το περίγραμμα συμφωνίας στο οποίο είχαν καταλήξει οι Κώστας Σημίτης και Αμπντουλάχ Γκιούλ, το 2003, και γ. η Συμφωνία των Πρεσπών επί διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.
Η τελευταία και πιό πρόσφατη περίπτωση “υπακούει” στην δεύτερη προσέγγιση της εισαγωγής. Η συμφωνία που επεξεργάστηκαν οι Κοτζιάς- Ντιμιτρόφ, υπό τις κατευθύνσεις των Τσίπρα και Ζάεφ, αποτέλεσε έναν ιστορικό συμβιβασμό (κατά τη γνώμη του γράφοντος, επωφελή και για τις δύο χώρες), σε ένα πλαίσιο, όμως, ισχυρών πολιτικών και κοινωνικών πιέσεων και στις δύο χώρες. Η ελληνική κυβέρνηση, τότε, ανέλαβε μεγάλο πολιτικό κόστος και βρεθηκε αντιμέτωπη με τα συλλαλητήρια των “μακεδονομάχων” και τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και, τελικά, με την αποχώρηση του εταίρου της (ΑΝΕΛ).
Η περίπτωση της παρ΄ ολίγον συμφωνίας Ελλάδας- Τουρκίας, το 2003, “υπακούει” στην πρώτη περίπτωση. Ή ακριβέστερα αιωρείται μεταξύ των δύο, δηλαδή η κυβέρνηση Σημίτη προσπάθησε να την υπογράψει, έχοντας γνώση του πολιτικού κόστους που αυτή θα προκαλούσε, δεν το κατόρθωσε, όμως, διότι υπέκυψε στις πιέσεις από το ίδιο της το κόμμα (ΠΑΣΟΚ).
Ας δούμε πώς περιγράφει (με τον υποκειμενισμό, βεβαίως, του γνώστη και θιασώτη εκείνης της προσπάθειας) ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών και στενός συνεργάτης του Κ. Σημίτη, Χρήστος Ροζάκης στην “Καθημερινή” (28/10/2025):
“…Φθάσαμε πολύ κοντά σε συμφωνία το 2003. Τα κρίσιμα ζητήματα εκείνης της εποχής ήταν το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο και η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Στις διερευνητικές ανατέθηκε ο ρόλος να προσεγγίσουν τα μέρη (Ελλάδα – Τουρκία) τα προκαταρκτικά ζητήματα που χώριζαν τις δύο χώρες σε σχέση με τη διαφορά της υφαλοκρηπίδας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κινητικότητα αυτή είχε προκληθεί από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δεκεμβρίου 1999, το οποίο εξάρτησε την έναρξη και τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Eνωση από την προηγούμενη επίλυση των μεθοριακών διαφορών με τους γείτονές της.
Είχε, μάλιστα, δοθεί προθεσμία έως το τέλος του 2004 στην Τουρκία για πρόοδο στις διμερείς διαπραγματεύσεις ή για παραπομπή των ζητημάτων στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (Χάγη). Ηταν η εποχή που τόσο η Τουρκία όσο και η Ε.Ε. ήταν ένθερμες για την ένταξη της πρώτης στη δεύτερη, πράγμα που ανετράπη από την Ε.Ε. ορισμένα χρόνια μετά, από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Ε.Ε. στο να απορροφήσει τους κραδασμούς της ένταξης 12 κρατών στους κόλπους της. Και η Ελλάδα εκμεταλλεύθηκε αυτό το δεδομένο με την άρση του βέτο στην ένταξη της Τουρκίας, με αντίδωρο την ένταξη της Κύπρου, χωρίς προηγούμενη λύση του πολιτικού της προβλήματος, και την «κοινοτικοποίηση» των ελληνοτουρκικών.”
Ο Χρ. Ροζάκης εξηγεί μάλιστα ότι ως προς τα χωρικά ύδατα, η Αγκυρα είχε αποδεχθεί τα 12 ν.μ. για όλες τις ηπειρωτικές ακτές της Ελλάδας (και, φυσικά, της Τουρκίας) και τη διατήρηση των 6 ν.μ. στα νησιά.
