02 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • IL Consigliere
  • Συρίγος για Κάσο: Γαλάζια δυσφορία για την «υποχώρηση» του 2024

Συρίγος για Κάσο: Γαλάζια δυσφορία για την «υποχώρηση» του 2024

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Η λέξη «υποχώρηση» που χρησιμοποίησε ο Άγγελος Συρίγος για τους χειρισμούς της Ελλάδας στα επεισόδια του 2024 στην Κάσο έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που η κυβέρνηση επιχείρησε να αφήσει πίσω: τι ακριβώς συνέβη όταν το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό παρενέβη στις έρευνες του «Ievoli Relume» και ποιο ήταν τελικά το αποτέλεσμα για την πορεία του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου.

Η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον μόνο το παρελθόν. Αποκτά νέα σημασία καθώς το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου επιστρέφει στο προσκήνιο, με την Αθήνα να προετοιμάζει την επανεκκίνηση του έργου και την Άγκυρα να επαναφέρει την απαίτηση για προηγούμενο συντονισμό.

Ο πρώην υφυπουργός και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου περιέγραψε στην ΕΡΤ ως «υποχώρηση» τη στάση της Ελλάδας τόσο τον Ιούλιο όσο και τον Νοέμβριο του 2024. Όπως είπε, οι έρευνες βυθού δεν συνεχίστηκαν, καθώς η ελληνική πλευρά εκτίμησε ότι το ζήτημα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μέσω του διαλόγου και των προβλέψεων του Διεθνούς Δικαίου για την πόντιση καλωδίων.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ακριβώς επειδή προέρχεται από πρόσωπο με γνώση του αντικειμένου και με κυβερνητική εμπειρία. Ο Συρίγος δεν περιέγραψε απλώς ένα επεισόδιο στο πεδίο, αλλά έκανε μια πολιτική και νομική αποτίμηση της επιλογής που έγινε τότε.

Η κυβέρνηση λέει ότι δεν υπήρξε υποχώρηση

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έσπευσε να αποστασιοποιηθεί από την ερμηνεία αυτή, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις Συρίγου προσωπικές εκτιμήσεις που, όπως υποστήριξε, δεν λαμβάνουν υπόψη πραγματικά δεδομένα.

Η κυβερνητική γραμμή είναι σαφής: «καμία υποχώρηση» δεν υπήρξε σε σχέση με την έρευνα και την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πώς χαρακτηρίζεται πολιτικά η εξέλιξη του 2024. Είναι τι συνέβη επιχειρησιακά. Οι έρευνες του «Ievoli Relume» στην περιοχή της Κάσου είχαν διακοπεί μετά την τουρκική παρέμβαση, γεγονός που αποτελεί πλέον καταγεγραμμένο μέρος της υπόθεσης.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και το πολιτικό κενό ανάμεσα στις δύο περιγραφές. Η κυβέρνηση δίνει έμφαση στο ότι το πρόγραμμα δεν εγκαταλείφθηκε και ότι η Ελλάδα δεν αναγνώρισε τουρκικά δικαιώματα στην περιοχή. Η κριτική από την αντιπολίτευση εστιάζει στο ότι, ανεξάρτητα από τη νομική θέση της Αθήνας, οι εργασίες δεν συνεχίστηκαν τότε υπό τις αρχικές συνθήκες.

Η Κάσος επιστρέφει μαζί με το καλώδιο

Η υπόθεση αποκτά σήμερα διαφορετικό βάρος επειδή το GSI βρίσκεται ξανά στην αφετηρία. Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο έργο δημιούργησε νέα χρηματοδοτική και πολιτική βάση για την επανεκκίνηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης.

Ταυτόχρονα, η Αθήνα επιχειρεί να διαμορφώσει ένα διαφορετικό πλαίσιο για την επιστροφή των ερευνών. Η γαλλική παρουσία στο έργο προσθέτει ένα ευρωπαϊκό αποτύπωμα, ενώ η γαλλική Nexans συμμετέχει στην κατασκευή του καλωδίου.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με το προηγούμενο της Κάσου. Το ερώτημα που βρίσκεται πλέον μπροστά στην κυβέρνηση είναι τι θα γίνει εάν η Τουρκία επαναλάβει την πρακτική του 2024 όταν αρχίσουν ξανά οι έρευνες.

Και η απάντηση της Αθήνας μέχρι στιγμής είναι ότι δεν πρόκειται να ζητηθεί τουρκική άδεια. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει δηλώσει ότι το έργο αδειοδοτείται από την Ελλάδα στις θαλάσσιες περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας και ότι δεν θα ζητηθεί άδεια από άλλη χώρα.

