Η καταναλωτική εμπιστοσύνη βελτιώθηκε τον Σεπτέμβριο, όμως η εικόνα που αποτυπώνεται στα νοικοκυριά παραμένει βαριά.
Ο δείκτης του ΙΟΒΕ ανέβηκε στις -41,6 μονάδες, από -47,8 τον Ιούλιο, αλλά η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με μεγάλη απόσταση από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Η βελτίωση του δείκτη δεν σημαίνει ότι οι οικογένειες αισθάνονται πως έχουν βγει από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση.
Η πραγματική εικόνα φαίνεται στις καθημερινές δαπάνες. Το 58% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ενώ το 12% καταφεύγει στις αποταμιεύσεις του. Μόλις το 22% καταφέρνει να αποταμιεύει λίγο ή πολύ, ενώ το 7% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί. Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με την επίμονη ακρίβεια που εξακολουθεί να πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα.
Τα στοιχεία της έρευνας αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστούν με την εικόνα των νοικοκυριών, όπου τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές απορροφούν σχεδόν το μισό της μέσης μηνιαίας δαπάνης. Η δυνατότητα για αποταμίευση περιορίζεται έτσι δραστικά, καθώς μεγάλο μέρος του εισοδήματος κατευθύνεται σε δαπάνες που δύσκολα μπορούν να περικοπούν.
Την ίδια στιγμή, η αποταμίευση παραμένει ένα από τα πιο αδύναμα σημεία της ελληνικής οικονομίας. Το 82% των νοικοκυριών θεωρεί ότι δεν είναι πιθανό να αποταμιεύσει τους επόμενους δώδεκα μήνες. Μόνο το 16% θεωρεί την αποταμίευση πιθανή ή πολύ πιθανή.
Το 60% βλέπει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης
Η απαισιοδοξία δεν αφορά μόνο το παρόν. Το 60% των νοικοκυριών εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε ελαφρά ή αισθητά κατά τους προηγούμενους δώδεκα μήνες. Μόλις το 3% θεωρεί ότι υπήρξε μικρή βελτίωση.
Για τους επόμενους δώδεκα μήνες, οι προβλέψεις βελτιώθηκαν οριακά, χωρίς όμως να αλλάζει η βασική εικόνα. Ο σχετικός δείκτης για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού ανέβηκε στις -41,0 μονάδες, από -44,4. Παρ’ όλα αυτά, το 55% αναμένει νέα ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση, ενώ μόλις το 5% προβλέπει μικρή βελτίωση.
Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι χαρακτηριστική. Ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώνεται στις -5,5 μονάδες στην ΕΕ και στις -6,1 στην Ευρωζώνη. Η ελληνική απαισιοδοξία επομένως δεν αποτελεί απλώς μια γενικότερη ευρωπαϊκή τάση σε εντονότερη μορφή. Αποτυπώνει μια πολύ πιο περιορισμένη αίσθηση οικονομικής ασφάλειας.
Οι καταναλωτές κόβουν δαπάνες και κρατούν κλειστό το πορτοφόλι
Η στάση των νοικοκυριών απέναντι στην κατανάλωση επιβεβαιώνει την εικόνα. Το 46% των καταναλωτών προβλέπει ότι θα πραγματοποιήσει λιγότερες ή πολύ λιγότερες δαπάνες το επόμενο διάστημα. Μόλις το 5% περιμένει ότι θα αυξήσει τις αγορές του.
Αυτό σημαίνει ότι η συγκράτηση της κατανάλωσης δεν αποτελεί μόνο αντίδραση σε μια προσωρινή αύξηση τιμών. Έχει αρχίσει να γίνεται συμπεριφορά προσαρμογής. Τα νοικοκυριά επιλέγουν λιγότερα προϊόντα, αναζητούν φθηνότερες εναλλακτικές και αναβάλλουν δαπάνες που δεν θεωρούν απολύτως αναγκαίες.
Η τάση αυτή έχει άμεση επίπτωση και στην αγορά. Όσο το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται, τόσο η τιμή αποκτά μεγαλύτερη σημασία στην τελική απόφαση αγοράς. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη επομένως λειτουργεί ως καθρέφτης της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Η ανεργία και οι τιμές παραμένουν πηγές ανησυχίας
Οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να βλέπουν κινδύνους και στην αγορά εργασίας. Ο δείκτης πρόβλεψης για την ανεργία τους επόμενους δώδεκα μήνες διαμορφώθηκε στις +18,2 μονάδες, από +17,9. Το 38% αναμένει μικρή ή αισθητή αύξηση της ανεργίας, ενώ μόλις το 12% προβλέπει μείωσή της.
