Η πολιτική κρίση στη Γαλλία, η ενίσχυση της ακροδεξιάς στη Γερμανία και η έντονη πόλωση στην Ισπανία φέρνουν στο προσκήνιο ένα κοινό ερώτημα για το μέλλον της Ευρώπης: γιατί όλο και περισσότεροι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στα παραδοσιακά κόμματα και αμφισβητούν την ικανότητά τους να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας;
Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, οι κοινωνικές ανισότητες και η ανασφάλεια τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια, ενώ η αδυναμία των πολιτικών συστημάτων να διαμορφώσουν ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον διευρύνει το χάσμα εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών. Την ίδια ώρα, η παραπληροφόρηση και η πολιτική πόλωση δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την αναζήτηση ουσιαστικών απαντήσεων, με τις επιπτώσεις να φτάνουν μέχρι τη λειτουργία και τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε συνέντευξή του στο Anatropinews, ο Νίκος Παναγιώτου, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντής του Εργαστηρίου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας, εξηγεί τι συνδέει τις πολιτικές εξελίξεις στις τρεις ευρωπαϊκές χώρες, γιατί οι αποσπασματικές παρεμβάσεις δεν αρκούν για να ανακόψουν την αντισυστημική δυναμική και ποιες αλλαγές χρειάζεται η Ευρώπη για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών της.
Το βασικό διακύβευμα, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι απλώς η ανάσχεση των πολιτικών δυνάμεων που αμφισβητούν το υφιστάμενο σύστημα, αλλά η διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής που θα συνδέει την οικονομική ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη και τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι η αμφισβήτησή της από τους πολίτες, αλλά ο κίνδυνος να πάψουν να πιστεύουν ότι μπορεί να βελτιώσει τη ζωή τους.
Συνέντευξη
-Παρακολουθούμε έντονες πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, στην Ισπανία και στη Γερμανία. Πρόκειται για διαφορετικές εθνικές πραγματικότητες ή υπάρχει ένα κοινό νήμα που τις συνδέει;

Παρά τις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις τρεις χώρες, θεωρώ ότι υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό: η ολοένα μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες σημαντικών τμημάτων της κοινωνίας και στην ικανότητα του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος να ανταποκριθεί σε αυτές. Στη Γαλλία, η κοινωνική δυσαρέσκεια εκφράζεται με κινητοποιήσεις, πολιτική πόλωση και αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας της διακυβέρνησης. Στη Γερμανία, η ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία, ιδιαίτερα στα ανατολικά κρατίδια, αναδεικνύει βαθύτερες κοινωνικές, οικονομικές και γεωγραφικές διαιρέσεις. Στην Ισπανία, η πολιτική αντιπαράθεση συνδέεται με τη στεγαστική κρίση, τη μετανάστευση, τη λειτουργία των θεσμών και την εμπιστοσύνη προς την πολιτική ηγεσία. Αυτό που ενώνει τις περιπτώσεις δεν είναι ότι οι πολίτες έχουν τις ίδιες πολιτικές προτιμήσεις. Είναι ότι ολοένα περισσότεροι αμφισβητούν εάν οι παραδοσιακοί πολιτικοί μηχανισμοί μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικές λύσεις.Κατά την άποψή μου, επομένως, δεν αντιμετωπίζουμε μόνο μια κρίση των παραδοσιακών κομμάτων, αλλά μια βαθύτερη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και εμπιστοσύνης.
