Στις 2 Αυγούστου 1921, σε ένα δωμάτιο του Grand Hotel Vesuvio στη Νάπολη, μια από τις μεγαλύτερες φωνές που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα έσβηνε σιγά σιγά.
Ο Ενρίκο Καρούζο, ο τενόρος που μετέτρεψε την όπερα από τέχνη των μεγάλων θεάτρων σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο, ψιθύριζε στη σύζυγό του Ντόροθι Πάρκερ Μπέντζαμιν τις τελευταίες του λέξεις: «Ντόρο, διψώ πολύ. Ντόρο, με πλήγωσαν πάλι. Ντόρο, δεν μπορώ να πάρω ανάσα». Ήταν το τέλος ενός ανθρώπου που έζησε σαν μυθιστόρημα: από τη φτώχεια της Νάπολης στην απόλυτη διεθνή δόξα, από τα εργοστάσια και τους δρόμους στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου.
Πώς ένα παιδί από τη φτωχή Νάπολη έγινε η μεγαλύτερη φωνή του 20ού αιώνα;
Ο Ενρίκο Καρούζο γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1873 στη Νάπολη, σε μια οικογένεια χωρίς οικονομικές δυνατότητες. Ο πατέρας του, Μαρτσέλο, εργαζόταν ως μηχανικός, ενώ η μητέρα του Άννα Μαρία φρόντιζε μια πολυμελή οικογένεια. Από μικρός γνώρισε τη σκληρή πραγματικότητα της φτώχειας.
Σε νεαρή ηλικία αναγκάστηκε να εργαστεί σε χυτήριο σιδήρου. Εκεί, ανάμεσα στον θόρυβο των μηχανών και στη βαριά χειρωνακτική εργασία, άρχισε να αποκαλύπτεται το μοναδικό του χάρισμα. Τραγουδούσε ασταμάτητα και οι συνάδελφοί του σύντομα κατάλαβαν ότι η φωνή του δεν ήταν συνηθισμένη.
Παράλληλα τραγουδούσε στη χορωδία μιας εκκλησίας της Νάπολης, όπου ένας ιερέας αναγνώρισε το ταλέντο του και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τη μουσική του εκπαίδευση. Με μεγάλη προσωπική προσπάθεια άρχισε μαθήματα φωνητικής, αν και η πορεία του δεν ήταν εύκολη.
Στα πρώτα χρόνια αντιμετώπισε προβλήματα με την τεχνική του. Δυσκολευόταν να ελέγξει τις υψηλές νότες και είχε έντονο φόβο πριν από τις εμφανίσεις του. Δεν ήταν ένα έμφυτο «θαύμα» χωρίς κόπο. Ήταν ένας καλλιτέχνης που δούλεψε ατελείωτα για να μετατρέψει ένα σπάνιο χάρισμα σε τέχνη.
Ποια ήταν η στιγμή που γεννήθηκε ο μύθος του Καρούζο;
Σε ηλικία μόλις 18 ετών έκανε το πρώτο του βήμα στη σκηνή της όπερας. Η επιτυχία ήταν αρχικά περιορισμένη, όμως ο νεαρός τενόρος είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνει το προσωπικό του ύφος.
Οι μεγάλες επιτυχίες του ήρθαν εκτός Νάπολης. Τραγούδησε στην Αίγυπτο, στη Ρωσία και στην Αργεντινή, πριν φτάσει στο Μιλάνο, το μεγάλο κέντρο της ιταλικής όπερας.
Το 1898, σε ηλικία 25 ετών, ήρθε η μεγάλη αναγνώριση με την όπερα «Fedora» του Ουμπέρτο Τζορντάνο στο Μιλάνο. Η φωνή του άρχισε να συζητείται σε όλη την Ευρώπη. Ήταν η αρχή μιας καριέρας που θα άλλαζε για πάντα την ιστορία της όπερας.
Λίγα χρόνια αργότερα, το όνομά του είχε ήδη περάσει τον Ατλαντικό. Η Νέα Υόρκη έγινε η δεύτερη πατρίδα του και η Metropolitan Opera η μεγάλη σκηνή όπου θα δημιουργούσε τον θρύλο του.
