Τον Φεβρουάριο του 2024 το Netflix κυκλοφόρησε ένα τετραμερές ντοκιμαντέρ true-crime με τίτλο “American Conspiracy: The Octopus Murders”, γνωστό και στην Ελλάδα ως «Οι Φόνοι του Χταποδιού».
Πρόκειται για μια παραγωγή που ξαναφέρνει στο προσκήνιο μια από τις πιο αμφιλεγόμενες υποθέσεις των αρχών της δεκαετίας του 1990: τον θάνατο του ερευνητή και δημοσιογράφου Danny Casolaro, ο οποίος βρέθηκε νεκρός σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ενώ ερευνούσε ένα περίπλοκο δίκτυο φαινομενικών συνωμοσιών που ο ίδιος ονόμασε “The Octopus”.
Στο άρθρο που ακολουθεί, ανασυνθέτουμε την ιστορία του Casolaro, τα θέματα που εγείρει η έρευνά του, τις θεωρίες συνωμοσίας γύρω από αυτήν και την προσέγγιση του ντοκιμαντέρ — συνδυάζοντας δημοσιογραφική ανάλυση και την υποδοχή που είχε η σειρά από το κοινό και τους κριτικούς.
Η ζωή και η έρευνα του Danny Casolaro: από τον δημοσιογραφικό κόσμο στην Octopus
Ο Danny Casolaro δεν ήταν ένας τυχαίος δημοσιογράφος. Με εμπειρία στην τεχνολογία και την επιχειρηματική δημοσιογραφία, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ερευνώντας μια σειρά φαινομενικά ασύνδετων περιστατικών — από υπόθεση ληστείας λογισμικού μέχρι πολιτικά σκάνδαλα, διεθνείς υποθέσεις κατασκοπίας και υπόγειες διασυνδέσεις μεταξύ κυβερνήσεων και ιδιωτικών συμφερόντων — που ο ίδιος συνδύασε σε μια ευρεία θεωρία την οποία ονόμασε The Octopus.
Το κέντρο της έρευνάς του ήταν η υπόθεση μιας μικρής εταιρείας τεχνολογίας ονόματι INSLAW και του λογισμικού που είχε αναπτύξει: το PROMIS — ένα σύστημα διαχείρισης και παρακολούθησης δικαστικών υποθέσεων. Τη δεκαετία του 1980, η εταιρεία είχε συνάψει συμβόλαιο με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, αλλά σύντομα οι διαφορές οδήγησαν σε δικαστική διαμάχη, που κατέληξε στη χρεοκοπία της INSLAW και σε υποψίες ότι η κυβέρνηση είχε αρνηθεί να καταβάλει τα οφειλόμενα και είχε «υποκλέψει» το λογισμικό για δική της χρήση.
Αυτό που βρήκε ο Casolaro δεν ήταν απλά ένα συμβατικό σκάνδαλο: πίστεψε ότι το PROMIS είχε γίνει εργαλείο για μυστικές υπηρεσίες, πιθανώς με «κρυφή πόρτα» που επέτρεπε την παρακολούθηση άλλων κυβερνήσεων και οργανισμών. Σταδιακά, η έρευνά του συνδέθηκε — στη δική του αφήγηση — με μεγάλες πολιτικές υποθέσεις όπως το Iran-Contra, το λεγόμενο “October Surprise” και πτυχές της διεθνούς κατασκοπίας, φτάνοντας να μιλά για ένα υπερεθνικό δίκτυο με κεντρικά πρόσωπα πρώην αξιωματούχους υπηρεσιών και επιχειρηματίες με παγκόσμιες επιρροές — τον Octopus.
Η μυστηριώδης θανάτωση και τα ερωτήματα που προκάλεσε
Η ιστορία παίρνει δραματική τροπή στις 10 Αυγούστου 1991, όταν ο Casolaro βρέθηκε νεκρός στο δωμάτιο 517 του ξενοδοχείου Sheraton στο Martinsburg της Δυτικής Βιρτζίνια, με τις καρδιές του να έχουν πολλαπλές τομές και αίμα διάσπαρτο στο χώρο. Οι αρχές κατέληξαν αρχικά ότι επρόκειτο για αυτοκτονία, μια εκδοχή που επισήμως υιοθετήθηκε μετά την αυτοψία.