Και αποκαλύπτει γιατί δεν κατέστη τελικά εφικτή μία τέτοια συμφωνία:
Το πρόβλημα του Σημίτη ήταν η κοινοβουλευτική ομάδα του. Δεν νόμιζε πως μπορούσε να περάσει από το Κοινοβούλιο τις ρυθμίσεις που είχαν συζητηθεί στις διερευνητικές. Επιπλέον, με την επιτάχυνση των πρόωρων εκλογών, αυτό το πρόβλημα λάμβανε διαστάσεις, καθώς ο Σημίτης αποφάσισε να μην είναι πλέον υποψήφιος και παρέδωσε στον υπουργό των Εξωτερικών τη διαδοχή. Θεώρησε ότι ο κ. Γ. Παπανδρέου θα είναι ο νικητής των εκλογών και ότι αυτός, με τη νέα πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, θα μπορούσε να περάσει τον νόμο. Τα πράγματα δεν ήρθαν, όμως, σύμφωνα με τις προβλέψεις του και το σχέδιο καταρρακώθηκε.
Ας έρθουμε τώρα στα τρέχοντα, ενόψει της αναθέρμανσης του σχεδίου για την σύγκλιση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας- Τουρκίας και τη συνάντηση, τον Φεβρουάριο, του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν.
Η σύγκριση με το 2003 διαθέτει αναλογίες, έχει, όμως, και πολλές διαφορές. Μία αναλογία, για παράδειγμα είναι, πώς εάν τότε ήταν η επιθυμία της ΕΕ να ενσωματώσει την Τουρκία, τώρα είναι η επιδίωξη να μετάσχει στο πλαίσιο κοινής άμυνας και, επιπλέον, η αναγνώριση του ρόλου της γείτονος στις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις. Στις διαφορές μπορεί να επισημάνει κανείς ότι σήμερα η Ελλάδα εκκινεί από καλύτερη βάση ως προς την θέση της ως ενεργειακός κόμβος (άρα και η ένταξή της στον σχεδιασμό των ΗΠΑ για την περιοχή μας) και λόγω της ενισχυμένης πιά αμυντικής της οργάνωσης.
Εμμέσως πλην σαφώς, την παραπομπή στο 2003 κάνει με τις τελευταίες δηλώσεις του και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν.
“Υπάρχει ένα συγκεκριμένο βήμα. Να έχουμε την πρόθεση τη βούληση για την επίλυση του προβλήματος θα κάτσουμε και δεν θα σηκωθούμε από το τραπέζι μέχρι την επίλυση του. Κι αυτό είναι η επίλυση του προβλήματος κυρίως του Αιγαίου. στο ζήτημα των χωρικών υδάτων και της υφαλοκρηπίδας έχουμε μια θέση αν δείτε την ηγεσία τους ο πρόεδρος μας έχει όραμα και βούληση για την επίλυση του ζητήματος. Όμως οι εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες της Ελλάδας δεν δίνουν τη δυνατότητα στους ηγέτες να βάλουν την υπογραφή τους σε λύση. Εμείς επιθυμούμε ουσιώδεις συναντήσεις, όχι μόνο διερευνητικές επαφές αλλά να προχωρήσουμε περισσότερο, και αυτό το πρόβλημα να του λύσουμε οριστικά. Πρέπει όμως να υπάρχει βούληση και η εσωτερική πολιτική να μπει σε παρένθεση σε σχέση με την εξωτερική πολιτική. “
Λογικό είναι ο Χακάν Φιντάν να μην εισέρχεται στην ουσία ενός τέτοιου διαλόγου, είναι σαφές, όμως, πώς μιλά κυρίως για απευθείας διαπραγμάτευση και σε ένα πλαίσιο κατά πολύ ευρύτερο από την διακηρυγμένη ελληνική θέση για “μία και μόνη διαφορά”. Επισήμως η κυβέρνηση διαψεύδει κάτι τέτοιο, η Τουρκία, ωστόσο επιμένει πώς τα πράγματα προχωρούν και μένει να δούμε εάν και κατά πόσο, μέχρι τη συνάντηση του Φεβρουαρίου (εάν δεν συντρέξουν συνθήκες αναβολής όπως έχει συμβεί στο παρελθόν), παρέμβουν και οι ΗΠΑ. Οι Κίμπερλι Γκιλφόϊλ (Αθήνα) και Τομ Μπάρακ (Άγκυρα) είναι βέβαιο ότι συνεννοούνται επ΄ αυτού με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Διάλογος και “ειδικές” συνθήκες
Δίχως ακόμα να γνωρίζουμε λεπτομέρειες όσων θα συζητηθούν στη συνάντηση Μητσοτάκη- Ερντογάν, το ερώτημα που προκύπτει πρώτο είναι εάν υπάρχει πιθανότητα να ξεπεραστεί το πλαίσιο των βασικών θέσεων και να γίνει διάλογος για οτιδήποτε περισσότερο. Η Αθήνα μιλά μόνο για οριοθέτηση ΑΟΖ και χάραξη υφαλοκρηπίδας, η Τουρκία προσεγγίζει συνολικά το “πρόβλημα Αιγαίο”, βάζοντας σε αυτό και το θέμα των χωρικών υδάτων που, όμως, άπτεται της εθνικής μας κυριαρχίας.
