05 Ιαν 2026

Δείτε επίσης

Ανάλυση / Ο Νετανιάχου, η Χαμάς και ο… Τόνι Σοπράνο: Το τίμημα μιας ειρήνης υπό αμερικανική επιβολή

Image

Από τη στιγμή που ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, πάτησε το πόδι του στο Σαρμ Ελ Σέιχ, όλα έδειχναν πως η συμφωνία είχε ήδη «κλειδώσει». Η αποστολή του ήταν σαφής: να τελειώσει τη δουλειά. Όχι να διαπραγματευθεί, όχι να πείσει, αλλά να επιβάλει.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ήθελε το αποτέλεσμα άμεσα — και, βεβαίως, ήθελε και κάτι ακόμα: να προλάβει την ανακοίνωση των φετινών Νόμπελ Ειρήνης στο Όσλο με μια προσωπική «νίκη» που θα έγραφε ιστορία.

Η Ουάσιγκτον έθεσε σε πλήρη κίνηση τον διπλωματικό της οδοστρωτήρα. Η πίεση δεν περιορίστηκε μόνο στο Ισραήλ και τη Χαμάς, αλλά ασκήθηκε και στους μεσολαβητές, το Κατάρ, την Αίγυπτο και — για πρώτη φορά σε αυτήν την εξίσωση — την Τουρκία.

Όταν ο Τραμπ αποφασίζει να παίξει τον ρόλο του Τόνι Σοπράνο της διεθνούς σκηνής, κανείς δεν στέκεται εμπόδιο. Ούτε, φυσικά, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Και έτσι, ύστερα από δύο χρόνια και δύο ημέρες πολέμου, το φως της κατάπαυσης πυρός μοιάζει να ανατέλλει πάνω από τη Γάζα. Η βροχή που έπεσε την Πέμπτη φάνηκε σχεδόν συμβολική — μια υπόσχεση πως ίσως, επιτέλους, κάτι αλλάζει.


Η «ειρήνη» του Τραμπ και το προσωπικό του στοίχημα

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, αυτή είναι η στιγμή που μπορεί να παρουσιάσει στον κόσμο το δικό του αφήγημα: «Έβαλα τέλος σε επτά πολέμους». Είτε πρόκειται για υπερβολή είτε για μισές αλήθειες, το μήνυμα έχει σημασία — όχι η ακρίβεια του. Η διπλωματία του Τραμπ είναι βαθιά προσωποκεντρική: ο ίδιος στο κέντρο, ο κόσμος γύρω του.

Η συμφωνία της Γάζας παρουσιάζεται έτσι όχι μόνο ως πράξη ειρήνης, αλλά και ως απόδειξη της «αποτελεσματικότητας» ενός ηγέτη που, κατά τη δική του αφήγηση, «κάνει ό,τι οι άλλοι δεν τολμούν». Ο Τζο Μπάιντεν προσπάθησε επί δεκαπέντε μήνες να φτάσει σε παρόμοια συμφωνία χωρίς αποτέλεσμα. Η Κάμαλα Χάρις, όπως σχολίαζαν ειρωνικά Αμερικανοί αξιωματούχοι, «ούτε καν θα μπορούσε να φανταστεί να το επιβάλει».

Όμως, πίσω από αυτή την εικόνα επιτυχίας, κρύβεται ένα σκληρό παρασκήνιο: μια συμφωνία που δεν προέκυψε από συναίνεση, αλλά από επιβολή.

Η οργή του Τραμπ, η απολογία του Νετανιάχου και το Κατάρ

Το σημείο καμπής που οδήγησε τελικά στη συμφωνία ήταν η αποτυχημένη ισραηλινή επίθεση στη Ντόχα, στις 9 Σεπτεμβρίου, με στόχο τη δολοφονία της διαπραγματευτικής ομάδας της Χαμάς. Ο Νετανιάχου είχε ενημερώσει «αόριστα» τον Τραμπ, όμως η επίθεση εξόργισε τον Αμερικανό πρόεδρο.

Οι οικονομικές σχέσεις του ίδιου και βασικών μελών της κυβέρνησής του με το Κατάρ δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα: ο εμίρης της Ντόχας αξιοποίησε τη δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον για να απαιτήσει από τον Τραμπ να πιέσει το Ισραήλ προς την κατάπαυση πυρός. Και ο Τραμπ, σε αντίθεση με προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, το έκανε χωρίς δισταγμό.

Το αποτέλεσμα ήταν μια δημόσια ταπείνωση για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Η απολογία του προς το Κατάρ, μεταδιδόμενη ζωντανά με φωτογραφία και κείμενο που διέθεσε ο Λευκός Οίκος στα μέσα ενημέρωσης, συνοδεύτηκε από την παρουσία Καταριανού αξιωματούχου στο δωμάτιο για να βεβαιωθεί ότι όλα έγιναν όπως συμφωνήθηκαν.

Ως αντάλλαγμα, το Κατάρ εξασφάλισε υπόσχεση αμερικανικής αμυντικής συνεργασίας. Και ο Νετανιάχου κατάλαβε ότι το περιθώριο ελιγμών του είχε μηδενιστεί.

