17 Οκτ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Σύνοδος Κορυφής ΕΕ: Γιατί κόλλησαν ενέργεια, προϋπολογισμός και Ουκρανία – Τι κέρδισε η Ελλάδα

Σύνοδος Κορυφής ΕΕ: Γιατί κόλλησαν ενέργεια, προϋπολογισμός και Ουκρανία – Τι κέρδισε η Ελλάδα

Image

Κώστας Χριστοδούλου
Κώστας Χριστοδούλου

Η διήμερη Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες, στις 15 και 16 Οκτωβρίου, ανέδειξε τις βαθιές διαφωνίες που δυσκολεύουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να διαμορφώσει κοινή απάντηση σε τρία κρίσιμα μέτωπα: την ενεργειακή κρίση, τον πολυετή προϋπολογισμό 2028-2034 και τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας.

Οι 27 ηγέτες ολοκλήρωσαν τις συνομιλίες χωρίς συγκεκριμένες αποφάσεις για τα ζητήματα που συνδέονται με το κόστος ζωής, την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια της ηπείρου. Αντίθετα, η ελληνική πρόταση για έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό αντιμετώπισης έκτακτων μεταναστευτικών κρίσεων βρήκε πολιτική αποδοχή. Η αντίθεση ανάμεσα στη σύγκλιση στο μεταναστευτικό και στην αδυναμία συμφωνίας για τα μεγάλα οικονομικά και γεωπολιτικά ζητήματα αποτυπώνει το βασικό πρόβλημα της σημερινής Ευρώπης: οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν τις κοινές προκλήσεις, αλλά δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ποιος θα πληρώσει το κόστος της αντιμετώπισής τους.

Ενέργεια: Η Ευρώπη αναζητεί απάντηση στην ακρίβεια, αλλά διαφωνεί για τα μέσα

Η ενεργειακή κρίση βρέθηκε στο επίκεντρο των πιο δύσκολων διαπραγματεύσεων της Συνόδου. Η πίεση από τις τιμές της ενέργειας, οι επιπτώσεις στη βιομηχανία και η ανησυχία για το κόστος που επωμίζονται τα νοικοκυριά αναγκάζουν τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναζητήσουν νέες παρεμβάσεις. Ωστόσο, η συμφωνία για την ανάγκη δράσης δεν συνοδεύτηκε από κοινή απόφαση για το εύρος και τη μορφή των μέτρων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πέντε βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις: αποδέσμευση 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και ντίζελ μέσα σε τέσσερις μήνες μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, παράταση και διεύρυνση του προσωρινού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων, αναβολή κατά ένα έτος της εφαρμογής του κανονισμού για το μεθάνιο, στρατηγικό διάλογο για τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια και ενίσχυση των κοινών αγορών ενέργειας.

Η δέσμη αυτή αποτυπώνει την προσπάθεια της Κομισιόν να κινηθεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά επίπεδα: να ενισχύσει την προσφορά ενεργειακών προϊόντων, να δώσει μεγαλύτερα περιθώρια στήριξης στις κυβερνήσεις και να περιορίσει τις πιέσεις στην παραγωγή. Δεν αποτελεί, όμως, ολοκληρωμένη απάντηση στο πρόβλημα των τιμών, ούτε εξασφαλίζει ότι οι παρεμβάσεις θα έχουν άμεσο και ομοιόμορφο αποτέλεσμα σε όλες τις χώρες.

Το ETS2 διχάζει Βορρά και Νότο

Η βαθύτερη πολιτική σύγκρουση αφορά το ETS2, το νέο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών που προβλέπεται να επεκταθεί στα κτίρια και στις οδικές μεταφορές. Η εφαρμογή του, η οποία έχει προγραμματιστεί για το 2028, προκαλεί ανησυχίες για πρόσθετες επιβαρύνσεις στα καύσιμα και στη θέρμανση.

Η Ιταλία και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης ζήτησαν τη μετάθεση της εφαρμογής του στο 2030. Στον αντίποδα, η Φινλανδία, η Δανία και η Σουηδία αντιτάχθηκαν σε νέα αναβολή, εκφράζοντας τον φόβο ότι οι συνεχείς αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα θα υπονόμευαν την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής.

