Ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να απειλεί το Ιράν με οικονομική ασφυξία και νέα στρατιωτική κλιμάκωση, όμως πίσω από τη σκληρή ρητορική αρχίζει να διαγράφεται ένα διαφορετικό πρόβλημα: ο πόλεμος που θα τελείωνε σε 48 ώρες δεν τελειώνει.
Και όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο πιο καθαρά εμφανίζονται τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος, αλλά και ο κίνδυνος μιας σύγκρουσης που, αντί να οδηγήσει γρήγορα σε μια συμφωνία, να κακοφορμίσει και να μετατραπεί σε μακρά αναμέτρηση.
Από τις «48 ώρες» στον πόλεμο χωρίς ημερομηνία λήξης
Η αμερικανική στρατηγική στηρίχθηκε εξαρχής στην υπόθεση ότι η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ θα μπορούσε να επιβάλει γρήγορα ένα αποτέλεσμα.
Το μήνυμα ήταν ότι η σύγκρουση θα ήταν σύντομη, αποφασιστική και ελεγχόμενη. Ένα χτύπημα που θα έδειχνε στην Τεχεράνη ότι το κόστος της συνέχισης της αντιπαράθεσης είναι μεγαλύτερο από το κόστος ενός συμβιβασμού.
Μόνο που ο «πόλεμος των 48 ωρών» δεν τελείωσε σε 48 ώρες.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό και στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Λευκός Οίκος.
Γιατί ένας πόλεμος μπορεί να κερδηθεί στρατιωτικά και ταυτόχρονα να χαθεί πολιτικά. Μπορεί οι ΗΠΑ να διαθέτουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν υποδομές, να πλήξουν στόχους και να επιβάλουν τεράστιες απώλειες, αλλά να μην μπορούν να επιβάλουν το αποτέλεσμα που επιθυμούν.
Αυτό ακριβώς είναι το όριο που αρχίζει να εμφανίζεται στην περίπτωση του Ιράν.
Η αμερικανική υπεροχή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτική νίκη
Οι ΗΠΑ διαθέτουν συντριπτική υπεροχή σε αεροπορική ισχύ, ναυτικές δυνατότητες, πληροφορίες, δορυφορική επιτήρηση και τεχνολογία.
Το Ιράν δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ σε μια κλασική αναμέτρηση στρατιωτικών δυνάμεων.
Μπορεί, όμως, να κάνει κάτι πολύ διαφορετικό: να αρνηθεί να χάσει.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει τον αμερικανικό στρατό. Χρειάζεται να αντέξει αρκετά ώστε να μετατρέψει την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή σε πολιτικό και οικονομικό κόστος για την Ουάσινγκτον.
Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η δυνατότητα.
Οι καταστροφές στο Ιράν είναι τεράστιες. Η οικονομία του βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση. Οι υποδομές έχουν πληγεί και η χώρα έχει πληρώσει βαρύ τίμημα.
Όμως το καθεστώς δεν κατέρρευσε.
Και αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα.
Το «σοκ και δέος» έχει ημερομηνία λήξης
Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς είναι σχεδιασμένη για να επιτυγχάνει γρήγορα αποτελέσματα. Όσο περισσότερο όμως παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο αλλάζει η φύση του πολέμου.
Το αρχικό πλεονέκτημα της Ουάσινγκτον είναι τεράστιο. Αλλά η στρατιωτική ισχύς δεν είναι απεριόριστη.
Τα πυρομαχικά καταναλώνονται. Οι βάσεις χρειάζονται προστασία. Τα αεροσκάφη και τα πλοία χρειάζονται υποστήριξη. Οι στρατιώτες χρειάζονται εναλλαγές. Οι σύμμαχοι πρέπει να προστατευθούν. Οι αγορές αντιδρούν.
Και πάνω απ’ όλα, ο πολιτικός χρόνος δεν είναι ίδιος με τον στρατιωτικό.
Ένας πρόεδρος μπορεί να διατάξει ένα εξαιρετικά ισχυρό χτύπημα σε λίγες ώρες. Δεν μπορεί, όμως, να διατάξει μια πολιτική λύση με τον ίδιο τρόπο.