Ωστόσο, υπήρξαν από την πρώτη στιγμή έντονες αντιρρήσεις από την οικογένεια, φίλους και συναδέλφους του Casolaro. Τον τελευταίο καιρό πριν τον θάνατό του, ο ίδιος είχε προειδοποιήσει τον αδερφό του ότι αν κάτι του συνέβαινε, δεν θα έπρεπε να θεωρείται ατύχημα — υπονοώντας ότι οι πληροφορίες που διέθετε τον είχαν θέσει σε κίνδυνο.
Οι συνθήκες του θανάτου — πολλαπλά τραύματα, η εκδοχή περί βίαιης αυτοπροκαλούμενης πράξης και ο ταχύτατος ενταφιασμός χωρίς λεπτομερή ιατροδικαστική εξέταση — ενίσχυσαν τις υποψίες για δολοφονία που καλύφθηκε ως αυτοκτονία, ή τουλάχιστον για μια ιστορία πολύ πιο περίπλοκη από την επίσημη εκδοχή.
Η θεωρία The Octopus: Συνωμοσία ή υπερβολή;
Η κεντρική υπόθεση του Casolaro, την οποία το ντοκιμαντέρ ακολουθεί με προσοχή, στηρίζει ότι πίσω από τις διάφορες ιστορίες κρυβόταν ένα ενιαίο δίκτυο διασυνδέσεων — ο Octopus — με «πλοκάμια» που εκτείνονται σε κυβερνητικές υπηρεσίες, ιδιωτικές εταιρείες και παράνομες ενέργειες σε παγκόσμια κλίμακα.
Σύμφωνα με αυτήν, το PROMIS όχι μόνο είχε υποκλαπεί και χρησιμοποιηθεί σε μυστικές επιχειρήσεις, αλλά αυτό ήταν απλώς μια πύλη σε ένα ευρύτερο «παράλληλο σύστημα» ή παρακυβερνητικό δίκτυο που εμπλέκεται σε θέματα κατασκοπίας, ξέπλυμα χρήματος, διακίνηση ναρκωτικών και πολιτική χειραγώγηση.
Η ίδια η θεωρία έχει περιγραφεί ως τομή ανάμεσα στη δημοσιογραφία, την επιστημονική φαντασία και τη θεωρία συνωμοσίας: ένα αφήγημα που ενώνει πραγματικά γεγονότα με υποψίες και υποθέσεις που δεν έχουν επιβεβαιωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η καθημερινότητα της έρευνας του Casolaro ήταν εξαιρετικά πολύπλοκη: συχνά βασιζόταν σε προσωπικές συνομιλίες, ασαφείς μαρτυρίες και πηγές όπως ο Michael Riconosciuto — ένας ειδικός στην τεχνολογία και τα ηλεκτρονικά — ο οποίος ισχυρίστηκε ότι γνώριζε λεπτομέρειες για μυστικές κυβερνητικές επιχειρήσεις και το ίδιο το PROMIS.
Παρά το γεγονός ότι η σειρά παρουσιάζει αυτές τις αφηγήσεις με λεπτομέρεια και δραματική ένταση, η ίδια η υπόθεση δεν έχει επιβεβαιωθεί πλήρως από ανεξάρτητες αρχές.
“American Conspiracy: The Octopus Murders”: Η δομή του ντοκιμαντέρ
Η σειρά αποτελείται από τέσσερα επεισόδια διάρκειας περίπου μίας ώρας. Κάθε επεισόδιο εστιάζει σε διαφορετικές φάσεις της έρευνας:
1. The End
Παρουσιάζεται η ιστορία του Casolaro και ξεκινά η αφήγηση του τι ήταν το Octopus και πώς η έρευνα τον έφερε σε αντιπαράθεση με ισχυρά συμφέροντα.
2. The Trap Door
Η αφήγηση εμβαθύνει στα ευρήματα του Casolaro, παρουσιάζοντας λεπτομέρειες για κυβερνητικά σχέδια παρακολούθησης και μια μυστηριώδη τριπλή δολοφονία του 1981 που φέρεται να σχετίζεται με το Octopus.
3. The Game
Το τρίτο επεισόδιο ακολουθεί την έρευνα καθώς συνδέει την υπόθεση με οργανωμένο έγκλημα και τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα των «πλοκαμιών» που είχε περιγράψει ο Casolaro.