–Πώς εξηγείτε την ενίσχυση των αντισυστημικών δυνάμεων, τόσο από τη Δεξιά όσο και από την Αριστερά;
Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι δεν ακούγεται. Οι πολίτες βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται, τη στέγαση να γίνεται δυσκολότερη, τις κοινωνικές ανισότητες να επιμένουν και τις αλλαγές στην οικονομία και στην τεχνολογία να δημιουργούν ανασφάλεια. Τα παραδοσιακά κόμματα συχνά απαντούν με επιμέρους μέτρα, χωρίς να συγκροτούν ένα πειστικό αφήγημα για το μέλλον. Οι αντισυστημικές δυνάμεις αξιοποιούν αυτό το κενό, προβάλλοντας μια σαφέστερη, πολλές φορές απλουστευτική, ερμηνεία της πραγματικότητας. Προσδιορίζουν έναν υπεύθυνο για τα προβλήματα, είτε πρόκειται για τις πολιτικές ελίτ, την παγκοσμιοποίηση, τη μετανάστευση είτε για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, και υπόσχονται την αποκατάσταση του ελέγχου.Δεν σημαίνει ότι όλες οι ανησυχίες των πολιτών που στρέφονται προς αυτές τις δυνάμεις είναι αβάσιμες. Αντίθετα, πολλές έχουν πραγματικές κοινωνικές και οικονομικές ρίζες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η αποδοκιμασία του πολιτικού συστήματος δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την απόρριψη της δημοκρατίας. Συχνά αποτελεί αίτημα για περισσότερη ουσιαστική δημοκρατία, λογοδοσία το κυριότερο όμως κατά την άποψη μου περισσότερη αποτελεσματικότητα.
–Μήπως τα παραδοσιακά κόμματα, στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τις αντισυστημικές δυνάμεις, καταλήγουν να υιοθετούν τη δική τους πολιτική ατζέντα;
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά διλήμματα της σημερινής Ευρώπης.Σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρούμε τα παραδοσιακά κόμματα να προσαρμόζουν την πολιτική και τη ρητορική τους στα ζητήματα που αναδεικνύουν οι αντισυστημικές δυνάμεις. Το βλέπουμε ιδιαίτερα στη μετανάστευση, στην ασφάλεια, στην εθνική ταυτότητα, αλλά και σε ζητήματα οικονομικής προστασίας. Η ανταπόκριση σε πραγματικά κοινωνικά αιτήματα είναι προφανώς αναγκαία. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζεις ένα πρόβλημα και στο να υιοθετείς αυτομάτως τον τρόπο με τον οποίο το ορίζει ο πολιτικός σου αντίπαλος.Όταν τα παραδοσιακά κόμματα περιορίζονται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, διατρέχουν τον κίνδυνο να ενισχύσουν το πολιτικό πλαίσιο των αντιπάλων τους χωρίς να αντιμετωπίσουν τις βαθύτερες αιτίες της δυσαρέσκειας. Για παράδειγμα, η συζήτηση για τη μετανάστευση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη δημογραφική συρρίκνωση, τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, την κοινωνική ένταξη και την αποτελεσματική διαχείριση των συνόρων. Αντίστοιχα, η στεγαστική κρίση δεν αντιμετωπίζεται μόνο με προσωρινές επιδοτήσεις, αλλά απαιτεί συνολικότερες παρεμβάσεις στην προσφορά κατοικίας, στη χρηματοδότηση και στην αστική ανάπτυξη.
Το πολιτικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να απαντάς στις πρωτοβουλίες των άλλων. Είναι να διαμορφώνεις εσύ την ατζέντα, με βάση μια συνεκτική αντίληψη για την κοινωνία που θέλεις να δημιουργήσεις.
-Υπάρχει και μια γεωγραφική διάσταση αυτής της δυσαρέσκειας; Βλέπουμε διαφορετικές πολιτικές συμπεριφορές στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην περιφέρεια;
Ασφαλώς, αν και δεν πρέπει να προχωρούμε σε γενικεύσεις.Η αντίθεση ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις περιοχές που αισθάνονται ότι μένουν πίσω αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο των σύγχρονων ευρωπαϊκών πολιτικών εξελίξεων. Σε περιοχές που έχουν βιώσει αποβιομηχάνιση, δημογραφική συρρίκνωση, περιορισμό δημόσιων υπηρεσιών ή λιγότερες οικονομικές ευκαιρίες, η αίσθηση εγκατάλειψης μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική δυσαρέσκεια.Στη Γερμανία, για παράδειγμα, οι διαφορετικές ιστορικές και οικονομικές εμπειρίες μεταξύ ανατολικών και δυτικών κρατιδίων εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά.Αντίστοιχες κοινωνικές και χωρικές ανισότητες συναντούμε στη Γαλλία και στην Ισπανία, αν και εκφράζονται διαφορετικά.Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η παγκοσμιοποίηση δεν βιώθηκαν με τον ίδιο τρόπο από όλες τις κοινωνικές ομάδες και όλες τις περιοχές.Το κεντρικό ερώτημα είναι εάν η Ευρώπη μπορεί να διασφαλίσει ότι η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση δεν θα δημιουργήσουν νέες περιφέρειες που αισθάνονται αποκλεισμένες από την ανάπτυξη.
