Εκατοντάδες υποθέσεις υπόχρεων σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης βρίσκονται στο μικροσκόπιο των εισαγγελικών αρχών, μετά τους ελέγχους που αποκάλυψαν περισσότερα από 14,3 εκατ. ευρώ σε αδήλωτα εισοδήματα και περιουσιακά στοιχεία την περίοδο 2021-2025. Οι έλεγχοι της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες ανέδειξαν κενές, ανακριβείς ή και ανύπαρκτες δηλώσεις πόθεν έσχες.
Το μέγεθος των ευρημάτων δίνει νέα διάσταση στους ελέγχους για τις δηλώσεις πόθεν έσχες, καθώς δεν πρόκειται μόνο για τυπικές παραλείψεις κατά τη συμπλήρωση των δηλώσεων. Σε σημαντικό αριθμό περιπτώσεων οι ελεγκτικές αρχές διαπίστωσαν ότι περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα δεν εμφανίζονταν καθόλου ή εμφανίζονταν μειωμένα σε σχέση με τα πραγματικά δεδομένα.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται η Αρχή υπό τον πρώην αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπο Βουρλιώτη, η οποία προχώρησε σε διασταυρώσεις στοιχείων και εντόπισε εκατοντάδες περιπτώσεις που χρήζουν περαιτέρω δικαστικής διερεύνησης. Η δραστηριότητα της Αρχής έχει επεκταθεί τα τελευταία χρόνια και σε υποθέσεις όπου εξετάζεται η προέλευση περιουσιακών στοιχείων και η σύνδεσή τους με μαύρο χρήμα.
Οι συγκεκριμένες υποθέσεις δεν αφορούν αποκλειστικά πολιτικά πρόσωπα. Στο σύστημα των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης περιλαμβάνονται διαφορετικές κατηγορίες υπόχρεων, ενώ οι έλεγχοι μπορούν να οδηγήσουν σε ποινικές και δημοσιονομικές συνέπειες. Αντίστοιχες υποθέσεις έχουν κατά το παρελθόν απασχολήσει τη Δικαιοσύνη, με αφορμή παραλείψεις ή ψευδείς δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης.
Οι τρεις τρόποι απόκρυψης περιουσίας
Τα ευρήματα των ελέγχων κατηγοριοποιούνται σε τρεις βασικές μορφές παρατυπιών. Η μεγαλύτερη κατηγορία αφορά τις κενές δηλώσεις, όπου οι υπόχρεοι υπέβαλαν δήλωση χωρίς να αποτυπώνουν τα περιουσιακά στοιχεία που θα έπρεπε να περιλαμβάνονται σε αυτή.
Στις περιπτώσεις αυτές, η αξία των περιουσιακών στοιχείων που δεν δηλώθηκαν ξεπερνά τα 11 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στη συντριπτική πλειονότητα των ευρημάτων της πενταετίας.
Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες η δήλωση δεν αποτυπώνει την πραγματική οικονομική εικόνα του υπόχρεου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα για την προέλευση και τον τρόπο απόκτησης των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων.
Πάνω από 1,8 εκατ. ευρώ σε υποθέσεις μη υποβολής
Η δεύτερη κατηγορία αφορά τους υπόχρεους που δεν υπέβαλαν καθόλου δήλωση περιουσιακής κατάστασης, παρά τη σχετική υποχρέωσή τους.
Στις σημαντικότερες από αυτές τις υποθέσεις, το συνολικό ύψος της περιουσίας που δεν δηλώθηκε ξεπερνά τα 1,8 εκατ. ευρώ. Η μη υποβολή δήλωσης αποτελεί διαφορετική περίπτωση από την ανακριβή συμπλήρωση, καθώς στερεί εξ ολοκλήρου από τις αρμόδιες αρχές την εικόνα της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η πρακτική αυτή έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο ελέγχων και δικαστικών υποθέσεων. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης αποτελούν βασικό εργαλείο για τον εντοπισμό αναντιστοιχιών ανάμεσα στα εισοδήματα, τις καταθέσεις, τα ακίνητα και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία των υπόχρεων.
Ανακριβείς δηλώσεις με απόκρυψη εισοδημάτων
Η τρίτη κατηγορία αφορά ανακριβείς δηλώσεις. Εδώ οι υπόχρεοι υπέβαλαν μεν δήλωση, όμως τα στοιχεία που καταχωρίστηκαν δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική οικονομική τους κατάσταση.
Στις περιπτώσεις που εντοπίστηκαν, δηλώθηκαν συστηματικά χαμηλότερα εισοδήματα από τα πραγματικά, με το συνολικό ποσό που δεν εμφανίστηκε στις δηλώσεις να ξεπερνά το 1,5 εκατ. ευρώ.
Η συγκεκριμένη κατηγορία έχει ιδιαίτερη σημασία για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, καθώς οι αναντιστοιχίες μπορούν να αποκαλύψουν περιουσιακές μεταβολές που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα ή άλλες νόμιμες πηγές χρηματοδότησης.
Στη Δικαιοσύνη οι υποθέσεις – Καταλογισμός των ποσών
Το επόμενο στάδιο αφορά την αξιοποίηση των πορισμάτων των ελέγχων. Όλες οι υποθέσεις που εντοπίστηκαν διαβιβάστηκαν στις εισαγγελικές αρχές για την περαιτέρω ποινική αξιολόγησή τους.
Παράλληλα, τα πορίσματα αναμένεται να διαβιβαστούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προκειμένου να ακολουθηθεί η διαδικασία καταλογισμού των ποσών που αποκρύφθηκαν.
Έτσι, οι έλεγχοι δεν περιορίζονται στη διαπίστωση ότι μια δήλωση ήταν ελλιπής ή ανακριβής. Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μπορούν να οδηγήσουν τόσο σε ποινικές εξελίξεις όσο και σε οικονομικές αξιώσεις σε βάρος των υπόχρεων, ανάλογα με τα ευρήματα κάθε υπόθεσης.
Το συνολικό ποσό των 14,3 εκατ. ευρώ αποτελεί το αποτέλεσμα των υποθέσεων που εντοπίστηκαν κατά την εξεταζόμενη πενταετία και αναδεικνύει τη σημασία των διασταυρώσεων ανάμεσα στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης και τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα. Το κρίσιμο πλέον στοιχείο είναι η εξέλιξη των εισαγγελικών ερευνών και των διαδικασιών καταλογισμού για κάθε μία από τις υποθέσεις.