Το νέο τουρκικό μήνυμα κάνει το θέμα ακόμη πιο δύσκολο

Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο σύνθετη μετά τις τελευταίες τουρκικές τοποθετήσεις. Η Άγκυρα επαναφέρει την απαίτηση για προηγούμενο συντονισμό και υποστηρίζει ότι τμήμα της διαδρομής του καλωδίου περνά από περιοχή που θεωρεί τμήμα της δικής της υφαλοκρηπίδας.

Μάλιστα, η τουρκική πλευρά έχει περάσει από τη διπλωματική διατύπωση περί «συντονισμού» σε σαφέστερη προειδοποίηση ότι δεν θα επιτρέψει δραστηριότητες χωρίς προηγούμενη τουρκική έγκριση στις περιοχές που θεωρεί ότι εμπίπτουν στην υφαλοκρηπίδα της.

Αυτό σημαίνει ότι το GSI δεν επιστρέφει απλώς ως ενεργειακό έργο. Επιστρέφει ως δοκιμασία της ελληνικής θέσης για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες και, κυρίως, ως τεστ για το εάν η Αθήνα θα μπορέσει αυτή τη φορά να προχωρήσει τις απαραίτητες έρευνες χωρίς να επαναληφθεί το σκηνικό της Κάσου.

Το πρόβλημα για το Μαξίμου είναι και πολιτικό

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δήλωση Συρίγου αποκτά δεύτερη διάσταση. Δεν δημιουργεί μόνο μια διαφωνία ως προς την ερμηνεία των γεγονότων. Επιτρέπει στην αντιπολίτευση να επαναφέρει τη συζήτηση για το εάν το 2024 υπήρξε στην πράξη αναδίπλωση απέναντι στην Τουρκία.

Η εκπρόσωπος της Ελληνικής Λύσης, Θεώνη Κουφονικολάκου, αξιοποίησε ήδη τη δήλωση για να υποστηρίξει ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει διαφορετικά τα γεγονότα και να συνδέσει την υπόθεση με την ανάγκη αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής.

Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η συζήτηση γίνεται σε μια στιγμή κατά την οποία η ίδια θέλει να παρουσιάσει την επανεκκίνηση του GSI ως απόδειξη ότι το έργο προχωρά. Όσο όμως παραμένει ανοικτό το ερώτημα για το τι συνέβη το 2024, κάθε νέα κίνηση του καλωδίου θα συνοδεύεται από τη σύγκριση με την Κάσο.

Και υπάρχει ένας ακόμη πολιτικός υπολογισμός. Οι αναφορές σε «υποχώρηση» στα ελληνοτουρκικά δίνουν επιχειρήματα στα κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της ΝΔ και έχουν οικοδομήσει σημαντικό μέρος της κριτικής τους στην κυβέρνηση πάνω στους χειρισμούς της έναντι της Τουρκίας.

Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η επανεκκίνηση των ερευνών

Η ουσία, πάντως, δεν θα κριθεί από τη σημερινή αντιπαράθεση για τη λέξη «υποχώρηση». Θα κριθεί όταν το ερευνητικό πλοίο επιστρέψει στην περιοχή και χρειαστεί να πραγματοποιηθούν οι εργασίες που προηγούνται της πόντισης.

Τότε θα φανεί εάν η νέα γαλλική συμμετοχή, η διπλωματική προετοιμασία και η πολιτική δέσμευση της Αθήνας μπορούν να μετατρέψουν το GSI από ένα έργο που επανεκκινεί σε ένα έργο που προχωρά στην πράξη.

Η κυβέρνηση έχει ήδη δηλώσει ότι δεν τίθεται θέμα τουρκικής αδειοδότησης. Η Τουρκία έχει δηλώσει ότι απαιτεί προηγούμενο συντονισμό. Αν οι δύο αυτές θέσεις παραμείνουν αμετακίνητες, η επόμενη NAVTEX και οι νέες έρευνες θα αποτελέσουν το πραγματικό τεστ.

Μέχρι τότε, η αντιπαράθεση Συρίγου – κυβέρνησης λειτουργεί ως υπενθύμιση ενός πολιτικά άβολου ερωτήματος: εάν το 2024 η Αθήνα επέλεξε να μην κλιμακώσει μια κρίση, αυτό μπορεί να περιγράφεται από την κυβέρνηση ως διαχείριση και από την αντιπολίτευση ως υποχώρηση. Το κρίσιμο, όμως, είναι ποια πρακτική θα ακολουθηθεί τώρα που το ίδιο έργο επιστρέφει στο σημείο όπου είχε σταματήσει.

Δείτε επίσης