Ο Καρούζο εμφανίστηκε στη Metropolitan για 18 συνεχόμενες σεζόν. Συνολικά πραγματοποίησε 863 εμφανίσεις, αριθμός που αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα ρεκόρ στην ιστορία του θεάτρου.
Γιατί η φωνή του Καρούζο θεωρείται ακόμη μοναδική;
Η φωνή του Καρούζο δεν ήταν απλώς μεγάλη. Ήταν μια φωνή με προσωπικότητα. Είχε τη δύναμη ενός δραματικού τενόρου, αλλά ταυτόχρονα διέθετε μια σπάνια βαρύτονη χροιά, ένα σκοτεινότερο ηχόχρωμα που πρόσθετε βάθος και συναίσθημα.
Οι ακροατές της εποχής περιέγραφαν την εμπειρία του να τον ακούν ως κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Δεν εντυπωσίαζε μόνο η ένταση της φωνής του, αλλά η ικανότητά του να δημιουργεί χαρακτήρες.
Ο Καρούζο ανήκε στην παράδοση του ιταλικού μπελ κάντο, όμως έφερε μια νέα προσέγγιση. Δεν τραγουδούσε απλώς σωστά τις νότες. Έδινε δραματική ζωή στις λέξεις.
Χρησιμοποιούσε ελεύθερα το τέμπο, το portamento – τη χαρακτηριστική ολίσθηση από μία νότα σε άλλη – και λεπτές αποχρώσεις έκφρασης που σήμερα θεωρούνται σχεδόν ξεχασμένες.
Ήταν ένας τραγουδιστής που δεν φοβόταν το συναίσθημα. Οι λυγμοί, οι παύσεις και οι δραματικές κορυφώσεις αποτελούσαν μέρος της ερμηνευτικής του γλώσσας.
Γιατί η γενέτειρά του Νάπολη δεν τον αγάπησε όπως ο υπόλοιπος κόσμος;
Η σχέση του Καρούζο με τη Νάπολη ήταν μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ζωής του.
Η πόλη που τον γέννησε δεν ήταν εκείνη που τον ανέδειξε. Το 1900, όταν εμφανίστηκε στο περίφημο Teatro San Carlo της Νάπολης, αντί για θρίαμβο γνώρισε μια ψυχρή και άδικη υποδοχή.
Σύμφωνα με την πιο γνωστή εκδοχή, οι επαγγελματίες χειροκροτητές της εποχής – η περίφημη «κλάκα» – δεν είχαν πληρωθεί ώστε να τον υποστηρίξουν. Το αποτέλεσμα ήταν μια εχθρική ατμόσφαιρα και μια αρνητική κριτική που τον εξόργισε.
Ο Καρούζο ένιωσε προδομένος από την ίδια του την πόλη. Δήλωσε ότι δεν θα τραγουδούσε ποτέ ξανά εκεί και ότι θα επέστρεφε μόνο «για να φάει σπαγγέτι» – σύμφωνα με άλλη εκδοχή πίτσα.
Ήταν μια δήλωση υπερηφάνειας αλλά και βαθιάς πληγής. Ο Καρούζο δεν ξεχνούσε εύκολα την απόρριψη.
Πώς έγινε ο πρώτος παγκόσμιος σταρ της μουσικής βιομηχανίας;
Η μεγάλη καινοτομία του Καρούζο ήταν ότι η καριέρα του συνέπεσε με τη γέννηση της δισκογραφίας.
Όταν έκανε τις πρώτες του ηχογραφήσεις το 1902, η τεχνολογία βρισκόταν ακόμη στα πρώτα της βήματα. Δεν υπήρχαν μικρόφωνα. Ο τραγουδιστής έπρεπε να στέκεται μπροστά σε μια μεταλλική χοάνη και να μεταφέρει απευθείας τον ήχο του.
Η φωνή του όμως ήταν ιδανική για αυτή την τεχνολογία. Το πλούσιο ηχόχρωμά του μπορούσε να αποτυπωθεί καλύτερα από πολλές άλλες φωνές της εποχής.
Το 1904 η ηχογράφησή του του «Vesti la giubba» από τους «Παλιάτσους» του Λεονκαβάλο έγινε η πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία στην ιστορία της μουσικής ηχογράφησης, ξεπερνώντας το ένα εκατομμύριο πωλήσεις.
