08 Σεπ 2026

Δείτε επίσης

  • Home
  • Headlines
  • Φιάσκο η «οικονομική D-Day» των ΗΠΑ κατά του Ιράν – Απειλές για κυρώσεις, αλλά χωρίς το μεγάλο χτύπημα

Φιάσκο η «οικονομική D-Day» των ΗΠΑ κατά του Ιράν – Απειλές για κυρώσεις, αλλά χωρίς το μεγάλο χτύπημα

Image

NewsEdit
Συντακτική Ομάδα
AnatropiNews

Περισσότερο ως προειδοποιητική βολή και λιγότερο ως η οικονομική επίθεση που είχε προαναγγελθεί εξελίχθηκε τελικά η πολυδιαφημισμένη «οικονομική D-Day» των ΗΠΑ κατά του Ιράν. Το υπουργείο Οικονομικών απείλησε με σοβαρές νέες κυρώσεις τις χώρες που διατηρούν οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη, διεύρυνε το πεδίο των δραστηριοτήτων που μπορεί να τιμωρηθούν και ανακοίνωσε ότι θα τεθούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα συμμόρφωσης. Ωστόσο, ο Σκοτ Μπέσεντ απέφυγε να επιβάλει άμεσα τις μεγάλες κυρώσεις που είχαν προαναγγείλει ο ίδιος και ο Ντόναλντ Τραμπ, επικαλούμενος τον κίνδυνο να προκληθεί αναστάτωση στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Μπέσεντ: «Το ρολόι μόλις άρχισε να μετρά αντίστροφα»

Η εικόνα από την πολυαναμενόμενη συνέντευξη Τύπου του Σκοτ Μπέσεντ ήταν τελικά διαφορετική από αυτή που είχε καλλιεργήσει τις προηγούμενες ημέρες η αμερικανική κυβέρνηση.

Ο υπουργός Οικονομικών παρουσίασε νέα μέτρα που διευρύνουν τις κατηγορίες «δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το Ιράν» και θα μπορούσαν να αποτελέσουν στο μέλλον αντικείμενο αμερικανικών κυρώσεων. Στο στόχαστρο μπαίνουν τομείς όπως τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, η τεχνολογία και η ναυτιλία, τους οποίους η Ουάσιγκτον θεωρεί κρίσιμους για τη διατήρηση της ιρανικής οικονομίας.

Το σημαντικότερο, όμως, ήταν αυτό που δεν έγινε.

Οι ΗΠΑ δεν ανακοίνωσαν την άμεση επιβολή των σκληρών δευτερογενών κυρώσεων που είχαν προαναγγείλει. Αντίθετα, η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε να δώσει στις εμπλεκόμενες χώρες χρόνο να προσαρμοστούν και να διακόψουν τις οικονομικές τους σχέσεις με την Τεχεράνη.

«Διαπιστώνουμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να συνεργαστούμε με τις χώρες είναι μέσω της αθόρυβης διπλωματίας», ανέφερε ο Μπέσεντ, προσθέτοντας με νόημα: «Γνωρίζουμε ποιοι είναι. Και γνωρίζουν και οι ίδιοι ποιοι είναι».

Η προειδοποίηση, πάντως, συνοδεύτηκε από σαφές μήνυμα κλιμάκωσης. «Το ρολόι μόλις άρχισε να μετρά αντίστροφα», δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός.

Η «οικονομική D-Day» έγινε προειδοποιητική βολή

Η επιλογή της Ουάσιγκτον να μην ενεργοποιήσει άμεσα το βαρύτερο πακέτο κυρώσεων προκαλεί εύλογα ερωτήματα για την πολυδιαφημισμένη «οικονομική D-Day».

Ο ίδιος ο Μπέσεντ επιχείρησε να εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στην απειλή και την άμεση εφαρμογή της. Όπως είπε, η ανακοίνωση της Δευτέρας αποτελεί ουσιαστικά μια «προειδοποιητική βολή».