Εκεί βρίσκεται η παγίδα.
Ο πόλεμος που κακοφορμίζει
Το πραγματικό ρίσκο για τον Τραμπ δεν είναι ότι οι ΗΠΑ θα χάσουν μια κλασική στρατιωτική μάχη.
Είναι ότι θα βρεθούν εγκλωβισμένες σε έναν πόλεμο χωρίς καθαρό τέλος.
Έναν πόλεμο που ξεκίνησε ως επιχείρηση περιορισμένης διάρκειας και εξελίσσεται σε σύγκρουση φθοράς.
Αυτός είναι ο «πόλεμος των 48 ωρών» που κινδυνεύει να κακοφορμίσει.
Κάθε ημέρα που περνά δημιουργεί ένα νέο πρόβλημα. Νέες επιθέσεις, νέες απώλειες, νέες ζημιές στις υποδομές, νέα πίεση στις αγορές και νέες απαιτήσεις για στρατιωτικούς πόρους.
Και μαζί μεγαλώνει το δίλημμα της Ουάσινγκτον.
Αν σταματήσει χωρίς συμφωνία, ο Τραμπ κινδυνεύει να εμφανιστεί ότι δεν πέτυχε τους στόχους που είχε θέσει.
Αν συνεχίσει, αυξάνει τον κίνδυνο να εμπλακεί ακόμη βαθύτερα.
Και αν κλιμακώσει ξανά, μπορεί να ανοίξει έναν πόλεμο πολύ μεγαλύτερο από αυτόν που αρχικά σχεδίαζε.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει – αρκεί να αντέξει
Η στρατηγική της Τεχεράνης είναι, από αυτή την άποψη, πολύ διαφορετική.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει την αμερικανική στρατιωτική μηχανή. Δεν χρειάζεται να νικήσει τις ΗΠΑ σε μια αεροπορική αναμέτρηση.
Χρειάζεται να επιβιώσει.
Να διατηρήσει τη δυνατότητα αντιποίνων. Να αυξήσει το κόστος για τις αμερικανικές δυνάμεις και τους συμμάχους τους. Να χρησιμοποιήσει το Στενό του Ορμούζ και την ενεργειακή αγορά ως μοχλούς πίεσης. Και, κυρίως, να περιμένει.
Αυτό είναι το πλεονέκτημα που αποκτά ένας ασθενέστερος αντίπαλος σε έναν μακρύ πόλεμο: ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του.
Ο ισχυρότερος πρέπει να αποδείξει ότι κερδίζει. Ο ασθενέστερος πρέπει απλώς να αποδείξει ότι δεν έχει ηττηθεί.
Η «οικονομική D-Day» είναι η προσπάθεια εξόδου
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η νέα «οικονομική D-Day» του Τραμπ.
Δεν είναι απλώς ένα ακόμη όπλο κατά του Ιράν. Είναι και ένας τρόπος εξόδου από ένα στρατιωτικό αδιέξοδο.
Η Ουάσινγκτον μεταφέρει το βάρος από τις βόμβες στις κυρώσεις, από τα αεροπλάνα στις τράπεζες και από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην οικονομική ασφυξία.
Το μήνυμα είναι: «Δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε να βομβαρδίζουμε. Μπορούμε να σας στραγγαλίσουμε οικονομικά μέχρι να υποχωρήσετε».
Αλλά πίσω από αυτή την αλλαγή στρατηγικής υπάρχει μια σκληρή πραγματικότητα.
Αν ο πόλεμος τελείωνε πραγματικά σε 48 ώρες, δεν θα χρειαζόταν μια «οικονομική D-Day».
Το μεγάλο όπλο της Ουάσινγκτον έχει και πολιτικό κόστος
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούν να πραγματοποιήσουν ακόμη πιο καταστροφικά πλήγματα.
Μπορούν.
Το ερώτημα είναι τι μπορούν να πετύχουν με αυτά τα πλήγματα.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση μπορεί να καταστρέψει περισσότερες ιρανικές υποδομές. Μπορεί να αυξήσει τις απώλειες. Μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές.