4. The Monster
Το τελικό μέρος εξετάζει τα τελευταία βήματα του Casolaro πριν τον θάνατό του και πώς ο παρουσιαστής/δημοσιογράφος Christian Hansen, που αναλαμβάνει να συνεχίσει την έρευνα, βρίσκει νέα στοιχεία που ανοίγουν ακόμα περισσότερα ερωτήματα.
Η μορφή της σειράς είναι συνδυασμός συνεντεύξεων, αρχειακού υλικού και αναπαραστάσεων, με τον Hansen να αναλαμβάνει προσωρινά και τον ρόλο του Casolaro σε σκηνές αναπαράστασης γεγονότων, δημιουργώντας ένα υβριδικό είδος ανάμεσα σε ντοκιμαντέρ και δραματουργική αφήγηση.
Κριτική και αντίδραση: Τι λένε οι θεατές και οι κριτικοί
Η υποδοχή του “American Conspiracy: The Octopus Murders” υπήρξε διχασμένη. Πολλοί αναγνωρίζουν την παραγωγή ως ενδιαφέρουσα και καλοστημένη, επισημαίνοντας την κινηματογραφική της αισθητική και τον ρυθμό αφήγησης.
Ωστόσο, μια σειρά από ενστάσεις επανέρχονται:
Θέμα τεκμηρίωσης: Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η σειρά βασίζεται υπερβολικά σε αναπαραστάσεις και υποθέσεις χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία.
Αναπαραγωγή θεωριών συνωμοσίας: Κριτικοί θεωρούν ότι ενισχύονται αφηγήσεις που δεν έχουν σαφή επιστημονική ή νομική βάση.
Αβεβαιότητα για την ερμηνεία του θανάτου: Καθώς η σειρά δεν καταλήγει σε σαφές συμπέρασμα για το αν επρόκειτο για αυτοκτονία ή δολοφονία, αφήνει τον θεατή με ερωτήματα και όχι με απαντήσεις.
Ταυτόχρονα, πολλοί θεατές προσεγγίζουν την υπόθεση με περιέργεια αλλά και σκεπτικισμό, αναρωτώμενοι πόσα από όσα παρουσιάζονται είναι πραγματικά γεγονότα και πόσα αποτελούν ερμηνεία ή δραματουργική σύνθεση.
Αναλυτική ματιά: Τι μένει από το ντοκιμαντέρ
Παρά τα μειονεκτήματα και τις αντιπαραθέσεις, η παραγωγή πετυχαίνει μια σειρά από στόχους:
- Αναζωπυρώνει τη δημόσια συζήτηση για μια υπόθεση που είχε ξεχαστεί.
- Φέρνει σε ευρύ κοινό μια περίπλοκη ιστορία που συνδέει τεχνολογία, πολιτική και μυστικές υπηρεσίες.
- Θέτει εκ νέου ζητήματα διαφάνειας, κρατικού ελέγχου και ορίων της μυστικότητας σε δημοκρατίες.
Την ίδια στιγμή, υπενθυμίζει και τους κινδύνους της γοητείας των θεωριών συνωμοσίας: το πώς πραγματικά γεγονότα μπορούν να συνυφανθούν με υποθέσεις και να δημιουργήσουν ένα αφήγημα που είναι συναρπαστικό αλλά συχνά απρόσιτο στην πλήρη επαλήθευση.
Το μεγαλύτερο επίτευγμα της σειράς ίσως να είναι ότι μετατρέπει μια σχεδόν ξεχασμένη υπόθεση σε αφετηρία συζήτησης για τον ρόλο της δημοσιογραφίας έρευνας, τα όριά της και το τίμημα που μπορεί να κληθεί να πληρώσει όποιος επιμένει να «τραβήξει την κλωστή» μιας σκοτεινής ιστορίας μέχρι τέλους.
Σε τελευταία ανάλυση, «Οι Φόνοι του Χταποδιού» δεν δίνουν οριστικές απαντήσεις. Θέτουν όμως επίμονα ερωτήματα — για την εξουσία, τη διαφάνεια, τη μυστικότητα και την ίδια τη φύση της αλήθειας σε έναν κόσμο όπου τα γεγονότα, οι αφηγήσεις και οι σκιές συχνά μπλέκονται αξεδιάλυτα.