«Πιστεύουμε ότι μια προειδοποιητική βολή και η αποσαφήνιση των προσδοκιών μας είναι η κατάλληλη προσέγγιση», δήλωσε, απαντώντας στην ερώτηση γιατί οι κυρώσεις δεν εφαρμόζονται από σήμερα.

Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η άμεση επιβολή τους χωρίς περίοδο συμμόρφωσης θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

«Γιατί να θέλω να τινάξω στον αέρα το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα;», ήταν ουσιαστικά το επιχείρημα του Μπέσεντ.

Έτσι, η Ουάσιγκτον επέλεξε μια σταδιακή προσέγγιση: πρώτα προειδοποίηση, στη συνέχεια συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και, εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση, κυρώσεις.

Οι ΗΠΑ δεν αποκαλύπτουν ούτε ποιες χώρες έχουν στοχοποιηθεί

Το πρόβλημα για την αμερικανική κυβέρνηση είναι ότι ακόμη και μετά τη συνέντευξη Τύπου παραμένουν αναπάντητα βασικά ερωτήματα.

Ο Μπέσεντ απέφυγε να παρουσιάσει τα συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα που θα δοθούν στις χώρες, ενώ δεν αποκάλυψε ούτε ποιες κυβερνήσεις έχουν ήδη ενημερωθεί από την Ουάσιγκτον.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ομάδες του υπουργείου Οικονομικών, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του αμερικανικού στρατού πραγματοποιούν επαφές με κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, μεταφέροντας το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ απαιτούν δράση.

Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ πραγματοποιεί τηλεφωνικές επικοινωνίες με ξένους ηγέτες, ζητώντας τους να τερματίσουν τις σχέσεις τους με το Ιράν.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι ήδη καταγράφονται αποτελέσματα από αυτή την πίεση, χωρίς όμως να παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία.

Το μεγάλο αγκάθι ακούει στο όνομα Κίνα

Η πραγματική δοκιμασία για την αμερικανική στρατηγική βρίσκεται στην Κίνα.

Το Πεκίνο αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Τεχεράνης και βασικό αγοραστή του ιρανικού πετρελαίου. Για τον λόγο αυτό, η αποτελεσματικότητα μιας προσπάθειας πλήρους οικονομικής απομόνωσης του Ιράν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν η Ουάσιγκτον είναι πραγματικά διατεθειμένη να συγκρουστεί με κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις που διευκολύνουν το ιρανικό εμπόριο.

Ο Μπέσεντ απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση όταν ρωτήθηκε εάν οι ΗΠΑ προτίθενται να επιβάλουν κυρώσεις σε κινεζικές τράπεζες.

Περιορίστηκε να δηλώσει ότι «κανείς δεν βρίσκεται εκτός της εμβέλειας των αμερικανικών κυρώσεων», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και η Κίνα να βρεθεί αντιμέτωπη με αμερικανικά μέτρα.

Εδώ βρίσκεται και η βασική αντίφαση της στρατηγικής της Ουάσιγκτον: όσο περισσότερο επιχειρεί να κλείσει τις οικονομικές διεξόδους του Ιράν, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα να έρθει αντιμέτωπη με χώρες που έχουν τη δυνατότητα να αντιδράσουν.

Το ιρανικό ριάλ καταρρέει, αλλά η Τεχεράνη έχει μάθει να αντέχει

Η αμερικανική πίεση πάντως βρίσκει μια ιρανική οικονομία ήδη εξαιρετικά ευάλωτη.

Το ριάλ έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα έναντι του δολαρίου, ενώ ο πληθωρισμός και η ακρίβεια πλήττουν την καθημερινότητα των Ιρανών. Η οικονομική πίεση έχει ενταθεί από τη διάρκεια της σύγκρουσης, τους περιορισμούς στις εξαγωγές και τη διατάραξη των εμπορικών ροών.

Για την Ουάσιγκτον, αυτό δημιουργεί την προσδοκία ότι η οικονομική εξάντληση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική πίεση προς την ιρανική ηγεσία.