Η διαφωνία δεν αφορά μόνο το περιβάλλον. Αγγίζει τον πυρήνα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ: ποιος θα επωμιστεί το κόστος της πράσινης μετάβασης και πόσο γρήγορα μπορούν να εφαρμοστούν οι κλιματικές δεσμεύσεις χωρίς να επιβαρυνθούν δυσανάλογα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.

Η Ελλάδα ζητεί μεγαλύτερη ευελιξία, τόσο ως προς το χρονοδιάγραμμα όσο και ως προς τη δυνατότητα αξιοποίησης των δημοσιονομικών εσόδων για μέτρα στήριξης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε ότι η Αθήνα έδωσε μάχη για τη μετάθεση της εφαρμογής και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να απαιτηθεί νέα παράταση.

Η κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει μέτρα στήριξης άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, καθώς και πρόσθετη ενίσχυση 95 εκατομμυρίων ευρώ για τη βιομηχανία. Παράλληλα, επανεξετάζει ανά δεκαπενθήμερο τα δεδομένα, επιχειρώντας να διατηρήσει περιθώρια παρέμβασης χωρίς να ανατρέψει τον δημοσιονομικό σχεδιασμό.

Η εκκρεμότητα στις Βρυξέλλες έχει πρακτική σημασία: χωρίς συμφωνία για την ευρωπαϊκή ευελιξία, οι εθνικές κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν τις πιέσεις με διαφορετικά εργαλεία και άνισες δημοσιονομικές δυνατότητες.

Προϋπολογισμός 2028-2034: Η σύγκρουση για το ποιος πληρώνει την επόμενη Ευρώπη

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η διαπραγμάτευση για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ. Η συζήτηση δεν αφορά απλώς το συνολικό ύψος των δαπανών, αλλά το πώς θα κατανεμηθούν οι διαθέσιμοι πόροι ανάμεσα στις παραδοσιακές ευρωπαϊκές πολιτικές και στις νέες προτεραιότητες που προκύπτουν από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το σχέδιο συμβιβασμού της ιρλανδικής προεδρίας προβλέπει περικοπές περίπου 141 δισ. ευρώ σε σχέση με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Παρά τη μείωση, οι χώρες που συνεισφέρουν καθαρά στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό εξακολουθούν να θεωρούν το κόστος υψηλό. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ζητεί ακόμη βαθύτερες περικοπές.

Στον αντίποδα βρίσκονται οι χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις για τις επενδύσεις, την αγροτική παραγωγή και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η Ελλάδα, ως μέλος της ομάδας των «Φίλων της Συνοχής», επιδιώκει να διατηρηθούν η Κοινή Αγροτική Πολιτική και η πολιτική συνοχής τουλάχιστον στα επίπεδα που προβλέπει η πρόταση της Κομισιόν.

Η θέση της Αθήνας είναι σαφής: δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια υποχωρήσεων σε κονδύλια που επηρεάζουν άμεσα την ανάπτυξη της περιφέρειας, τις υποδομές και τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι τη συγκεκριμένη γραμμή συμμερίζονται τουλάχιστον 15 κράτη-μέλη.

Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να χρηματοδοτήσει περισσότερες προτεραιότητες χωρίς να έχει συμφωνήσει σε αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων πόρων. Η άμυνα, η ανταγωνιστικότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η υποστήριξη της Ουκρανίας διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο, ενώ οι παραδοσιακές πολιτικές εξακολουθούν να αποτελούν βασικό στήριγμα για μεγάλο αριθμό κρατών.

Η διαπραγμάτευση μετατρέπεται έτσι σε σύγκρουση για το μοντέλο της επόμενης Ευρώπης. Θα διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στη συνοχή και τις νέες στρατηγικές προτεραιότητες ή οι πόροι θα μετακινηθούν προς την άμυνα και την ανταγωνιστικότητα; Και θα δεχθούν οι καθαροί συνεισφέροντες να αναλάβουν μεγαλύτερο κόστος για να διατηρηθούν οι ευρωπαϊκές πολιτικές αναδιανομής;

Οι απαντήσεις δεν δόθηκαν στη Σύνοδο. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα αναμένεται να προωθήσει νέο συμβιβαστικό κείμενο, ενώ εξετάζεται η πραγματοποίηση έκτακτης Συνόδου στις 26 Νοεμβρίου. Στόχος είναι να επιτευχθεί πολιτική συμφωνία έως το τέλος του 2026, χωρίς να έχει διασφαλιστεί ότι οι διαφορές θα γεφυρωθούν εγκαίρως.

