Η 15η Ιουλίου 1965 έμεινε στην ελληνική πολιτική ιστορία ως η ημέρα που η λαϊκή εντολή συγκρούστηκε με το στέμμα. Το πρωί της Πέμπτης εκείνης, πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο ηγέτης της Ένωσης Κέντρου που είχε κερδίσει θριαμβευτικά τις εκλογές του 1964 με ποσοστό 52,72%.
Μέχρι το βράδυ, όμως, η χώρα είχε αποκτήσει άλλη κυβέρνηση, χωρίς εκλογές και χωρίς τη συγκατάθεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η σύγκρουση ανάμεσα στον πρωθυπουργό και τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο δεν ήταν απλώς μια πολιτική διαφωνία· αποτέλεσε την απαρχή μιας παρατεταμένης θεσμικής κρίσης που θα οδηγούσε, δύο χρόνια αργότερα, στην επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας.
Το πρωινό της 15ης Ιουλίου που η Ελλάδα ξύπνησε με άλλη πολιτική μοίρα
Στις 05:17 το πρωί ο ήλιος ανέτειλε στην Αθήνα. Η κυβέρνηση της χώρας βρισκόταν στα χέρια του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος είχε αναλάβει την εξουσία μετά τον εκλογικό θρίαμβο της Ένωσης Κέντρου στις 16 Φεβρουαρίου 1964.
Η νίκη εκείνη είχε θεωρηθεί ιστορική. Ο ελληνικός λαός, μετά από χρόνια πολιτικής αστάθειας, διώξεων και έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Δεξιά και το Κέντρο, έδινε καθαρή εντολή στον «Γέρο της Δημοκρατίας». Η Ένωση Κέντρου συγκέντρωσε πάνω από το μισό εκλογικό σώμα και ο Παπανδρέου εμφανιζόταν ως ο πολιτικός που θα προχωρούσε σε εκδημοκρατισμό του κράτους και εκκαθάριση των μηχανισμών που παρέμεναν από την εποχή του εμφυλιακού διχασμού.
Όμως, πίσω από τη σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία υπήρχε ένας διαχρονικός παράγοντας εξουσίας: το Παλάτι.
Στις 19:44 το απόγευμα, όταν ο ήλιος έδυε, η Ελλάδα είχε διαφορετικό πρωθυπουργό. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε αρνηθεί να στηρίξει τον εκλεγμένο πρωθυπουργό και είχε δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον πρόεδρο της Βουλής Γεώργιο Αθανασιάδη Νόβα.
Η λεγόμενη «Αποστασία» είχε ξεκινήσει.
Η σύγκρουση Παπανδρέου – Κωνσταντίνου και η κρίση με το υπουργείο Άμυνας
Η αφορμή της σύγκρουσης ήταν το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και ο έλεγχος των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου, παρά το γεγονός ότι ήταν πρωθυπουργός, είχε αφήσει το συγκεκριμένο υπουργείο στον Πέτρο Γαρουφαλιά, έναν παλιό συνεργάτη του και στενό πολιτικό φίλο του βασιλικού περιβάλλοντος. Η επιλογή αυτή είχε γίνει με την πεποίθηση ότι θα διατηρούνταν ισορροπίες με τα Ανάκτορα.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ο Παπανδρέου θεωρούσε ότι ο Γαρουφαλιάς λειτουργούσε περισσότερο ως σύνδεσμος του Παλατιού παρά ως υπουργός μιας κυβέρνησης που είχε εκλεγεί από τον λαό. Αποφάσισε λοιπόν να τον απομακρύνει και να αναλάβει ο ίδιος το υπουργείο Άμυνας.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του βασιλιά Κωνσταντίνου.
Το βράδυ της 14ης Ιουλίου, ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε τον βασιλιά στο Τατόι. Η συνάντηση εξελίχθηκε σε σκληρή αντιπαράθεση. Οι δύο άνδρες αντάλλαξαν επιστολές, όμως το βασικό ζήτημα παρέμενε: ποιος είχε τον τελικό λόγο στον έλεγχο του στρατεύματος.
Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα απομάκρυνσης του Γαρουφαλιά.
Η συνταγματική σύγκρουση είχε πλέον πάρει ανοιχτή μορφή.
Η «Βραδυνή» και η προαναγγελία της πολιτικής ανατροπής
Η νύχτα πριν από την πτώση της κυβέρνησης είχε ήδη δείξει ότι κάτι μεγάλο βρισκόταν σε εξέλιξη.
Στις 5 τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου, η εφημερίδα «Βραδυνή» κυκλοφόρησε έκτακτη έκδοση προαναγγέλλοντας την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου και την αντικατάστασή του από νέο πρωθυπουργό.
Τα ονόματα που εμφανίζονταν ως πιθανοί διάδοχοι ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Γεώργιος Μαύρος. Η εφημερίδα δεν προέβλεψε τον τελικό πρωταγωνιστή, καθώς τελικά ο βασιλιάς επέλεξε τον Γεώργιο Αθανασιάδη Νόβα.