Η κοινή γνώμη και οι οικογένειες των ομήρων
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η κοινωνία έπαιξε τον δικό της ρόλο. Η υποστήριξη για συμφωνία απελευθέρωσης των ομήρων έγινε καθολική. Όπως είπε η Ρουχάμα Μπόχμποτ, μητέρα ενός από τους απαχθέντες, «χωρίς τη στήριξη των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης, τίποτα δεν θα είχε τελειώσει».

Αυτή η κοινωνική πίεση λειτούργησε ως πολιτικό «ανάχωμα» για τον Νετανιάχου, ο οποίος δεν μπορούσε πια να εμφανιστεί ως ο αδιάλλακτος ηγέτης που συνέχιζε τον πόλεμο αδιαφορώντας για τον πόνο των οικογενειών.


Η συμφωνία: τι προβλέπει και τι αφήνει ανοιχτό

Η συμφωνία που επιβλήθηκε περιλαμβάνει την απελευθέρωση 48 ομήρων (ζωντανών και νεκρών) έναντι σχεδόν 2.000 Παλαιστινίων κρατουμένων, ανάμεσά τους 250 καταδικασμένοι για ανθρωποκτονίες. Ωστόσο, το κείμενο της συμφωνίας χαρακτηρίζεται από τη λεγόμενη «εποικοδομητική ασάφεια» — μια διπλωματική φράση που σημαίνει ότι πολλά μένουν σκόπιμα αδιευκρίνιστα.

Το Ισραήλ θα αποσύρει τα στρατεύματά του από το μεγαλύτερο μέρος της Γάζας, διατηρώντας ωστόσο στρατιωτική παρουσία στο 53% της περιοχής, με τη δέσμευση να υποχωρήσει περαιτέρω εάν η Χαμάς τηρήσει τους όρους. Το πλάνο για τη «μετα-Χαμάς εποχή» στη Γάζα δεν έχει ακόμη καθοριστεί: θα είναι διεθνής δύναμη επιτήρησης; Ρόλος της Αιγύπτου; Συμμετοχή της Τουρκίας; Οι απαντήσεις παραμένουν ανοιχτές.

Η ίδια η Χαμάς, αν και στρατιωτικά εξαντλημένη, δεν έχει εξαλειφθεί. Οι ηγετικές της φυσιογνωμίες παραμένουν άφαντες, ενώ η ισραηλινή υπόσχεση για «ολική νίκη» μοιάζει σήμερα περισσότερο με πολιτικό σύνθημα παρά με πραγματικότητα.


Το τέλος ενός πολέμου, όχι όμως και του πολιτικού παιχνιδιού
Για τον Νετανιάχου, η συμφωνία είναι ταυτόχρονα σωτηρία και απειλή. Μπορεί να τη χρησιμοποιήσει για να εμφανιστεί ως «ηγέτης της ειρήνης» στο πλευρό του Τραμπ, να υποδεχθεί τον Αμερικανό πρόεδρο στην Κνεσέτ και να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά τη λήξη της αιματοχυσίας.

Όμως η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη: δεν υπάρχει «ολική νίκη», δεν υπάρχει αποστρατιωτικοποίηση της Χαμάς, δεν υπάρχει πολιτική σταθερότητα. Υπάρχει μόνο ένας εξαναγκασμός που υπογράφηκε κάτω από την πίεση της Ουάσιγκτον.

Η ακροδεξιά πτέρυγα της κυβέρνησης — οι Σμοτριτς και Μπεν-Γκβιρ — δηλώνουν αντίθετοι στη συμφωνία, αλλά κανείς τους δεν φαίνεται έτοιμος να παραιτηθεί. Το πολιτικό ρήγμα όμως είναι βαθύ και θα διευρυνθεί. Μόλις πριν λίγες εβδομάδες, οι ίδιοι μιλούσαν ανοιχτά για «μεταφορά πληθυσμών» και «επανεποικισμό» της Γάζας. Τώρα, με την ειρηνευτική συμφωνία υπό την αιγίδα του Τραμπ, η ρητορική τους μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου.


Η σκιά του Οκτωβρίου 2023 και η επερχόμενη κρίση ευθύνης

Κανένα τέλος πολέμου δεν μπορεί να σβήσει τη μνήμη της 7ης Οκτωβρίου 2023. Εκείνη η ημέρα, η πιο σκοτεινή στην ιστορία του σύγχρονου Ισραήλ, σφράγισε τη μοίρα μιας ολόκληρης γενιάς. Η επίθεση της Χαμάς αποκάλυψε τις θεμελιώδεις αδυναμίες ενός κράτους που είχε παραδοθεί στην αυταρέσκεια και στη θεοποίηση του ηγέτη του.

Η ισραηλινή κοινωνία ζητά λογοδοσία. Όμως ο Νετανιάχου, όπως σημειώνει η Haaretz, κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία, να αποφύγει κάθε ανάληψη ευθύνης και να εμποδίσει τη δημιουργία εξεταστικής επιτροπής, όπως είχε γίνει μετά τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ.

Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη: το 1973 η Γκόλντα Μέιρ παραιτήθηκε, το Εργατικό Κόμμα ηττήθηκε και το πολιτικό σύστημα άλλαξε ριζικά. Το 2025, ο Νετανιάχου επιβιώνει πολιτικά, παρά τα χιλιάδες λάθη και τις δεκάδες χιλιάδες νεκρούς.


Η Γάζα, η δεύτερη Νάκμπα και το ηθικό τίμημα

Η στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ μετέτρεψε τη Γάζα σε σωρό ερειπίων. Περισσότεροι από 65.000 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν, οι περισσότεροι άμαχοι, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί μιλούν για τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή στη Μέση Ανατολή μετά το 1948.

Η Haaretz περιγράφει τη σύγκρουση ως «δεύτερη Νάκμπα», έναν ιστορικό κατακλυσμό που άλλαξε για πάντα το παλαιστινιακό ζήτημα. Η Ισραηλινή κοινωνία, υπό το βάρος της φρίκης της 7ης Οκτωβρίου, οδηγήθηκε σε μια άνευ προηγουμένου βαρβαρότητα στη Γάζα — μια στρατιωτική και ηθική κατάρρευση που θα χρειαστούν χρόνια για να αποκατασταθεί.


Η επόμενη μέρα: Ειρήνη ή ανακωχή;

Παρά τη συμφωνία, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Το Ισραήλ επιθυμεί να διατηρήσει «ζώνη ασφαλείας» εντός της Γάζας. Οι ΗΠΑ, με τη στήριξη του Κατάρ και της Τουρκίας, ζητούν πλήρη αποχώρηση. Στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων από μουσουλμανικές χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή η Ινδονησία για την επιτήρηση της εκεχειρίας — ένα πρωτοφανές σενάριο.

Η διεθνοποίηση του ζητήματος αποτελεί, για πρώτη φορά, απτό γεγονός. Και αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη στρατηγική ήττα του Νετανιάχου, ο οποίος για δεκαετίες επεδίωκε να κρατήσει το Παλαιστινιακό ως διμερές θέμα, αποκλειστικά υπό τον έλεγχο του Ισραήλ.


Η εσωτερική μάχη του Νετανιάχου

Η λήξη του πολέμου αφαιρεί από τον πρωθυπουργό το άλλοθι της «πολεμικής κατάστασης». Όμως του δίνει χρόνο να ανασυνταχθεί, να διορίσει νέους ανθρώπους στις υπηρεσίες ασφαλείας, να ελέγξει το αφήγημα. Όσο το πολιτικό σκηνικό καταλαγιάζει, τόσο περισσότερο μπορεί να επιχειρήσει να ενισχύσει τη θέση του.

Η πραγματική μάχη δεν είναι πια στη Γάζα — είναι μέσα στο Ισραήλ, για το ποιος θα γράψει την ιστορία των τελευταίων δύο ετών: ο ηγέτης που «έσωσε» το κράτος ή ο πρωθυπουργός που το εξέθεσε στην πιο καταστροφική του ήττα.


Η ειρωνεία της ειρήνης

Στους τοίχους της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ, η προβολή των σημαιών των ΗΠΑ και του Ισραήλ με αφορμή τη συμφωνία φάνηκε σαν σκηνή από παράδοξο έργο: δύο κράτη να πανηγυρίζουν το τέλος ενός πολέμου που άφησε πίσω του μόνο στάχτη.

Ίσως, τελικά, ο Τραμπ να έχει πράγματι βάλει ένα τέλος — όχι μόνο στις εχθροπραξίες, αλλά και στην αυταπάτη ότι η ειρήνη στη Μέση Ανατολή μπορεί να επιβληθεί με τη δύναμη. Το βραβείο Νόμπελ που τόσο επιθυμεί ίσως απονεμηθεί· όμως η πραγματική του παρακαταθήκη θα είναι μια ειρήνη γεμάτη εκκρεμότητες, μια παύση πυρός χωρίς δικαιοσύνη και χωρίς συμφιλίωση.

Για τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστινίους, η ελπίδα δεν βρίσκεται στις υπογραφές κάτω από τα έγγραφα, αλλά σε αυτό που θα ακολουθήσει — στην ικανότητα των δύο λαών να δουν ο ένας τον άλλο όχι ως εχθρούς, αλλά ως θύματα ενός πολέμου που κανείς δεν κέρδισε πραγματικά.

Και ίσως, όπως γράφει συγκινητικά ο αρθρογράφος της Haaretz, τα αυτοκόλλητα στις πόρτες των ανελκυστήρων — με τα ονόματα των νεκρών στρατιωτών και των χαμένων ομήρων — να σταματήσουν, επιτέλους, να πολλαπλασιάζονται. Γιατί ίσως αυτή να είναι η μόνη πραγματική ένδειξη ότι η ειρήνη, έστω προσωρινά, επέστρεψε.

Δείτε επίσης

Ανάλυση / Ο Νετανιάχου, η Χαμάς και ο... Τόνι Σοπράνο: Το τίμημα μιας ειρήνης υπό αμερικανική επιβολή | Anatropi News.gr