Στην ΕΕ ο αντίστοιχος δείκτης βρίσκεται στις +27,6 μονάδες και στην Ευρωζώνη στις +28,3. Η ελληνική επίδοση είναι χαμηλότερη, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η αβεβαιότητα για τα εισοδήματα έχει εξαφανιστεί. Για ένα νοικοκυριό που ήδη δυσκολεύεται να φτάσει στο τέλος του μήνα, ακόμη και ο φόβος μιας μελλοντικής επιδείνωσης στην αγορά εργασίας λειτουργεί αποτρεπτικά για μεγαλύτερη κατανάλωση.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις τιμές. Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε τον Σεπτέμβριο στις +35 μονάδες, από +40 τον Ιούλιο. Ωστόσο το 62% των νοικοκυριών εξακολουθεί να περιμένει ότι οι τιμές θα αυξηθούν με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό.
Τα τρόφιμα κρατούν την ακρίβεια μέσα στο καλάθι
Ο γενικός ρυθμός ανόδου των τιμών των τροφίμων μπορεί να εμφανίζεται περιορισμένος, όμως πίσω από τον μέσο όρο υπάρχουν κατηγορίες που συνεχίζουν να ακριβαίνουν αισθητά. Το μοσχαρίσιο κρέας αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά 13,5% σε ετήσια βάση, έναντι 6,7% στην ΕΕ. Στο κρέας συνολικά η άνοδος έφτασε το 8,5%, έναντι 2,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόκλιση στους ξηρούς καρπούς, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 12,3% στην Ελλάδα, έναντι μόλις 1,9% στην ΕΕ. Στα τυριά, την ώρα που οι τιμές στην Ελλάδα αυξάνονταν κατά 1,5%, στην ΕΕ μειώνονταν κατά 2,4%. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται στο γιαούρτι και τα συναφή προϊόντα.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί γιατί η αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αίσθηση ανακούφισης. Ο καταναλωτής δεν αντιμετωπίζει έναν μέσο δείκτη. Αντιμετωπίζει το κόστος του κρέατος, του τυριού, του γάλακτος, της στέγασης και των λογαριασμών του.
Νέες ανατιμήσεις στα γαλακτοκομικά
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο από τις νέες αυξήσεις στα γαλακτοκομικά, οι οποίες προσθέτουν επιβάρυνση σε ένα καλάθι που ήδη έχει προσαρμοστεί προς τις φθηνότερες επιλογές.
Η άνοδος του κόστους του αιγοπρόβειου γάλακτος αποτελεί έναν από τους παράγοντες πίεσης για την αγορά τυροκομικών. Οι αυξήσεις στην πρώτη ύλη μεταφέρονται ταχύτερα στα φρέσκα προϊόντα, καθώς ο χρόνος από τη συλλογή του γάλακτος έως την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά είναι μικρός.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η τιμή επηρεάζει πλέον άμεσα τις επιλογές του καταναλωτή. Η φέτα και άλλα ακριβότερα προϊόντα περιορίζονται όταν το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί, ενώ ενισχύεται η ζήτηση για φθηνότερες εναλλακτικές.
Η μικρή βελτίωση του δείκτη δεν αλλάζει την εικόνα
Το πιο σημαντικό στοιχείο της έρευνας του ΙΟΒΕ βρίσκεται τελικά στη διαφορά ανάμεσα στη βελτίωση του δείκτη και στην πραγματική κατάσταση των νοικοκυριών.
Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ανέβηκε, αλλά παραμένει βαθιά αρνητικός. Το 58% δηλώνει ότι μόλις τα βγάζει πέρα, το 55% βλέπει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες και το 82% θεωρεί απίθανη την αποταμίευση.
Η Ελλάδα μπορεί να έχει αφήσει πίσω της τις ακραίες πληθωριστικές πιέσεις προηγούμενων περιόδων, όμως το επίπεδο των τιμών έχει ήδη αλλάξει τη συμπεριφορά των νοικοκυριών. Η εμπιστοσύνη δεν θα επιστρέψει ουσιαστικά όσο ένα μεγάλο μέρος των οικογενειών συνεχίζει να καταναλώνει σχεδόν όλο το εισόδημά του για τις βασικές ανάγκες.
Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφεται ως η πιο απαισιόδοξη καταναλωτική οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης: όχι επειδή οι Έλληνες περιμένουν απλώς ένα χειρότερο αύριο, αλλά επειδή για πολλούς το περιθώριο ανάμεσα στο εισόδημα και στις υποχρεωτικές δαπάνες έχει σχεδόν εξαφανιστεί.






