Η φετινή ΔΕΘ είναι πολιτικό ορόσημο για τρία κόμματα και αποτελεί εκλογικό λάκτισμα, καθώς μετά από τις εμφανίσεις των πολιτικών αρχηγών και τις δημοσκοπήσεις που θα ακολουθήσουν μπαίνουμε στην τελική ευθεία για τις κάλπες. Στη Θεσσαλονίκη θα κριθούν εντυπώσεις και ουσία, ως επί το πλείστον στο πεδίο της οικονομίας της καθημερινότητας, όμως το σημαντικότερο είναι πώς Κυριάκος Μητσοτάκης, Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης θα αναμετρηθούν με το εκλογικό ακροατήριο για να πείσουν ότι, ο πρώτος πρέπει να έχει και τρίτη “ευκαιρία” διακυβέρνησης, οι άλλοι δύο πώς είναι σε θέση να τον αμφισβητήσουν.
Την αυλαία ανοίγει -την Τετάρτη- ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ με την παρουσίαση του προγράμματός του που, όπως λέγεται, δεν θα αποτελεί μία απαρίθμηση μέτρων αλλά μία συνολική πρόταση για δικαιότερη αναδιανομή που θα δίνει απαντήσεις ως προς την αύξηση του εισοδήματος και την μείωση του κόστους ζωής. Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε ήδη δικές του προτάσεις (όπως προ ημερών για το ιδιωτικό χρέος) και ο πρόεδρός του θα συμπυκνώσει στην ομιλία του -το δεύτερο Σαββατοκύριακο- το πρόγραμμα διακυβέρνησης. Και ο πρωθυπουργός αναμένεται να παρουσιάσει μία σειρά μέτρων αύξησης μισθών και συντάξεων, μαζί με φοροελαφρύνσεις, που θα υπερβαίνει τα 2 δισ ευρώ.
Η ακρίβεια, υπό την γενική της θεώρηση, είναι αυτό που θα αποτελέσει το επίκεντρο των τριών προτάσεων, υπό διαφορετική ιδεολογική γωνία το καθένα.
Κι’ αυτό διότι τα στοιχεία (Eurostat, ΟΟΣΑ κ.ά) συνθέτουν μία πραγματικότητα τόσο πιεστική που από μόνη της είναι ικανή να επηρεάσει, αν όχι να διαμορφώσει, το αποτέλεσμα των εκλογών την άνοιξη του 2027.
Τι δείχνουν αυτά τα στοιχεία, σε πείσμα της προβολής που γίνεται από την κυβέρνηση για μία “ανθούσα” οικονομία:
Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, όταν στο 40% των νοικοκυριών τα λεφτά τελειώνουν 10 ημέρες πριν τελειώσει ο μήνας, κάθε ευρώ και κάθε σεντ μετρά. Αυτές οι μειώσεις, ωστόσο, δεν σημαίνουν πολλά για ένα νοικοκυριό, γιατί ο προϋπολογισμός του υφίσταται πολλαπλή και βαρύτατη αφαίμαξη από τη φανερή (πληθωριστική) αλλά και από την «κρυφή» φορολογία: Τις ιδιωτικές δαπάνες για υπηρεσίες που σε άλλες χώρες και δη ευρωπαϊκές παρέχονται με κρατική φροντίδα.
Επί μέρους:
Εκπαίδευση: Ιδιωτική δαπάνη για την εκπαίδευση καθ‘ ημάς αντιπροσωπεύει το 1,9% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, έναντι 0,9% που είναι ο μέσος όρος στους 27 της ΕΕ. Δηλαδή, τα ελληνικά νοικοκυριά υποχρεώνονται να δαπανούν υπερδιπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τα άλλα ευρωπαϊκά, γιατί οι υπηρεσίες εκπαίδευσης που παρέχει το ελληνικό κράτος είναι –ευγενικά…- ανεπαρκείς.
Υγεία: Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν από την τσέπη τους το 34,3% της συνολικής δαπάνης για την υγεία – ποσοστό υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ (14,9%). Ο ΟΟΣΑ μας λέει ότι το μερίδιο του κράτους στη χρηματοδότησης της υγείας είναι το δεύτερο χαμηλότερο μεταξύ των 27 της ΕΕ.
Απίστευτα πολλά λεφτά φεύγουν και στην στέγαση:
Στέγαση: Μεταξύ των 27 της ΕΕ έχουμε το υψηλότερο στεγαστικό κόστος και το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού που υφίσταται ακραία επιβάρυνση. Με τα υψηλά νοίκια και την πανάκριβη ενέργεια, το 28,9% ξοδεύει περισσότερα από 40% του εισοδήματός του για στέγαση, 3,5 φορές πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (8,2%). Και, συνολικά, δαπανάμε για στέγαση το 35% του οικογενειακού εισοδήματος, έναντι 19% μέσου όρου στην ΕΕ.
Η κυβέρνηση απαντά με νέες μειώσεις σε μία σειρά προϊόντα στα σούπερ μάρκετ.Όμως, παρά τις όποιες “καλές προθέσεις” και την ένδειξη ενδιαφέροντος, τέτοιες μειώσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το μεγάλο πρόβλημα.
Εάν, ωστόσο, η κυβέρνηση έχει το πολύ δύσκολο έργο να πείσει ότι όσα δεν μπόρεσε να επιλύσει σε επτά χρόνια μπορεί να τα κάνει με μία τρίτη θητεία, Αλέξης Τσίπρας και Νίκος Ανδρουλάκης καλούνται να αντιμετωπίσουν το μείζον ερώτημα “γιατί αυτοί;”. Για τον πρώην πρωθυπουργό, η πολιτική σκιά τπυ παρελθόντος θα επανέρχεται στο πλαίσιο των πολιτικών επιθέσεων από την κυβερνητική πλευρά. Για το ΠΑΣΟΚ φαίνεται πώς “ακόμα και τα πιό ωραία προγράμματα όμορφα καίγονται”. Κι αυτό διότι ενώ οι προτάσεις του είναι αρκετά τεκμηριωμένες και με κεντροαριστερό πρόσημο, ως κόμμα δεν μπορεί να πείσει ότι έχει “μέταλο” διακυβέρνησης, ενώ την ίδια ώρα οι εσωτερικές ίντριγκες ανακυκλώνουν το παρασκήνιο που παραπέμπει σε ένα κόμμα-συμπλήρωμα (της Ν.Δ, ή της ΕΛΑΣ) που δεν μπορεί να διεκδικήσει αυτόνομα την εξουσία.
Τελικά, πέρα από τα προγράμματα, στη ΔΕΘ και κυρίως μετά από αυτή θα κριθεί η πραγματική δυνατότητα ενός εκάστου να πείσει ότι δικαιούται την ευκαιρία της διακυβέρνησης. Θα αναμετρηθούν τα πρόσωπα και η πειθώ τους, η σχέση που θα αναπτύξουν με παραιτημένα και οργισμένα εκλογικά ακροατήρια.
Συνήθως, αυτοί που κινδυνεύουν στην πολιτική επιστρατεύουν την τοξικότητα και εκείνοι που προσπαθούν να χτίσουν αφήγημα με προοπτικές εκλογικής νίκης εμφανίζουν “άσους από το μανίκι”, ενίοτε ως υποσχέσεις και υπερφίαλες προσδοκίες.
Μένει να δούμε πώς θα ανταποκριθεί η κοινωνία των χαμηλών προσδοκιών που, όμως, έχει φτάσει στο “σημείο βρασμού”.