Δεν εγγυάται, όμως, ότι η Τεχεράνη θα συνθηκολογήσει.
Και αυτή ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στην καταστροφή και την πολιτική επιβολή είναι το σημείο όπου δοκιμάζονται τα όρια της αμερικανικής ισχύος.
Ο παράγοντας Κίνα και το Στενό του Ορμούζ
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή το Ιράν δεν βρίσκεται απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο.
Η Κίνα παραμένει κρίσιμος οικονομικός εταίρος της Τεχεράνης και βασικός αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου.
Επομένως, η πλήρης οικονομική απομόνωση του Ιράν απαιτεί πίεση και προς το Πεκίνο.
Αλλά αυτό δημιουργεί ένα δεύτερο στρατηγικό μέτωπο για τον Τραμπ, το οποίο δύσκολα μπορεί να ανοίξει χωρίς υπολογισμό.
Παράλληλα, το Στενό του Ορμούζ παραμένει ένας μηχανισμός μέσω του οποίου το Ιράν μπορεί να μεταφέρει το κόστος του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία.
Αν η σύγκρουση επηρεάσει σοβαρά τη ροή πετρελαίου, το πρόβλημα δεν θα είναι πλέον μόνο αμερικανικό ή ιρανικό.
Θα γίνει παγκόσμιο.
Η παγίδα του Τραμπ: κλιμάκωση ή υποχώρηση;
Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με ένα κλασικό δίλημμα.
Αν συνεχίσει να κλιμακώνει, κινδυνεύει να κάνει πραγματικότητα αυτό που ήθελε να αποφύγει: έναν μακρύ πόλεμο.
Αν σταματήσει χωρίς μια συμφωνία που να μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη, κινδυνεύει να ενισχύσει την αντίληψη ότι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς δεν αρκεί για να επιβάλει τους πολιτικούς της στόχους.
Και υπάρχει και μια τρίτη επιλογή: η οικονομική πίεση.
Αυτή είναι σήμερα η προτιμητέα διαδρομή της Ουάσινγκτον.
Μόνο που ούτε οι κυρώσεις έχουν απεριόριστη αποτελεσματικότητα.
Το Ιράν ζει εδώ και χρόνια υπό καθεστώς βαριών κυρώσεων και έχει αναπτύξει μηχανισμούς προσαρμογής, παράκαμψης και εναλλακτικών εμπορικών διαδρομών.
Το πραγματικό όριο είναι ο χρόνος
Ο Τραμπ έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί: η αμερικανική ισχύς παραμένει τεράστια και η Ουάσινγκτον μπορεί να αυξήσει σημαντικά την πίεση.
Έχει, όμως, και έναν αντίπαλο που γνωρίζει ότι ο χρόνος είναι το σημαντικότερο όπλο του.
Ο «πόλεμος των 48 ωρών» δεν τελείωσε.
Και όσο περνούν οι ημέρες και οι εβδομάδες, τόσο περισσότερο η σύγκρουση μετατρέπεται από μια επιχείρηση επίδειξης συντριπτικής ισχύος σε δοκιμασία αντοχής.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος να κακοφορμίσει.
Γιατί όσο ένας πόλεμος παρατείνεται χωρίς σαφή στρατηγικό στόχο και χωρίς ορατή έξοδο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να τερματιστεί χωρίς κάποιος να πληρώσει πολιτικό τίμημα.
Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς μπορεί να επιβάλει συντριπτικά πλήγματα. Αυτό δεν αμφισβητείται.
Το ερώτημα που πλέον βρίσκεται στο τραπέζι είναι πολύ πιο δύσκολο:
Μπορεί η Αμερική να τελειώσει έναν πόλεμο που υποτίθεται ότι θα τελείωνε σε 48 ώρες;
Μέχρι στιγμής, η απάντηση δεν είναι δεδομένη.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο καθαρή ένδειξη των ορίων της αμερικανικής ισχύος: όχι η αδυναμία να χτυπήσει, αλλά η δυσκολία να μετατρέψει τα χτυπήματα σε πολιτικό τέλος.