–Τι ρόλο παίζουν τα μέσα ενημέρωσης, τα κοινωνικά δίκτυα και η παραπληροφόρηση σε αυτή την κατάσταση;
Ο ρόλος τους είναι ιδιαίτερα σημαντικός, αλλά δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε την τεχνολογική διάσταση εις βάρος των πραγματικών κοινωνικών προβλημάτων.
Η παραπληροφόρηση δεν δημιουργεί από μόνη της την κοινωνική δυσαρέσκεια. Μπορεί, όμως, να την ενισχύσει, να την κατευθύνει και να την μετατρέψει σε γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Η αλλαγή στο πληροφοριακό περιβάλλον είναι βαθύτερη. Οι πολίτες εκτίθενται πλέον σε έναν κατακερματισμένο δημόσιο διάλογο, όπου η ταχύτητα, η συναισθηματική ένταση και η αντιπαράθεση συχνά ευνοούνται έναντι της τεκμηριωμένης ανάλυσης. Παράλληλα, η μειωμένη εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για εναλλακτικά δίκτυα πληροφόρησης, στα οποία η πολιτική ταυτότητα μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την αξιοπιστία της πληροφορίας.Η Τεχνητή Νοημοσύνη προσθέτει μια νέα διάσταση, διευκολύνοντας την παραγωγή και τη μαζική διάδοση παραπλανητικού περιεχομένου. Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης δεν μπορεί να εξαντλείται σε τεχνολογικές λύσεις ή στη διάψευση ψευδών ειδήσεων.
Απαιτεί ενίσχυση της δημοσιογραφίας, καλλιέργεια του γραμματισμού στα μέσα και στην Τεχνητή Νοημοσύνη, μεγαλύτερη θεσμική διαφάνεια και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών. Η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται επικοινωνιακά. Οικοδομείται μέσα από την αξιοπιστία, τη λογοδοσία και τα αποτελέσματα της πολιτικής.
–Πόσο επηρεάζουν αυτές οι εξελίξεις την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Την επηρεάζουν σε πολλαπλά επίπεδα.
Πρώτα απ’ όλα, δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων. Όταν μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν εσωτερική πολιτική αστάθεια, οι κυβερνήσεις τους έχουν συχνά μικρότερα περιθώρια για μακροπρόθεσμες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.
Δεύτερον, η ενίσχυση πολιτικών δυνάμεων που επιδιώκουν διαφορετικούς βαθμούς περιορισμού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες στην Ένωση, ιδιαίτερα σε ζητήματα προϋπολογισμού, μετανάστευσης, κλιματικής πολιτικής και εξωτερικής πολιτικής.
Τρίτον, υπάρχει ο κίνδυνος η ευρωπαϊκή ατζέντα να καθορίζεται ολοένα περισσότερο από τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις των κρατών-μελών και λιγότερο από μια κοινή στρατηγική.
Αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει τεράστιες προκλήσεις: την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική εξάρτηση, τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και την άμυνα.Επομένως, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η άνοδος των αντισυστημικών δυνάμεων. Είναι κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διατηρήσει την ικανότητά της να λαμβάνει συλλογικές αποφάσεις και να προσφέρει απτά αποτελέσματα στους πολίτες της.
-Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιμετωπίσει αυτή την κρίση εμπιστοσύνης με τις πολιτικές που εφαρμόζει σήμερα;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει σημαντικά εργαλεία και πολιτικές, αλλά συχνά οι παρεμβάσεις της παραμένουν κατακερματισμένες ή δυσκολεύονται να μεταφραστούν σε ορατά αποτελέσματα στην καθημερινότητα των πολιτών.