Ο Καρούζο δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος τραγουδιστής. Ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που απέδειξε ότι μια φωνή μπορούσε να γίνει παγκόσμιο προϊόν πολιτισμού.
Ποιοι έρωτες και ποια πάθη σημάδεψαν τη ζωή του Καρούζο;
Πίσω από τον μύθο του αψεγάδιαστου καλλιτέχνη υπήρχε ένας άνθρωπος με έντονα πάθη, αντιφάσεις και μια προσωπική ζωή γεμάτη θυελλώδεις σχέσεις. Ο Ενρίκο Καρούζο δεν ήταν ένας απομονωμένος καλλιτέχνης αφιερωμένος αποκλειστικά στην τέχνη του. Ήταν ένας άνδρας με τεράστια ανάγκη για αγάπη, θαυμασμό και συναισθηματική επιβεβαίωση.
Η σημαντικότερη σχέση της νεότητάς του ήταν με τη σοπράνο Άντα Τζιακέτι. Οι δυο τους γνωρίστηκαν το 1897, όταν συμμετείχαν στην «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι. Εκείνη ήταν ήδη παντρεμένη με έναν εύπορο έμπορο, όμως εγκατέλειψε τον γάμο της για να ακολουθήσει τον νεαρό τότε τενόρο.
Η σχέση τους κράτησε έντεκα χρόνια και απέκτησαν τέσσερα παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόνο δύο: ο Ροντόλφο και ο Ενρίκο Τζούνιορ. Παρότι δεν παντρεύτηκαν ποτέ, έζησαν ως οικογένεια και η Τζιακέτι αποτέλεσε για μεγάλο διάστημα το σημαντικότερο πρόσωπο στη ζωή του.
Όμως η σχέση τους ήταν ταυτόχρονα παθιασμένη και καταστροφική. Η ζήλια, οι εντάσεις και οι συγκρούσεις χαρακτήρισαν την κοινή τους ζωή. Το 1908 η Τζιακέτι εγκατέλειψε τον Καρούζο για τον σοφέρ τους. Αργότερα, σύμφωνα με τις καταγραφές της εποχής, προσπάθησε μέσω δικαστικής διαδικασίας να αποσπάσει χρήματα από τον διάσημο τενόρο, γεγονός που κατέληξε σε καταδίκη της.
Ο Καρούζο πληγώθηκε βαθιά. Για έναν άνθρωπο που τραγουδούσε τον ανθρώπινο πόνο με τέτοια ένταση, η προσωπική του ζωή υπήρξε συχνά μια αντίστοιχη δραματική όπερα.
Ποια ήταν η μυστηριώδης Βίνα Βελάσκεθ και γιατί δεν τον άφησε ποτέ ήσυχο;
Μια από τις πιο αινιγματικές γυναίκες στη ζωή του Καρούζο ήταν η Αργεντίνα Βίνα Βελάσκεθ. Η σχέση τους απέκτησε σχεδόν μυθιστορηματικές διαστάσεις.
Τα γράμματα που αντάλλαξαν αποκαλύπτουν ένα πάθος χωρίς όρια. «Χίλια δυνατά φιλιά στο στόμα από την αγαπημένη σου Βίνα. Θέλω να βάλω τα χείλη μου παντού. Σε θέλω όλο δικό μου», έγραφε σε μια από τις επιστολές της.
Το ζευγάρι ανακοίνωσε τον αρραβώνα του σε γαλλική εφημερίδα, όμως ο γάμος δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Καρούζο, παρά τη γοητεία και την παγκόσμια φήμη του, είχε μια περίπλοκη σχέση με τη δέσμευση.
Στη σύντομη ζωή του βρέθηκε αντιμέτωπος ακόμη και με δύο αγωγές από γυναίκες που ισχυρίζονταν ότι τους είχε υποσχεθεί γάμο και στη συνέχεια αθέτησε την υπόσχεσή του.
Ήταν πραγματικά ένας «σταρ» πριν υπάρξουν οι σταρ;
Ο Καρούζο δεν ήταν απλώς ο μεγαλύτερος τενόρος της εποχής του. Ήταν ο πρώτος πραγματικός παγκόσμιος σταρ της σύγχρονης εποχής.
