Η αναβολή της συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών του Ιράν και κρατών του Κόλπου, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σήμερα στη Σαλάλα του Ομάν, αφήνει σε εκκρεμότητα τις συνομιλίες για το μέλλον των Στενών του Ορμούζ, την ώρα που η στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδός παραμένει de facto κλειστή και η αντιπαράθεση ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον έχει επανέλθει σε υψηλή ένταση.
Το Ομάν ανέβαλε τη συνάντηση για να υπάρξει συναίνεση
Το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων του Ομάν, ONA, ανακοίνωσε ότι η συνάντηση αποφασίστηκε να αναβληθεί «προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για έναν εποικοδομητικό διάλογο». Το ιρανικό πρακτορείο IRNA μετέδωσε ότι η απόφαση ελήφθη από κοινού από την Τεχεράνη και τη Μούσκατ.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλμπουσάιντι, δήλωσε ότι η χώρα του παραμένει προσηλωμένη στη διευκόλυνση ενός διαλόγου που θα συμβάλει στη σταθερότητα και στη διαρκή συνεργασία στην περιοχή. Όπως ανέφερε, η αναβολή έγινε προς το συμφέρον της διαμόρφωσης συναίνεσης.
Η Τεχεράνη είχε ανακοινώσει τη σύνοδο χωρίς να διευκρινίσει ποια κράτη του Κόλπου θα συμμετείχαν, ενώ είχε αναφερθεί και στη συμμετοχή του Ιράκ. Καμία από τις χώρες της περιοχής δεν επιβεβαίωσε τελικά τη συμμετοχή της, ενώ το Μπαχρέιν είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα έστελνε εκπρόσωπο.
Ο Τραμπ υποβαθμίζει τη σημασία της συνάντησης
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε αδιάφορος για τη συνάντηση. Ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι δεν «δίνει δεκάρα» και χαρακτήρισε την υπόθεση «δικό τους θέμα».
Η στάση της Ουάσιγκτον αντανακλά τη βαθιά διαφωνία με την Τεχεράνη για το καθεστώς λειτουργίας των Στενών. Για το Ιράν, ο έλεγχος της θαλάσσιας οδού συνδέεται πλέον άμεσα με την ασφάλεια και την εθνική του κυριαρχία. Για τις ΗΠΑ, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά και τη στρατηγική ισορροπία στον Κόλπο.
Το Ορμούζ στο επίκεντρο της σύγκρουσης
Τα Στενά του Ορμούζ βρίσκονται ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν και αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές θαλάσσιες αρτηρίες στον κόσμο. Πριν από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, από την περιοχή διερχόταν περίπου το 20% των παγκόσμιων υδρογονανθράκων.
Μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν, η Τεχεράνη άρχισε να πλήττει πετρελαιοπαραγωγικές μοναρχίες του Κόλπου που είναι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον και διεκδίκησε τον πλήρη έλεγχο των Στενών.
Τον Ιούνιο είχε επιτευχθεί καταρχήν συμφωνία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, όμως αυτή κατέρρευσε και οι δύο πλευρές παραμένουν σε πλήρη διάσταση ως προς το καθεστώς του Ορμούζ. Η νέα κλιμάκωση των πληγμάτων έχει ήδη επηρεάσει τις διεθνείς αγορές πετρελαίου, με την τιμή του βαρελιού να ξεπερνά ξανά την περασμένη εβδομάδα τα 100 δολάρια.
Το Ιράν ζητά άδεια διέλευσης από τα πλοία
Η Τεχεράνη και το Ομάν, παρά τον πόλεμο, διατηρούν στενές σχέσεις και συζητούν εδώ και μήνες για τη διαχείριση των Στενών. Πριν από τη σύρραξη, η διέλευση των πλοίων γινόταν ελεύθερα και χωρίς χρέωση.
Το Ιράν απαιτεί πλέον από τα πλοία να εξασφαλίζουν άδεια διέλευσης, επικαλούμενο λόγους ασφάλειας και εθνικής κυριαρχίας. Παράλληλα, εξετάζει τη δημιουργία μηχανισμού επιβολής κόστους για υπηρεσίες που θα παρέχονται στα διερχόμενα πλοία.
Πλοία που επιχειρούν να περάσουν χωρίς την απαιτούμενη άδεια έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των ιρανικών δυνάμεων. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένους βομβαρδισμούς στις ιρανικές ακτές, επιχειρώντας να περιορίσουν τον έλεγχο της Τεχεράνης στη θαλάσσια οδό, ενώ έχουν επιβάλει αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια στον Κόλπο.
Και το Μπαμπ ελ Μάντεμπ περνά στον έλεγχο της Ανσαραλά
Η κρίση δεν περιορίζεται στο Ορμούζ. Η Ανσαραλά, το υεμενίτικο κίνημα που διατηρεί στενούς δεσμούς με την Τεχεράνη, ανακοίνωσε τον Ιούλιο ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας και έχει βάλει στο στόχαστρο σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια.
Την περασμένη εβδομάδα ανακοίνωσε επίσης ότι απέκτησε τον έλεγχο του στρατηγικού στενού Μπαμπ ελ Μάντεμπ, από το οποίο περνά η θαλάσσια κίνηση προς και από τη Διώρυγα του Σουέζ.
Με το Ορμούζ να παραμένει κλειστό από την άλλη πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου, η Σαουδική Αραβία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αργού πετρελαίου στον κόσμο, βρίσκεται αντιμέτωπη με ταυτόχρονη πίεση στις δύο βασικές θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την παραγωγή της με τις διεθνείς αγορές.