Δεν αρκεί η ανακοίνωση νέων χρηματοδοτικών προγραμμάτων ή θεσμικών πρωτοβουλιών. Το ζήτημα είναι εάν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η ευρωπαϊκή πολιτική βελτιώνει ουσιαστικά τη ζωή τους.Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε ιστορικά στην υπόσχεση της ειρήνης, της ευημερίας και της προόδου. Σήμερα χρειάζεται να επαναπροσδιορίσει αυτή την υπόσχεση σε ένα πολύ διαφορετικό διεθνές περιβάλλον.Χρειάζεται επίσης μια πιο ουσιαστική σύνδεση των μεγάλων ευρωπαϊκών στόχων με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να μιλάς για επιτυχημένη πράσινη μετάβαση χωρίς να διασφαλίζεις ότι οι περιοχές που εξαρτώνται από παραδοσιακές μορφές ενέργειας διαθέτουν εναλλακτικές παραγωγικές δυνατότητες και νέες θέσεις εργασίας.Ούτε μπορείς να μιλάς για ψηφιακή πρωτοπορία χωρίς να αντιμετωπίζεις τις ανισότητες στην πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες και στις αναγκαίες δεξιότητες.Η κοινωνική συνοχή και η οικονομική ανταγωνιστικότητα πρέπει να αποτελέσουν συμπληρωματικούς στόχους, όχι αντιτιθέμενες προτεραιότητες.
-Τι θα πρέπει, λοιπόν, να αλλάξει; Χρειάζεται μια νέα στρατηγική για την Ευρώπη;
Πιστεύω ότι αυτό ακριβώς είναι το κεντρικό διακύβευμα.Η Ευρώπη χρειάζεται να ξεπεράσει τη λογική της διαρκούς διαχείρισης κρίσεων και να περάσει σε μια περισσότερο συνεκτική πολιτική στρατηγική.Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγική της βάση, στην καινοτομία, στην ενεργειακή και τεχνολογική αυτονομία, αλλά ταυτόχρονα στη στέγαση, στις δημόσιες υπηρεσίες, στην εκπαίδευση και στις κοινωνικές ανισότητες. Σημαίνει επίσης να ενισχυθούν οι μηχανισμοί συμμετοχής των πολιτών, όχι μόνο στις εκλογικές διαδικασίες, αλλά και στον σχεδιασμό και στην αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών. Η δημοκρατία δεν μπορεί να περιορίζεται στην περιοδική προσφυγή στις κάλπες. Χρειάζεται διαρκή σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στους θεσμούς και στην κοινωνία. Και κυρίως, η ευρωπαϊκή πολιτική χρειάζεται να ανακτήσει την ικανότητα να παρουσιάζει ένα θετικό σχέδιο για το μέλλον, αντί να ετεροπροσδιορίζεται από τις δυνάμεις που την αμφισβητούν.
–Ποιο είναι το βασικό πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από όσα συμβαίνουν στη Γαλλία, στην Ισπανία και στη Γερμανία;
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ευρωπαϊκή πολιτική βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η απάντηση πολλών παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων στην αυξανόμενη αμφισβήτηση ήταν κυρίως αμυντική. Επιχείρησαν είτε να περιορίσουν την επιρροή των αντισυστημικών κομμάτων είτε να υιοθετήσουν επιμέρους στοιχεία της ατζέντας τους, ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες προσεγγίσεις δεν επαρκούν από μόνες τους. Η Ευρώπη δεν μπορεί να εξαντλεί την πολιτική της στην προσπάθεια να αποτρέψει αυτό που φοβάται. Πρέπει να μπορεί να περιγράψει με σαφήνεια αυτό που επιδιώκει.
Απαιτείται μια φυγή προς τα εμπρός. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως συγκεκριμένη πολιτική επιλογή.
Μια φυγή προς τα εμπρός που θα συνδέει την ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη, την τεχνολογική πρόοδο με τη δημοκρατική λογοδοσία και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.Η απάντηση στην πολιτική αμφισβήτηση δεν μπορεί να είναι απλώς περισσότερη επικοινωνία ή μια σειρά αποσπασματικών παραχωρήσεων. Πρέπει να είναι περισσότερη αποτελεσματικότητα, περισσότερη συμμετοχή και μια νέα προοπτική συλλογικής προόδου.
Γιατί τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι ότι οι πολίτες την αμφισβητούν. Είναι ο κίνδυνος να πάψουν να πιστεύουν ότι μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους προς το καλύτερο. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική πρόκληση της επόμενης περιόδου.