Πριν από εκείνον, οι μεγάλοι τραγουδιστές ήταν γνωστοί κυρίως στο κοινό των μεγάλων θεάτρων. Ο Καρούζο όμως συνδύασε τρία στοιχεία που άλλαξαν τα πάντα: τη μοναδική φωνή, τη δύναμη της σκηνικής παρουσίας και τη νέα τεχνολογία της ηχογράφησης.
Η φωνή του ταξίδεψε σε σπίτια ανθρώπων που δεν είχαν ποτέ τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν μια παράσταση όπερας. Το γραμμόφωνο μετέτρεψε τον Καρούζο σε παγκόσμιο φαινόμενο.
Ήταν ένας καλλιτέχνης που μπορούσε να ακουστεί παντού: από τα σαλόνια της Νέας Υόρκης μέχρι μικρές πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής.
Η επιτυχία του «Vesti la giubba» από τους «Παλιάτσους» του Λεονκαβάλο απέδειξε ότι η μουσική μπορούσε πλέον να γίνει μαζικό πολιτιστικό προϊόν.
Η εικόνα του τενόρου με το κομψό κοστούμι, το χαρακτηριστικό μουστάκι, το χιούμορ και την αυτοπεποίθηση δημιούργησε το πρότυπο του σύγχρονου καλλιτέχνη.
Γιατί ο Καρούζο δεν ήταν ένας επαναστάτης αλλά ένας μεγάλος εκφραστής της παράδοσης;
Παρά τη σύγχρονη εικόνα του, ο Καρούζο αισθητικά δεν ήταν ένας πρωτοπόρος που ήθελε να ανατρέψει την όπερα.
Δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις νέες μουσικές τάσεις του 20ού αιώνα. Δεν ήταν ένας καλλιτέχνης όπως ο Άρνολντ Σένμπεργκ ή ο Πάουλ Χίντεμιτ, οι οποίοι δημιούργησαν νέες μουσικές γλώσσες.
Ο Καρούζο παρέμεινε πιστός στην ιταλική παράδοση. Ο μεγάλος του κόσμος ήταν ο Πουτσίνι, ο Βέρντι, ο Ντονιτσέτι, ο Μπελίνι, ο Λεονκαβάλο και ο Τζορντάνο.
Υπήρξε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του βερισμού, του ρεύματος της ιταλικής όπερας που έφερε στη σκηνή καθημερινούς ανθρώπους, πάθη, κοινωνικές συγκρούσεις και έντονα ανθρώπινα δράματα.
Στο ρεπερτόριό του περιλαμβάνονταν περισσότεροι από 60 ρόλοι. Τραγούδησε στα ιταλικά και στα γαλλικά, ενώ απέφυγε σε μεγάλο βαθμό το γερμανικό ρεπερτόριο.
Μάλιστα, η μοναδική του απόπειρα ως Λόενγκριν του Βάγκνερ δεν τον ενθουσίασε και δεν επανέλαβε συχνά τέτοιους ρόλους.
Ποια ήταν η προσωπικότητα πίσω από τη σκηνική εικόνα;
Ο Καρούζο ήταν ένας άνθρωπος με έντονο προσωπικό στυλ. Αγαπούσε την κομψότητα, τη μόδα και την καλή ζωή.
Είχε μικρές προσωπικές τελετουργίες πριν από τις παραστάσεις του. Έκανε πλύσεις με στοματικά διαλύματα πριν τραγουδήσει, όμως αμέσως μετά μπορούσε να ανάψει ένα τσιγάρο, μια συνήθεια που σήμερα μοιάζει αδιανόητη για έναν κορυφαίο τραγουδιστή.
Το κοινό γοητευόταν από αυτές τις αντιφάσεις. Ο Καρούζο δεν ήταν ένας απόμακρος καλλιτέχνης. Ήταν ένας άνθρωπος που γελούσε, αστειευόταν και απολάμβανε τη δημοσιότητα.