Για την Ελλάδα, η έκβαση θα έχει άμεσες συνέπειες στις χρηματοδοτήσεις της επόμενης περιόδου. Η υποχώρηση των κονδυλίων συνοχής ή της ΚΑΠ θα μπορούσε να περιορίσει τα διαθέσιμα εργαλεία για επενδύσεις, αγρότες και περιφέρειες, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.

Ουκρανία: Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη συναντά τα δημοσιονομικά όρια

Το τρίτο μεγάλο αδιέξοδο αφορά τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι παρουσίασε τις ανάγκες της χώρας για το 2027, εκτιμώντας το συνολικό κόστος του πολέμου σε 155 δισ. ευρώ και ζητώντας επιπλέον 70 δισ. ευρώ.

Το αίτημα φέρνει την Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση. Η συνέχιση της υποστήριξης προς το Κίεβο συνδέεται με την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την αποτροπή περαιτέρω ρωσικής προέλασης, αλλά απαιτεί χρηματοδοτικές δεσμεύσεις που πρέπει να ενταχθούν σε έναν ήδη δύσκολο δημοσιονομικό σχεδιασμό.

Οι 27 δεν κατέληξαν σε συμφωνία για το νέο χρηματοδοτικό πακέτο. Ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να επικαιροποιήσουν την αποτίμηση των αναγκών της Ουκρανίας, μεταθέτοντας ουσιαστικά την απόφαση για το ύψος και τη μορφή της βοήθειας.

Η εκκρεμότητα είναι σημαντική, καθώς η χρηματοδότηση του πολέμου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με διαδοχικές έκτακτες αποφάσεις. Η Ουκρανία χρειάζεται προβλέψιμους πόρους για τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη λειτουργία του κράτους, ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να υπολογίσουν το κόστος σε βάθος χρόνου.

Ο Ζελένσκι προειδοποίησε ότι μια ενδεχόμενη ήττα της χώρας του θα μπορούσε να οδηγήσει εκατομμύρια Ουκρανούς στην Ευρώπη, συνδέοντας την υποστήριξη προς το Κίεβο με τον κίνδυνο μιας νέας μεγάλης μεταναστευτικής κρίσης. Το επιχείρημα ενισχύει τη γεωπολιτική διάσταση της χρηματοδότησης, δεν αναιρεί όμως τις διαφωνίες για την κατανομή του κόστους.

Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν στην παράταση της προσωρινής προστασίας των εκτοπισμένων από την Ουκρανία έως τις 4 Μαρτίου 2028. Η απόφαση διασφαλίζει τη συνέχιση της κοινής προστασίας, χωρίς να επιλύει το κρίσιμο χρηματοδοτικό ζήτημα.

Το παράδοξο της ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης

Η δυσκολία εξεύρεσης συμφωνίας για την Ουκρανία συνδέεται άμεσα με τη διαπραγμάτευση για τον επόμενο προϋπολογισμό. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν πόσα χρήματα θα διαθέσουν για την άμυνα και τη γεωπολιτική ασφάλεια, ενώ ταυτόχρονα διαφωνούν για το συνολικό ύψος των κοινών δαπανών και τη χρηματοδότηση των παραδοσιακών πολιτικών.

Αντίστοιχη αντίφαση εμφανίζεται στην ενέργεια. Η ΕΕ θέλει να διατηρήσει τους κλιματικούς στόχους και να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση, αλλά οι κυβερνήσεις πιέζονται από το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η αναζήτηση προσωρινών εξαιρέσεων και αναβολών αποτυπώνει τη δυσκολία να συνδυαστούν οι μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις με τις άμεσες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.

Και στα τρία μέτωπα επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: ποιος αναλαμβάνει το κόστος, με ποια εργαλεία και υπό ποιους όρους; Οι χώρες με μεγαλύτερες δημοσιονομικές δυνατότητες δεν επιθυμούν να επωμιστούν απεριόριστες κοινές υποχρεώσεις. Οι χώρες που χρειάζονται ευρωπαϊκούς πόρους για την ανάπτυξη και την ασφάλειά τους αντιδρούν στις περικοπές. Παράλληλα, οι διαφορετικές ενεργειακές εξαρτήσεις και οι εθνικές πολιτικές προτεραιότητες δυσκολεύουν τη διαμόρφωση κοινής γραμμής.