Η ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα έδειχνε ότι η πολιτική αλλαγή δεν ήταν μια αυθόρμητη εξέλιξη της τελευταίας στιγμής, αλλά αποτέλεσμα παρασκηνιακών διεργασιών.
Η παραίτηση Παπανδρέου και η γέννηση της Αποστασίας
Το πρωί της 15ης Ιουλίου ο Γεώργιος Παπανδρέου επέστρεψε στο Τατόι. Η διαφωνία με τον βασιλιά ήταν πλέον αγεφύρωτη.
Ο πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτησή του, όχι επειδή είχε χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής, αλλά επειδή ο βασιλιάς αρνήθηκε να αποδεχθεί την πολιτική του επιλογή για το υπουργείο Άμυνας.
Ακολούθησε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας.
Ο Κωνσταντίνος διόρισε κυβέρνηση υπό τον Νόβα, η οποία στηρίχθηκε από βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που αποχώρησαν από το κόμμα τους. Οι βουλευτές αυτοί χαρακτηρίστηκαν «αποστάτες» και η πολιτική πράξη τους έμεινε στην ιστορία ως «Αποστασία του 1965».
Ανάμεσα στα πρόσωπα που συνδέθηκαν με τα γεγονότα ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ο Ηλίας Τσιριμώκος και άλλοι κεντρώοι πολιτικοί που επέλεξαν να στηρίξουν τις κυβερνήσεις μετά την απομάκρυνση Παπανδρέου.
Οι δρόμοι της Αθήνας γέμισαν διαδηλωτές
Η αντίδραση της κοινωνίας ήταν άμεση.
Χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας καταγγέλλοντας την παρέμβαση του Παλατιού. Το σύνθημα «1-1-4», από το άρθρο του Συντάγματος που αναφερόταν στην υποχρέωση τήρησης των συνταγματικών διατάξεων, έγινε σύμβολο του δημοκρατικού αγώνα.
Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν για εβδομάδες και μήνες. Η πολιτική ένταση κορυφώθηκε τον Αύγουστο του 1965, όταν δολοφονήθηκε ο φοιτητής Σωτήρης Πέτρουλας, μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης διαμαρτυρίας.
Ο θάνατός του αποτέλεσε σημείο καμπής και ενίσχυσε την πεποίθηση μεγάλου τμήματος της κοινωνίας ότι η χώρα οδηγούνταν σε επικίνδυνη εκτροπή.
Από την κρίση του 1965 στη δικτατορία του 1967
Η Αποστασία δεν προκάλεσε άμεσα την πτώση της δημοκρατίας, αλλά δημιούργησε το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η δημοκρατική ομαλότητα αποδυναμώθηκε.
Για σχεδόν δύο χρόνια η Ελλάδα οδηγήθηκε σε κυβερνήσεις μειοψηφίας, αδύναμες να αντιμετωπίσουν την πολιτική κρίση. Ο βασιλιάς βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, ενώ τα πολιτικά κόμματα αδυνατούσαν να συμφωνήσουν σε λύση.
Η Ένωση Κέντρου παρέμεινε κατακερματισμένη και ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν κατάφερε να επιστρέψει στην εξουσία πριν από τις εκλογές που είχαν προγραμματιστεί για το 1967.
Τελικά, στις 21 Απριλίου 1967, μια ομάδα συνταγματαρχών κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα, αναστέλλοντας το Σύνταγμα και εγκαθιδρύοντας στρατιωτική δικτατορία.
Η πολιτική αστάθεια που είχε ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1965 αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που διευκόλυναν την εκτροπή.
Η βαριά κληρονομιά των Ιουλιανών
Τα Ιουλιανά του 1965 δεν ήταν απλώς μια κυβερνητική κρίση. Ήταν η σύγκρουση δύο αντιλήψεων για την εξουσία: μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που απαιτούσε ο πρωθυπουργός να κυβερνά με βάση τη λαϊκή εντολή και μιας παλαιότερης αντίληψης, σύμφωνα με την οποία ο ανώτατος άρχοντας διατηρούσε ενεργό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.
Η 15η Ιουλίου έδειξε ότι οι θεσμοί της μεταπολεμικής Ελλάδας παρέμεναν εύθραυστοι. Η απομάκρυνση μιας κυβέρνησης που είχε εκλεγεί με μεγάλη πλειοψηφία άφησε ένα βαθύ τραύμα στο πολιτικό σύστημα.
Εννέα χρόνια αργότερα, η χώρα θα πλήρωνε ακόμη βαρύτερο τίμημα, με την κυπριακή τραγωδία και την κατάρρευση της δικτατορίας το 1974.
Η ημέρα που ξεκίνησε με ήλιο και τελείωσε με πολιτική καταιγίδα παρέμεινε ως μία από τις πιο κρίσιμες ημερομηνίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.






