Η πολύπλευρη κρίση που ξέσπασε στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, στα σύνορα Ευρώπης και Αφρικής, με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να επιχειρούν να περάσουν από το Μαρόκο στην Ισπανία και 72 νεκρούς στη διάρκεια της προσπάθειας, εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε πεδίο πολιτικής εκμετάλλευσης από την ευρωπαϊκή και αμερικανική Ακροδεξιά.
Κόμματα και ηγέτες με σκληρή αντιμεταναστευτική ατζέντα επιχείρησαν να μετατρέψουν μια ανθρωπιστική τραγωδία σε επιχείρημα υπέρ της ενίσχυσης των συνόρων και κατά των μεταναστευτικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Θέουτα στο επίκεντρο μιας νέας πολιτικής σύγκρουσης
Η ξαφνική αύξηση των παράτυπων αφίξεων στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη βόρεια Αφρική που αποτελεί ταυτόχρονα εξωτερικό σύνορο της Ισπανίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ζώνης Σένγκεν, προκάλεσε μια από τις σοβαρότερες μεταναστευτικές κρίσεις των τελευταίων ετών.
Το κύμα αφίξεων ξεκίνησε την Πέμπτη 30 Ιουλίου και περιορίστηκε ουσιαστικά έως το βράδυ του Σαββάτου 1η Αυγούστου, όταν περίπου 50.000 από τους συνολικά 70.000 ανθρώπους που επιχείρησαν να διασχίσουν τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ Μαρόκου και Ισπανίας επέστρεψαν στη μαροκινή πλευρά.
Η ανθρώπινη διάσταση της κρίσης ήταν δραματική. Τουλάχιστον 72 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, είτε από πνιγμό είτε από τον συνωστισμό και την πίεση που προκλήθηκε στην προσπάθεια υπέρβασης του συνοριακού φράχτη.
Ωστόσο, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η επιχείρηση διαχείρισης της κατάστασης, η Θέουτα μετατράπηκε σε σκηνικό πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η ισπανική Ακροδεξιά έσπευσε να κεφαλαιοποιήσει την κρίση
Πρώτος εμφανίστηκε στη Θέουτα ο Αλβίσε Πέρεθ, ευρωβουλευτής και επικεφαλής του νεοσύστατου κόμματος SALF (Se Acabó La Fiesta), το οποίο έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή αντιμεταναστευτική ρητορική.
Κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης που διοργάνωσε, ζήτησε την απέλαση όλων των παράτυπων μεταναστών. Η παρουσία του όμως προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από κατοίκους της πόλης, οι οποίοι τον κατηγόρησαν για πολιτική εκμετάλλευση της κρίσης και για ισλαμοφοβικό λόγο.
Η αντίδραση είχε ιδιαίτερη συμβολική σημασία, καθώς περίπου οι μισοί μόνιμοι κάτοικοι της Θέουτα είναι μουσουλμάνοι. Η συγκέντρωση οδηγήθηκε σε ένταση και ο Πέρεθ χρειάστηκε να απομακρυνθεί με τη βοήθεια της αστυνομίας.
Ανάλογη ήταν η τύχη του εκπροσώπου Τύπου του SALF, Βίτο Κίλες, ο οποίος επιχείρησε να οργανώσει διαμαρτυρία μπροστά από τα γραφεία της τοπικής κυβέρνησης. Η κινητοποίηση κράτησε μόλις λίγα λεπτά, καθώς κάτοικοι αντέδρασαν φωνάζοντας συνθήματα κατά του ρατσισμού.
«Δεν θέλουμε ρατσιστές εδώ. Εμείς είμαστε αυτοί που υπερασπιστήκαμε τη Θέουτα», δήλωσε χαρακτηριστικά η κάτοικος Κίκα Μοχάμεντ, σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times.
Στη συνέχεια τη σκυτάλη πήρε ο ηγέτης του ισχυρότερου ακροδεξιού κόμματος της Ισπανίας, του Vox, Σαντιάγκο Αμπασκάλ. Από τη Θέουτα κατήγγειλε «εισβολή», κατηγόρησε το Μαρόκο για πρακτική που «ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου» και επιτέθηκε στην κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ, την οποία χαρακτήρισε «προδοτική και διεφθαρμένη».
Από την Ουάσιγκτον έως το Βερολίνο: Η διεθνής ακροδεξιά βλέπει ευκαιρία
Η πολιτική αξιοποίηση της κρίσης στη Θέουτα δεν περιορίστηκε στα ισπανικά σύνορα. Η εικόνα χιλιάδων ανθρώπων που επιχειρούσαν να εισέλθουν στην Ευρώπη χρησιμοποιήθηκε από ακροδεξιές και εθνικιστικές δυνάμεις σε Ευρώπη και ΗΠΑ ως επιχείρημα υπέρ μιας αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε τις εικόνες από τη Θέουτα με την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Υποστήριξε ότι αποτελούν προειδοποίηση για τις συνέπειες της «μαζικής μετανάστευσης» και των πολιτικών της παγκοσμιοποίησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος μέσω της πλατφόρμας Χ υποστήριξε ότι οι εικόνες από την Ισπανία αποτελούν παράδειγμα των προβλημάτων που προκαλεί η ανεξέλεγκτη μετανάστευση.
