Η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να αναστείλει την προγραμματισμένη νέα στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν σηματοδοτεί μια αιφνιδιαστική μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή. Ενώ μόλις μία ημέρα νωρίτερα προειδοποιούσε ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ήταν έτοιμες να εξαπολύσουν πλήγματα «πρωτοφανούς ισχύος», το Σάββατο ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ συμφώνησαν να αναστείλουν οποιαδήποτε επίθεση, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει σύντομα συμφωνία με την Τεχεράνη.
Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε έντονες διπλωματικές πιέσεις από συμμάχους της Ουάσιγκτον στην περιοχή, αλλά και στις αυξανόμενες ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής σύγκρουσης με σοβαρές οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες.
Η αιφνιδιαστική αναδίπλωση του Τραμπ
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονταν σε πλήρη ετοιμότητα για να πλήξουν την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν «με επίπεδο στρατιωτικού τρόμου και ισχύος που ο κόσμος είχε να δει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Ωστόσο, όπως ανέφερε, η Τεχεράνη αλλά και άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής ζήτησαν να αποφευχθεί νέα στρατιωτική κλιμάκωση, οδηγώντας τον ίδιο στην απόφαση να ακυρώσει οποιαδήποτε επίθεση.
«Για το καλό του κόσμου δέχθηκα να ακυρώσω την επίθεση, με προϋπόθεση να συναφθεί γρήγορα συμφωνία. Το Ισραήλ ενώνεται μαζί μου σε αυτή τη δέσμευση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η νέα θέση του Αμερικανού προέδρου απέχει αισθητά από τις δηλώσεις που είχε κάνει μόλις μία ημέρα πριν, όταν κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου προειδοποιούσε ότι θα έδινε εντολή για «πολύ ισχυρά» πλήγματα κατά του Ιράν.
Το παρασκήνιο των πιέσεων από τη Σαουδική Αραβία
Καθοριστική φαίνεται πως ήταν η παρέμβαση της Σαουδικής Αραβίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Axios, ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ντόναλντ Τραμπ, εκφράζοντας έντονη ανησυχία για τις συνέπειες που θα είχε μια νέα αμερικανοϊσραηλινή επίθεση.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Σαουδάραβας ηγέτης κάλεσε τον Αμερικανό πρόεδρο να αποκλιμακώσει την ένταση και να αποφύγει νέους βομβαρδισμούς, καθώς μια περαιτέρω ανάφλεξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή αποσταθεροποίηση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, διπλωματικές πρωτοβουλίες αναπτύσσονται από το Πακιστάν, το Ομάν και το Κατάρ, με στόχο την επανέναρξη των συνομιλιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και την αποτροπή μιας νέας στρατιωτικής σύγκρουσης.
Το Στενό του Ορμούζ στο επίκεντρο
Στην ανάρτησή του ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε συμφωνία αποτελεί το «πλήρες και απόλυτο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ», δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη συγκεκριμένη απαίτηση.
Το στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα παραμένει ουσιαστικά κλειστό μετά τις τελευταίες εξελίξεις του πολέμου, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και απειλώντας τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας θεωρείται κομβικής σημασίας τόσο για τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου όσο και για τις δυτικές οικονομίες, γεγονός που εξηγεί και την έντονη κινητικότητα των περιφερειακών δυνάμεων.
Σενάρια για μαζικά πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις
Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ότι η κυβέρνηση Τραμπ εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης μέσα στο Σαββατοκύριακο.
Μεταξύ των πιθανών στόχων περιλαμβάνονταν ιρανικά διυλιστήρια, ηλεκτροπαραγωγικοί σταθμοί και άλλες κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, με στόχο την άσκηση μέγιστης πίεσης στην Τεχεράνη.
Ωστόσο, σύμφωνα με το CBS News, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε δώσει μέχρι στιγμής την τελική έγκριση για την υλοποίηση του σχεδίου.
Η φθορά του αμερικανικού στρατού προβληματίζει την Ουάσιγκτον
Πέρα από τις διπλωματικές διεργασίες, ολοένα και περισσότεροι στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιχειρησιακές δυσκολίες έπειτα από περισσότερους από πέντε μήνες συνεχών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Center for Strategic and International Studies (CSIS), σημαντικό μέρος των αποθεμάτων κρίσιμων οπλικών συστημάτων έχει ήδη καταναλωθεί, ενώ έχουν αυξηθεί οι φθορές σε αεροσκάφη, drones, ελικόπτερα και πολεμικά πλοία που επιχειρούν αδιάκοπα στην περιοχή.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, χωρίς να διασφαλίζει ταυτόχρονα ότι το Ιράν δεν θα μπορούσε να απαντήσει με νέες επιθέσεις.
Η σκληρή προειδοποίηση της Τεχεράνης
Η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται αμετακίνητη.
Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί διαμήνυσε σε συνομιλίες με ομολόγους του από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν ότι το Ιράν θα απαντήσει «με το ίδιο νόμισμα» σε οποιαδήποτε νέα επίθεση.
Την ίδια ώρα, ο ιρανικός στρατός κατηγόρησε ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι υποδαυλίζουν την ένταση στην περιοχή, προειδοποιώντας πως κάθε χώρα που θα λειτουργήσει ως «αμυντική ασπίδα» της Ουάσιγκτον κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες του πολέμου.
Ταξιδιωτική προειδοποίηση των ΗΠΑ
Λίγο πριν από την ανακοίνωση του Τραμπ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξέδωσε νέα ταξιδιωτική οδηγία προς τους Αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται στη Μέση Ανατολή.
Οι αμερικανικές αρχές κάλεσαν τους πολίτες να εξετάσουν το ενδεχόμενο αποχώρησης από την περιοχή ή να είναι προετοιμασμένοι για αιφνίδια επιδείνωση της κατάστασης, προειδοποιώντας για πιθανές ακυρώσεις πτήσεων, περιορισμούς στις μετακινήσεις και κλείσιμο του εναέριου χώρου.
Η οδηγία αποτυπώνει τη σοβαρότητα των εκτιμήσεων της Ουάσιγκτον για τον κίνδυνο μιας νέας κλιμάκωσης, παρά τη σημερινή προσωρινή αποκλιμάκωση.
Εύθραυστη ισορροπία
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει τα σχέδια νέων βομβαρδισμών δεν σημαίνει ότι η κρίση έχει εκτονωθεί. Αντίθετα, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη, καθώς η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης αποτελεί πλέον την καθοριστική προϋπόθεση για να αποφευχθεί ένας νέος γύρος πολεμικών επιχειρήσεων.
Με τις διπλωματικές επαφές να εντείνονται, το Στενό του Ορμούζ να εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων και τις στρατιωτικές δυνάμεις να παραμένουν σε κατάσταση αυξημένης ετοιμότητας, οι επόμενες ημέρες αναμένεται να είναι κρίσιμες για τη σταθερότητα όχι μόνο της Μέσης Ανατολής αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας.