Η μαραθώνια διαπραγμάτευση των περίπου 15 ωρών για τα συμπεράσματα της πρώτης ημέρας και η ακύρωση της προγραμματισμένης συνέντευξης Τύπου της Πέμπτης αποτύπωσαν την ένταση των συνομιλιών. Η Σύνοδος ολοκληρώθηκε με διατυπώσεις που διατηρούν ανοιχτές τις διαπραγματεύσεις, χωρίς να εξασφαλίζουν συγκεκριμένα αποτελέσματα στα τρία κρίσιμα ζητήματα.

Μεταναστευτικό: Η ελληνική πρόταση που βρήκε ευρωπαϊκή στήριξη

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαφωνιών, η Αθήνα εξασφάλισε ένα σαφές πολιτικό αποτέλεσμα στο μεταναστευτικό. Οι 27 αποδέχθηκαν γενικά την ελληνική πρόταση για τη δημιουργία ευρωπαϊκού μηχανισμού αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων και εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών.

Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία συνδέθηκε με την εμπειρία του Έβρου το 2020 και αντίστοιχες κρίσεις στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, ενσωματώθηκε στα συμπεράσματα και πλέον αναμένεται η εξειδίκευσή της από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ενίσχυση της Frontex και η διαμόρφωση νέων διαδικασιών για την αντιμετώπιση έκτακτων μεταναστευτικών πιέσεων.

Η συμφωνία αποτελεί διπλωματική επιτυχία για την Ελλάδα, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Οι λεπτομέρειες του μηχανισμού, οι προϋποθέσεις ενεργοποίησής του και οι δεσμεύσεις των κρατών-μελών παραμένουν προς επεξεργασία. Παράλληλα, δεν υπήρξε αντίστοιχη σύγκλιση σε άλλες προτάσεις, όπως εκείνες που αφορούν τα αντικίνητρα για την παράτυπη μετανάστευση.

Η ελληνική επιτυχία δείχνει ότι η ευρωπαϊκή συνεννόηση παραμένει εφικτή όταν υπάρχει σαφώς οριοθετημένο αντικείμενο συμφωνίας. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν οι αποφάσεις απαιτούν μεγάλες οικονομικές δεσμεύσεις, ανακατανομή πόρων ή συμβιβασμούς ανάμεσα σε διαφορετικά εθνικά συμφέροντα.

Τι κρίνεται στις επόμενες εβδομάδες

Το αποτέλεσμα της Συνόδου μεταφέρει το βάρος στις επόμενες διαπραγματεύσεις. Στην ενέργεια, ζητούμενο είναι να μετατραπούν οι προτάσεις της Κομισιόν σε αποτελεσματικές παρεμβάσεις και να διευκρινιστεί το περιθώριο ευελιξίας για το ETS2. Στον προϋπολογισμό, το κρίσιμο σημείο είναι εάν θα βρεθεί συμβιβασμός που θα διατηρεί επαρκή χρηματοδότηση για τη συνοχή και την αγροτική πολιτική, ενώ θα καλύπτει τις νέες ανάγκες της Ένωσης. Για την Ουκρανία, η επικαιροποίηση των χρηματοδοτικών αναγκών θα καθορίσει την επόμενη φάση της διαπραγμάτευσης.

Η Ελλάδα θα παρακολουθεί και τα τρία μέτωπα από διαφορετική αφετηρία. Στην ενέργεια επιδιώκει μεγαλύτερη ευελιξία για τη στήριξη της οικονομίας. Στον προϋπολογισμό υπερασπίζεται τις χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη και την περιφερειακή συνοχή. Στην Ουκρανία υποστηρίζει τη συνδρομή προς το Κίεβο, διατηρώντας ως όριο την προστασία των εθνικών αμυντικών δυνατοτήτων.

Η Σύνοδος των Βρυξελλών δεν κατέληξε σε οριστικές λύσεις για τα ζητήματα που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την οικονομική και γεωπολιτική πορεία της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια. Ανέδειξε, όμως, το βασικό διακύβευμα: η ΕΕ καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την κοινή διάγνωση των προβλημάτων σε κοινές αποφάσεις, με σαφή χρηματοδότηση και δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα. Μέχρι τότε, οι διαφωνίες για την ενέργεια, τον προϋπολογισμό και την Ουκρανία θα παραμένουν το πραγματικό μέτρο των ευρωπαϊκών αντοχών.

Πηγές:

Δείτε επίσης