Είχε επίσης ιδιαίτερο χιούμορ. Τα ονόματα των παιδιών του από την Άντα Τζιακέτι αποδεικνύουν την αγάπη του για την όπερα: ονόμασε τον έναν Ροντόλφο, από τον ήρωα της «Μποέμ», και τον άλλο Ενρίκο Τζούνιορ.
Τους φώναζε χαϊδευτικά «Fofò» και «Mimmi».
Πώς αντιμετώπισε τις απειλές και τους κινδύνους της φήμης;
Η παγκόσμια επιτυχία είχε και σκοτεινές πλευρές. Ο Καρούζο έγινε στόχος εγκληματικών ομάδων της εποχής, ακόμη και του λεγόμενου «Μαύρου Χεριού», μιας οργάνωσης που θεωρείται πρόδρομος της ιταλοαμερικανικής μαφίας.
Δέχθηκε απειλές για χρήματα και χρειάστηκε να προστατεύσει τον εαυτό του. Στην Κούβα μάλιστα επέζησε από βομβιστική επίθεση, ένα περιστατικό που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον μύθο γύρω από τη ζωή του.
Παρά την τεράστια περιουσία του, δεν ήταν άνθρωπος κλεισμένος στον κόσμο της πολυτέλειας. Ήταν γνωστός για τη γενναιοδωρία του και τη βοήθεια που προσέφερε σε φίλους, μουσικούς και ανθρώπους που είχαν ανάγκη.
Η φήμη δεν τον έκανε απρόσιτο. Αντίθετα, πολλοί περιέγραφαν έναν άνθρωπο ζεστό, με χιούμορ και αυθεντική ανθρωπιά.
Πώς έφυγε από τη ζωή ο άνθρωπος που είχε μάθει τον κόσμο να συγκινείται;
Η υγεία του Καρούζο άρχισε να επιδεινώνεται τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Οι αμέτρητες εμφανίσεις, οι συνεχείς περιοδείες και η τεράστια πίεση της καριέρας του είχαν επιβαρύνει τον οργανισμό του.
Το 1921, μετά από προβλήματα υγείας, επέστρεψε στην Ιταλία. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και νοσηλεύτηκε στη Νάπολη.
Στις 2 Αυγούστου 1921, σε ηλικία μόλις 48 ετών, πέθανε από πλευρίτιδα και σηψαιμία.
Ο θάνατός του συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο. Περίπου εκατό χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τη νεκρική πομπή στη Νάπολη.
Η σορός του τοποθετήθηκε σε ένα μεγαλοπρεπές μαυσωλείο από πολύτιμο μάρμαρο. Το 1930, με επιμονή της συζύγου του Ντόροθι, το ταριχευμένο σώμα του εγκλείστηκε οριστικά.
Γιατί ο Καρούζο παραμένει ακόμη ένας αξεπέραστος μύθος;
Ο Ενρίκο Καρούζο δεν υπήρξε μόνο ένας μεγάλος τραγουδιστής. Υπήρξε το πρόσωπο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβάνεται τον καλλιτέχνη.
Πριν από εκείνον, η φωνή ανήκε στη στιγμή της παράστασης. Με εκείνον, η φωνή έγινε μνήμη, αντικείμενο, ηχογράφηση και παγκόσμια εμπειρία.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο είχε μιλήσει για τη «φετιχοποίηση του καλλιτέχνη», δηλαδή την τάση του κοινού να λατρεύει περισσότερο την προσωπικότητα του ερμηνευτή παρά το ίδιο το έργο.
Ο Καρούζο είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας εποχής. Ο κόσμος δεν αγαπούσε μόνο τις όπερες που τραγουδούσε. Αγαπούσε τον ίδιο.
Η φωνή του, ακόμη και μέσα από τις τεχνικά περιορισμένες ηχογραφήσεις των αρχών του 20ού αιώνα, εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση.
Γιατί ο ίδιος γνώριζε κάτι βαθύτερο από την τεχνική:
«Οι άνθρωποι που δεν πόνεσαν ποτέ πολύ, οι άνθρωποι που δεν έχουν πληγές και τραύματα, δεν μπορούν να τραγουδήσουν».
Ίσως αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό του Καρούζο. Δεν τραγουδούσε μόνο με τη φωνή του. Τραγουδούσε με όλη του την ψυχή.