Ακόμη πιο σκληρή ήταν η παρέμβαση του Στίβεν Μίλερ, στενού συνεργάτη του Λευκού Οίκου και αρχιτέκτονα της αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ, ο οποίος χρησιμοποίησε την κρίση ως προειδοποίηση για τις ΗΠΑ.
Η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά στρέφει τα πυρά κατά του Σάντσεθ
Στην Ευρώπη, η κριτική επικεντρώθηκε κυρίως στην κυβέρνηση της Μαδρίτης και προσωπικά στον Πέδρο Σάντσεθ.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι ανακοίνωσε την αναστολή της ελεύθερης κυκλοφορίας με την Ισπανία στο πλαίσιο της Συνθήκης Σένγκεν, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Αντόνιο Ταγιάνι υποστήριξε ότι η ισπανική πολιτική νομιμοποίησης μεταναστών ενθαρρύνει τα κυκλώματα διακίνησης ανθρώπων.
Ο πρωθυπουργός της Τσεχίας Αντρέι Μπάμπις συνέκρινε την κατάσταση με την προσφυγική κρίση του 2015 και κατηγόρησε την κυβέρνηση Σάντσεθ ότι ακολουθεί πολιτική παρόμοια με εκείνη της Άνγκελα Μέρκελ.
Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν, υποψήφια του Εθνικού Συναγερμού στις προεδρικές εκλογές του 2027, κατήγγειλε «μαζικές και συντονισμένες εισόδους» που, όπως υποστήριξε, ενθαρρύνονται από την ισπανική κυβέρνηση.
Από τη Γερμανία, η συμπρόεδρος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), Αλίς Βάιντελ, υποστήριξε ότι η Θέουτα «μετατράπηκε σε ερείπια» και κάλεσε τις γερμανικές αρχές να ενισχύσουν την προστασία των συνόρων.
Ανάλογες θέσεις εξέφρασαν πολιτικοί από τη βόρεια Ευρώπη, με τη Φινλανδή υπουργό Εσωτερικών Μάρι Ραντάνεν να δηλώνει ότι χώρες που δεν μπορούν να προστατεύσουν τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ δεν θα πρέπει να συμμετέχουν στη Ζώνη Σένγκεν.
Το κρίσιμο ερώτημα: Μαρόκο ή ισπανική πολιτική;
Πίσω από την πολιτική αντιπαράθεση παραμένει το βασικό ερώτημα: ποιος ευθύνεται για την κρίση στη Θέουτα;
Οι επικριτές της κυβέρνησης Σάντσεθ υποστηρίζουν ότι η μεταναστευτική πολιτική της Ισπανίας δημιούργησε ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για νέες αφίξεις. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η απόφαση για μαζική νομιμοποίηση μεταναστών που βρίσκονταν παράτυπα στη χώρα, αλλά και πρόσφατη απόφαση του ισπανικού Ανώτατου Δικαστηρίου σχετικά με τις επαναπροωθήσεις στη θάλασσα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης, κατά το διάστημα Απριλίου – Ιουνίου κατατέθηκαν περίπου 1,17 εκατομμύρια αιτήσεις για νομιμοποίηση, αριθμός μεγαλύτερος από τον αρχικό στόχο των 500.000.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί αναλυτές και η ισπανική κυβέρνηση επισημαίνουν τον ρόλο των μαροκινών αρχών και των δικτύων διακίνησης ανθρώπων. Υπενθυμίζουν ότι παρόμοια κρίση είχε σημειωθεί το 2021, όταν περίπου 10.000 άνθρωποι πέρασαν στη Θέουτα σε μια περίοδο έντασης στις σχέσεις Μαδρίτης και Ραμπάτ.
Παράλληλα, υπάρχουν μαρτυρίες μεταναστών ότι ενθαρρύνθηκαν από τη χαλαρότερη στάση των μαροκινών αρχών, γεγονός που προκαλεί ερωτήματα για το κατά πόσο η μαζική μετακίνηση θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
Πέρα από την πολιτική εκμετάλλευση, μια ανθρώπινη τραγωδία
Η κρίση στη Θέουτα αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι πραγματικές αιτίες που οδήγησαν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να επιχειρήσουν σχεδόν ταυτόχρονα το επικίνδυνο πέρασμα από το Μαρόκο στην Ισπανία παραμένουν υπό διερεύνηση.
Πέρα όμως από τη σύγκρουση κυβερνήσεων, κομμάτων και ιδεολογιών, το βασικό γεγονός παραμένει η απώλεια 72 ανθρώπινων ζωών.
Η Θέουτα δεν αποτελεί μόνο ένα νέο κεφάλαιο στη μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης. Αποτελεί και μια υπενθύμιση ότι πίσω από τους αριθμούς, τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και τις προεκλογικές στρατηγικές βρίσκονται άνθρωποι που επιχειρούν ένα επικίνδυνο ταξίδι αναζητώντας ασφάλεια και μια καλύτερη ζωή.