Η Τεχεράνη, ωστόσο, αντιτείνει ότι έχει αντιμετωπίσει αμερικανικές κυρώσεις επί χρόνια και έχει αναπτύξει μηχανισμούς παράκαμψής τους.

Τα ιρανικά κρατικά μέσα υποστηρίζουν ότι η χώρα έχει πλέον σημαντική εμπειρία στην αντιμετώπιση των αμερικανικών περιορισμών, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί έχει υποστηρίξει ότι ο οικονομικός πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν δεν είναι καινούργιος.

Η Τεχεράνη προειδοποιεί για «ιρανικό μπούμερανγκ»

Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, προειδοποίησε ότι ένας οικονομικός πόλεμος χωρίς προηγούμενο μπορεί να στραφεί τελικά εναντίον των ίδιων των ΗΠΑ.

Η ιρανική πλευρά επιχειρεί να παρουσιάσει τις νέες αμερικανικές κυρώσεις ως ένα μέτρο που δεν θα πλήξει αποκλειστικά την Τεχεράνη, αλλά θα δημιουργήσει αναταράξεις στην παγκόσμια οικονομία.

Η θέση αυτή δεν είναι χωρίς βάση. Η επιβολή κυρώσεων σε μεγάλες τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες και ενεργειακούς ομίλους που συνδέονται με το Ιράν μπορεί να επηρεάσει τις εμπορικές ροές και τις αγορές ενέργειας, ιδιαίτερα εάν επεκταθεί σε χώρες με σημαντικό οικονομικό βάρος.

Ορμούζ και διπλωματία κρατούν ανοιχτό το παράθυρο

Την ίδια ώρα, το οικονομικό μέτωπο συνδέεται όλο και περισσότερο με το Στενό του Ορμούζ, την κρίσιμη θαλάσσια δίοδο για την παγκόσμια ενεργειακή αγορά.

Η Τεχεράνη εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να δημιουργήσει σημαντικό κόστος στη διεθνή οικονομία εάν η αντιπαράθεση επεκταθεί στη ναυσιπλοΐα.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό αποκτούν σημασία οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Πακιστάν και του Ομάν, που επιχειρούν να διατηρήσουν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη.

Η οικονομική πίεση, συνεπώς, συνυπάρχει με μια παράλληλη προσπάθεια να βρεθεί πολιτική έξοδος.

Το πραγματικό στοίχημα για τον Τραμπ

Η «οικονομική D-Day» δεν ήταν τελικά η σαρωτική επιβολή κυρώσεων που είχε προαναγγελθεί. Ήταν περισσότερο ένα τελεσίγραφο με αντίστροφη μέτρηση.

Η κυβέρνηση Τραμπ απειλεί ότι οι χώρες που δεν θα συμμορφωθούν θα βρεθούν αντιμέτωπες με κυρώσεις, αλλά προς το παρόν επιλέγει να μην τραβήξει τη σκανδάλη.

Αυτό μπορεί να αποτελεί προσεκτική οικονομική και διπλωματική επιλογή, μπορεί όμως να εκληφθεί και ως υποχώρηση από τις αρχικές μεγάλες εξαγγελίες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν λήξουν τα άγνωστα ακόμη χρονοδιαγράμματα που έθεσε η Ουάσιγκτον.

Εάν οι ΗΠΑ επιβάλουν τελικά τις κυρώσεις που σήμερα απειλούν, τότε η «οικονομική D-Day» θα έχει απλώς καθυστερήσει. Εάν όμως η προειδοποίηση παραμείνει χωρίς ουσιαστική συνέχεια, το σημερινό φιάσκο θα έχει μεγαλύτερη σημασία: θα δείχνει τα όρια της αμερικανικής οικονομικής ισχύος όταν απέναντί της βρίσκεται ένα κράτος που έχει μάθει να επιβιώνει υπό κυρώσεις και, κυρίως, όταν πίσω του βρίσκονται ισχυροί εμπορικοί εταίροι όπως η Κίνα.ζ.

Δείτε επίσης