Ο Χακάν Φιντάν, από την άλλη, επισημαίνει κάτι που είναι σωστό. Το θέμα της πολιτικής βούλησης και των εσωτερικών πιέσεων. Το καθεστώς Ερντογάν δεν έχει τέτοιο πρόβλημα, στη χώρα μας, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά και η συγκυρία απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ευνοϊκή για οτιδήποτε υπερβαίνει την αντίληψη περί αναγκαίου συμβιβασμού σε μία δύσκολη διαπραγμάτευση.
Σημειώνουμε τα εξής:
- Ο πρωθυπουργός δεν φαίνεται να έχει την πρόθεση να κάνει κινήσεις συνεννοήσης με την αντιπολίτευση, είτε συνολικά, είτε με εκείνα τα κόμματα με τα οποία θα μπορούσε ίσως να βρεθεί κοινός τόπος.
Η αλήθεια είναι πώς κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, δεδομένου ότι έχει σωρρευτεί κοινωνική “καύσιμη ύλη” (θυμός, απογοήτευση, λαϊκισμός,τοξικότητα), αφετέρου τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται σε σκληρό ανταγωνισμό.
Παράλληλα, το πολιτικό τοπίο δεν είναι σαφές, καθώς τους επόμενους μήνες θα έχουμε δύο νέα κόμματα. Κι αν ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να διερευνήσει κάποιο πεδίο συνεννόησης, αυτό της Μαρίας Καρυστιανού αναμένεται να είναι πολύ σκληρό απέναντι σε οποιαδήποτε τέτοια προοπτική. Ο “αντισυστημισμός” διατρέχει οριζόντια το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό κλίμα θα γίνει ακόμα πιό εκρηκτικό προσεχώς.
Σε αυτές τις συνθήκες και μόλις ένα χρόνο πριν την τελική ευθεία για τις εκλογές (εάν δεν συμβεί κάτι που να τις φέρει πιό κοντά), κάθε προσπάθεια συνεννόησης φαίνεται εκ προοιμίου καταδικασμένη.
2. Η επιλογή να αναλάβει ο πρωθυπουργός το ρίσκο να προχωρήσει πιό βαθιά σε έναν διάλογο με την Τουρκία, αναλαμβάνοντας το πολιτικό ρίσκο (ίσως και με πιεστική προτροπή των ΗΠΑ) είναι, ίσως, πάνω στο τραπέζι.Ακόμα, κι αν πρέπει να το κάνει μόνος του, έχοντας απέναντί του, δύο πρώην πρωθυπουργούς της Ν.Δ (Καραμανλή, Σαμαρά), την πιό δεξιά πλευρά της εκλογικής του βάσης και σχεδόν σύσσωμη την αντιπολίτευση.
Σε μία τέτοια (εκ πρώτης όψεως σχεδόν απίθανη- ο κ. Μητσοτάκης θέλει να κερδίσει τις εκλογές και μία τρίτη θητεία και κάτι τέτοιο θα δυσκόλευε πολύ τα πραγματα) περίπτωση, ο στόχος θα μπορούσε να είναι να αναδειχθούν τα ελληνοτουρκικά ως μία εν των βασικών πτυχών του διλήμματος “σταθερότητα ή ακυβερνησία” που, ούτως ή άλλως, θα θέσει μπροστά στις κάλπες. Έτσι, εφόσον λάβει εντολή τρίτης θητείας η μετάβαση σε πλαίσιο ενός διαλόγου με στοιχεία συμβιβασμού με την Τουρκία θα θεωρηθεί και ως λαϊκή εντολή.
Κι έτσι φτάνουμε την άλλη πιθανότητα (εκτός των τριών της εισαγωγής) που αποσκοπεί σε μία επέκταση των συζητήσεων με την Τουρκία για την διατήρηση ενός σχετικά ελεγχόμενου κλίματος, με ήπιες μόνο αναταραχές των “ήρεμων νερών”, και υπό την εποπτεία των ΗΠΑ, μέχρις ότου ξεπεραστεί ο σκόπελος των εκλογών.
Η περιγραφή του εσωτερικού προβλήματος που αντιμετώπισε η κυβέρνηση Σημίτη, το 2003, όπως την περιγράφει ο Χρ. Ροζάκης, έχει ως προς αυτό αρκετές ομοιόητες με το σήμερα…






